Σ Α Λ Α Μ Ι Ν Α,η Επική Ναυμαχία,Α΄ μέρος

 

 Δέκα χρόνια μετά τον Μαραθώνα, και λίγο μετά την συγκλονιστική αντίσταση στις Θερμοπύλες, η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) θα αποτελέσει ακόμη μία καθοριστική νίκη, που θα στερήσει από τον Ασιάτη εισβολέα τη δυνατότητα να πατήσει το πόδι του στην Ευρώπη. Η επικράτηση θα έρθει μέσα από πλήθος δυσκολιών, με τους Έλληνες καταπονημένους και διχασμένους, αλλά την τελευταία –και πιο κατάλληλη– στιγμή αναθαρρημένους και αποφασισμένους για δώσουν τον υπέρ πάντων αγώνα για τη νίκη.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Β΄ ΜΕΡΟΣ....
.https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_17.html


Ο ελληνικός στόλος στο Αρτεμίσιο είχε ως κύριο στόχο να καθυστερήσει και να αναχαιτίσει τον περσικό στόλο, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος κυκλωτικής κίνησης κατά των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν στις Θερμοπύλες και να εμποδιστεί η γρήγορη προέλαση των Περσών προς τη νότια Ελλάδα. Η ναυμαχία διεξήχθη τον Αύγουστο του 480 π.Χ., ταυτόχρονα με τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο ελληνικός στόλος, υπό τον Ευρυβιάδη και με καθοριστικό ρόλο του Θεμιστοκλή, παρέταξε περίπου 270 τριήρεις στα στενά του Αρτεμισίου, αντιμετωπίζοντας τον πολυπληθέστερο περσικό στόλο. Οι συγκρούσεις κράτησαν τρεις ημέρες, με σημαντικές απώλειες και για τις δύο πλευρές, ενώ κακοκαιρία προκάλεσε την καταστροφή μέρους του περσικού στόλου. Όταν όμως έφτασε η είδηση της ήττας στις Θερμοπύλες, οι Έλληνες υποχώρησαν νοτιότερα, προετοιμάζοντας τη σύγκρουση στη Σαλαμίνα.

Στις Θερμοπύλες, ο Ξέρξης αντίκριζε με φρίκη τα πλήθη των χιλιάδων άταφων νεκρών, σημάδι της σκληρότητας και του κόστους της σύγκρουσης. Η τόσο δύσκολα κερδισμένη νίκη του είχε στοιχίσει περίπου 20.000 άνδρες. Συγκλονισμένος ο ίδιος αλλά και βαθιά προβληματισμένος, χρονοτρίβησε μέχρι να κάνει τις επόμενες κινήσεις του, δίνοντας άθελά του πολύτιμο χρόνο στο ελληνικό στράτευμα να υποχωρήσει με ασφάλεια προς τον Ισθμό.

Αντιμέτωπος με κρίσιμα διλήμματα για την επόμενη κίνηση, άκουσε τις προτάσεις των συμβούλων του, που του παρουσίασαν διάφορες επιλογές για την πορεία και τον τύπο μάχης που θα ακολουθούσε. Τελικά αποφάσισε να κατευθυνθεί προς την Αθήνα, προκειμένου να την τιμωρήσει για την αντίστασή της, και να επιδιώξει μια αποφασιστική αναμέτρηση στη θάλασσα, εξουδετερώνοντας τον ελληνικό στόλο. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να πολεμήσει στον Ισθμό, όπου η οχύρωση ήταν ισχυρή και το πέρασμα στενά φυλασσόμενο.

Ο στρατός του Ξέρξη προέλασε μέσω Φωκίδας και Βοιωτίας, καταστρέφοντας πόλεις που αντιστάθηκαν και χρησιμοποιώντας άλλες που είχαν μηδίσει, όπως η Θήβα, ως βάσεις ανεφοδιασμού. Φτάνοντας στην Αττική, βρήκε την Αθήνα σχεδόν άδεια, λόγω της εκκένωσης που είχε οργανώσει ο Θεμιστοκλής, αλλά παρ’ όλα αυτά την κατέλαβε και έκαψε την Ακρόπολη, με σκοπό να κάμψει το ελληνικό ηθικό. Στη συνέχεια στρατοπέδευσε στο Φάληρο, όπου συγκεντρώθηκε και ο περσικός στόλος, προετοιμάζοντας την αποφασιστική ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας.

Οι Αθηναίοι ήταν κατατρομαγμένοι και οι καπνοί από τις καιόμενες εκτάσεις των Πλαταιών τους προμήνυαν το δεινό που πλησίαζε. Η απόφαση για την εκκένωση της πόλης προκάλεσε σε άλλους οίκτο και σε άλλους θαυμασμό: οίκτο, γιατί ο λαός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει σπίτια και ναούς, αφήνοντας την πόλη βορά στη φωτιά και τη λεηλασία· θαυμασμό, γιατί η θυσία αυτή δεν ήταν πράξη δειλίας, αλλά στρατηγική επιλογή θάρρους και διορατικότητας, που στόχευε στη σωτηρία του πληθυσμού και στην επανίδρυση της πόλης μετά την καταιγίδα. Η απόφαση να δοθεί η αποφασιστική μάχη εναντίον των Περσών στη θάλασσα ήταν έργο του Θεμιστοκλή, ο οποίος με κάθε μέσο προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να πολεμήσουν όχι πίσω από τα τείχη της πόλης, αλλά πίσω από τα «ξύλινα τείχη» των τριήρεών τους. Επέμενε ότι το σωστό ήταν η εγκατάλειψη, υπενθυμίζοντας τον χρησμό που μιλούσε για την ξύλινη προστασία, δηλαδή τα πλοία που θα τους μετέφεραν σε ασφαλείς παράκτιες περιοχές. Στα λιμάνια, σπαρακτικές σκηνές εκτυλίσσονταν καθώς οι Αθηναίοι επιβίβαζαν τις οικογένειές τους σε εμπορικά πλοία με προορισμό τη Σαλαμίνα, την Τροιζήνα και την Αίγινα. Γυναίκες, παιδιά και γέροντες εγκατέλειπαν την πατρική γη με δάκρυα, ενώ οι νέοι έπαιρναν θέση στις τριήρεις για να δώσουν, μετά τον Μαραθώνα, έναν δεύτερο μεγάλο αγώνα εναντίον των Ασιατών. Οιμωγές, κλαυθμοί και σπαρακτικοί αποχωρισμοί μπλέκονταν με προσευχές και ικεσίες προς τον Δία και την Αθηνά, καλώντας τους θεούς να σταθούν προστάτες στον επερχόμενο αγώνα.

 

Όταν ο Ξέρξης και ο στρατός του έφτασαν στην Αττική, βρήκαν την πόλη άδεια.Μια μικρή φρουρά είχε μείνει στην Ακρόπολη —κυρίως ηλικιωμένοι, φτωχοί και ιερείς— με την ελπίδα ότι τα τείχη και η θεά Αθηνά θα προστάτευαν την πόλη. Οι Πέρσες επιτέθηκαν, έβαλαν φωτιά στις ξύλινες οχυρώσεις της Ακρόπολης και κατέστρεψαν ό,τι υπήρχε επάνω της. Έκαψαν ναούς, σπίτια και δημόσια κτήρια, ενώ λεηλάτησαν τα ιερά, παίρνοντας λάφυρα και ιερά αντικείμενα.

Η μυρωδιά του καμένου ξύλου, της σάρκας και του λιωμένου χαλκού απλωνόταν σε όλη την πόλη. Από μακριά, όσοι Αθηναίοι είχαν βρει καταφύγιο στη Σαλαμίνα έβλεπαν τον τόπο τους να φλέγεται, κι η ψυχή τους σφιγγόταν ανάμεσα στην απόγνωση και τον όρκο πως η θυσία αυτή δεν θα μείνει ατιμώρητη.

Η καταστροφή ήταν σχεδόν ολοκληρωτική: το κέντρο της πόλης έγινε ερείπια και στάχτες.Δέκα χρόνια μετά την ήττα στον Μαραθώνα ο Ξέρξης έπαιρνε την εκδίκησή του,ενώ παράλληλα έστελνε μήνυμα τρόμου στους υπόλοιπους Έλληνες.

Ο ελληνικός στόλος ήταν αγκυροβολημένος στη Σαλαμίνα· το ηθικό όλων ήταν χαμηλό, οι ελπίδες φάνταζαν εύθραυστες, το μέλλον αβέβαιο. Στα πολεμικά συμβούλια, οι διαμάχες και οι φιλονικίες μεταξύ των στρατηγών των διαφόρων πόλεων έδιναν και έπαιρναν. Οι περισσότεροι πρότειναν και ζητούσαν να αποπλεύσουν προς τον Ισθμό, για να πολεμήσουν κοντά στις οχυρώσεις, θεωρώντας ότι αυτή η στενή λωρίδα γης αποτελούσε το καλύτερο σημείο αντίστασης στην περσική προέλαση. Άλλοι υποστήριζαν να παραμείνουν και να δώσουν μάχη εκεί. Οι φήμες κυκλοφορούσαν σαν δηλητήριο, σπέρνοντας ανασφάλεια. Οι Αθηναίοι, οι Μεγαρείς και οι πρόσφυγες από τη Στερεά Ελλάδα βρίσκονταν στη δυσχερέστερη θέση· είχαν χάσει την πατρίδα τους, τα σπίτια τους, τα ιερά τους.

Απέναντί τους, στο Φάληρο, βρισκόταν ο περσικός στόλος, που είχε αναπληρώσει τις απώλειες με καράβια τα οποία είχαν αναγκαστεί να στείλουν ορισμένες ελληνικές πόλεις. Αριθμούσε τώρα συνολικά 700 πλοία, ενώ οι ελληνικές μικρές τριήρεις ήταν 300. Οι συζητήσεις συνεχίζονταν σχετικά με το τι έπρεπε να γίνει, ενώ η είδηση ότι ένα μέρος του περσικού στρατού κατευθυνόταν στον Ισθμό ώθησε τους περισσότερους να ζητήσουν επιτακτικά την αποχώρηση, προτού εγκλωβιστούν στα στενά. Από τη σύσκεψη αποχώρησαν με την απόφαση να προετοιμαστούν, ώστε την επόμενη μέρα να υποχωρήσουν.



Ο Θεμιστοκλής ασφαλώς δεν ήθελε, σε καμία περίπτωση, να γίνει κάτι τέτοιο. Αποφασίζει να δράσει. Μέσα στη νύχτα επισκέπτεται και πάλι τον αρχηγό του στόλου, Ευρυβιάδη, και τον αναγκάζει να συγκαλέσει εκ νέου τη συνέλευση. Στη δραματική συζήτηση που ακολουθεί, ο Θεμιστοκλής χρησιμοποιεί όλα του τα επιχειρήματα για να τους πείσει να μείνουν στη Σαλαμίνα.

Τα στενά εκμηδένιζαν την αριθμητική υπεροχή του εχθρού. Οι αρχηγοί του στόλου γνώριζαν τα νερά και τα ρεύματα της περιοχής. Μέσα στα στενά, τα μεγάλα περσικά πλοία δεν είχαν περιθώρια ελιγμών και επιθετικών κινήσεων. Τα ελληνικά πλοία ήταν καλά επανδρωμένα και μπορούσαν να δώσουν μάχη στα καταστρώματα. Οι βαριά οπλισμένοι Έλληνες υπερτερούσαν έναντι των ελαφρά οπλισμένων Περσών ναυτών.

Τους είπε επίσης ότι σε περίπτωση νίκης προφύλασσαν περισσότερο την Πελοπόννησο από ό,τι με νίκη στον Ισθμό.Αντίθετα αν αποχωρούσαν,το μόνο που θα πετύχαιναν θα ήταν να παρασύρουν τους Πέρσες στη χερσόνησο. 


 

 Ο πιο δύσκολος αντίπαλος του Θεμιστοκλή δεν ήταν ο Ευρυβιάδης, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό υιοθετούσε τις απόψεις του, αλλά ο Κορίνθιος ναύαρχος Αδείμαντος, που δεν έχανε την ευκαιρία να τον προσβάλει, επιδιώκοντας να τον κάμψει και να επιβάλει τη δική του άποψη. Μεταξύ τους υπήρξαν έντονοι διάλογοι· σε μία μάλιστα φάση παραλίγο να έρθουν στα χέρια. Όταν ο Αδείμαντος αμφισβήτησε το δικαίωμα του Θεμιστοκλή να εκφράζει γνώμη, υποστηρίζοντας ότι δεν εκπροσωπούσε ελεύθερη πόλη, ο Θεμιστοκλής εξοργίστηκε και απείλησε ότι θα αποσύρει την αθηναϊκή δύναμη, πάνω στην οποία ουσιαστικά στηριζόταν ο στόλος.

Μπροστά σε αυτήν την απειλή, οι Κορίνθιοι σώπασαν και ο Ευρυβιάδης, χωρίς να γίνει ψηφοφορία, ανέλαβε να αλλάξει την προηγούμενη απόφαση και διέταξε να παραμείνουν όλοι και να πολεμήσουν εκεί.

Είχε πλέον ξημερώσει· ωστόσο, η πλειοψηφία των Πελοποννησίων άρχισε ξανά να εκφράζει αντιρρήσεις, με τον Αδείμαντο να προσπαθεί να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Θεμιστοκλή. Το ισχυρότερο επιχείρημά τους ήταν ότι και στον Ισθμό υπήρχε ο στενός Κόλπος των Κεχρεών, ο οποίος παρείχε τα ίδια πλεονεκτήματα με τα στενά της Σαλαμίνας· επιπλέον, εκεί θα είχαν κοντά τους τον στρατό ξηράς για υποστήριξη. Το σίγουρο είναι ότι πριν από μια μάχη κανείς δεν γνωρίζει την τελική έκβαση· έτσι και τώρα, αν και η νίκη στη Σαλαμίνα τελικά δικαίωσε τον Θεμιστοκλή, πριν από τη σύγκρουση –όταν η νίκη κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν– οι Πελοποννήσιοι είχαν αντικειμενικούς λόγους να επιμένουν στις επιφυλάξεις τους.

Μπροστά στο ενδεχόμενο να ανατραπεί και πάλι η απόφαση για μάχη στα στενά της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής κατέφυγε σε τέχνασμα. Έστειλε έναν έμπιστό του, τον Σίκινο, ο οποίος γνώριζε τη γλώσσα των Περσών, να μεταφέρει μήνυμα στον Ξέρξη ότι τάχα είναι με το μέρος του και ότι οι Έλληνες, επειδή φοβήθηκαν, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τη Σαλαμίνα· άφησε μάλιστα να εννοηθεί πως ανάμεσά τους είχε ξεσπάσει εμφύλιος για το ποια στρατηγική να ακολουθήσουν.

Η κίνηση αυτή του Θεμιστοκλή ασφαλώς ενείχε μεγάλο ρίσκο· αργότερα θεωρήθηκε ευφυής, επειδή οι Έλληνες νίκησαν. Αν όμως είχαν ηττηθεί, ο Θεμιστοκλής θα είχε μείνει στην Ιστορία ως ο χειρότερος προδότης.

Μετά από όλα αυτά, η διεξαγωγή της ναυμαχίας είχε ουσιαστικά δρομολογηθεί, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο Πέρσης βασιλιάς επιθυμούσε μια εντυπωσιακή επιτυχία στη θάλασσα, αγνοώντας τη μοναδική φωνή διαφωνίας, τη βασίλισσα της Αλικαρνασσού Αρτεμισία. Εκείνη τον είχε συμβουλεύσει να περιμένει, ώστε να εξαντληθούν τα τρόφιμα των Ελλήνων και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αποτυχίας.Ο Ξέρξης, πεισμένος από το μήνυμα που του έστειλε ο Θεμιστοκλής, αποφάσισε να κλείσει τα στενά της Σαλαμίνας και να παγιδεύσει τον ελληνικό στόλο. 

Τη νύχτα της 27ης προς 28η Σεπτεμβρίου ο Ξέρξης έδωσε εντολή σε τμήματα του στόλου του να φράξουν την ανατολική έξοδο προς τον Πειραιά και τη δυτική προς τον Κορινθιακό, τοποθετώντας πλοία σε σχηματισμό που θα απέκλειε κάθε διαφυγή. Παράλληλα, διέταξε την κατάληψη της Ψυτάλειας με επίλεκτους στρατιώτες, ώστε να ελέγχουν το κεντρικό σημείο των στενών και να αιχμαλωτίζουν ή να σκοτώνουν ναυαγούς Ελλήνων. 

Οι Έλληνες έμαθαν τις κινήσεις των Περσών πρώτα από έναν Τηνιακό πλοίαρχο που είχε αυτομολήσει από τους Πέρσες γι΄αυτό και δεν το πολυπίστεψαν και κατόπιν από τον Αριστείδη που γυρνώντας απο περιπολία ανέφερε ξεκάθαρα ότι είναι πλέον περικυκλωμένοι.Η παγίδα του Θεμιστοκλή, σε συνδυασμό με την απόφαση του Ξέρξη να αποκλείσει κάθε υποχώρηση, έκανε τη σύγκρουση την επόμενη ημέρα αναπόφευκτη.

Συνεχίζεται...





 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις