1261, Η ανακατάληψη της Πόλης-Η θριαμβική είσοδος στην Πόλη

 

Η ανακατάληψη της Πόλης από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας (1261)

 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

 

Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος γεννήθηκε στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα. Υπήρξε στρατηγός της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και έφερε το αξίωμα του Μεγάλου Δομέστιχου κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Έμεινε στην ιστορία κυρίως για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους.

Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια. Στις γραπτές πηγές εμφανίζεται για πρώτη φορά όταν αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο και αποκτά τον βαθμό του στρατηγού. Συμμετείχε στις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών κρατών που είχαν προκύψει μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους.

Συγκεκριμένα, ως στρατηγός, ηγήθηκε μαζί με άλλους μιας εκστρατείας της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου, η οποία κατέληξε σε βαριά ήττα των Νικαίων. Ο Στρατηγόπουλος αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στην Ήπειρο. Το 1261, με ενέργειες του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, απελευθερώθηκε, με τον όρο να κινηθεί με δύναμη 800 στρατιωτών προς τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να κατασκοπεύσει και να ασκήσει πίεση στους Λατίνους που κατείχαν την Κωνσταντινούπολη.

Βρισκόμενος στη Σηλυβρία της Θράκης, πληροφορήθηκε από αγρότες που καλλιεργούσαν στα περίχωρα ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού στρατού απουσίαζε, όπως και ο βενετικός στόλος, που είχε μετακινηθεί για επιδρομή στα μικρασιατικά παράλια. Η Πόλη βρισκόταν ουσιαστικά αφύλαχτη. Τη νύχτα της 24ης προς 25η Ιουλίου 1261, με τη βοήθεια ανθρώπων από το εσωτερικό και εκμεταλλευόμενοι ένα ρήγμα στο τείχος, οι Νικαίοι άνοιξαν την Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Στρατηγόπουλος και οι στρατιώτες του εισήλθαν αιφνιδιαστικά και κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Οι Λατίνοι βρέθηκαν απροετοίμαστοι· ο ίδιος ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β΄ προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά η απουσία στρατού και στόλου αποδείχθηκε καθοριστική. Τελικά οι Λατίνοι επιβιβάστηκαν σε πλοία από το λιμάνι του Βουκουλέοντα και εγκατέλειψαν την Πόλη.

Τα επόμενα χρόνια ο Στρατηγόπουλος συμμετείχε εκ νέου σε εκστρατεία εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου, η οποία όμως απέτυχε. Πέθανε πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ 1271 και 1275.

Η περιγραφή του ιστορικού της Λατινοκρατίας και αυτόπτη μάρτυρα Γεώργιου Ακροπολίτη.


          "… Ξαφνικά λοιπόν ο καίσαρας Αλέξιος Στρατηγόπουλος εξορμώντας κατά τη διάρκεια της νύχτας, προσέγγισε την Κωνσταντινούπολη. Καθώς όμως είχε μαζί του και κάποιους άνδρες που προέρχονταν από την Πόλη και γνώριζαν επακριβώς τι συνέβαινε σ΄  αύτήν και αφού τους ρώτησε έμαθε ότι υπήρχε κάποια τρύπα στην περιφέρεια του τείχους της Πόλης, από την οποία θα μπορούσε να εισχωρήσει στρατιώτης. Χωρίς λοιπόν διόλου να χρονοτριβήσει, ανέλαβε την επιχείρηση. Και πέρασε από την τρύπα έναν και τον ακολούθησε άλλος, εκείνον  ύστερα άλλος κι έτσι έγινε ως τον δέκατο πέμπτο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μπήκαν περισσότεροι άνδρες στην Πόλη. Όταν όμως ανακάλυψαν κατά το τείχος της πόλης έναν από αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι με την υπεράσπισή του, σκαρφαλώνοντας και πιάνοντάς τον από τα πόδια κάποιοι από τους δικούς μας τον γκρέμισαν έξω από την πόλη. Οι υπόλοιποι παίρνοντας στα χέρια τους αξίνες και σπάζοντας τις αμπάρες των πυλών κατέστησαν απρόσκοπτη την είσοδο του στρατεύματος στην πόλη. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο καίσαρ Στρατηγόπουλος κι όλοι όσοι, Ρωμαίοι και Σκύθες τον ακολουθούσαν βρέθηκαν μέσα στην Πόλη

           (…) Ο ηγεμόνας της πόλης Βαλδουίνος κατευθύνθηκε στο μεγάλο παλάτι. Και οι Λατίνοι που είχαν μεταβεί στη Δαφνουσία ( εννοεί το στρατιωτικό σώμα των Λατίνων που είχε βγει από την Πόλη και κινήθηκε για να καταλάβει τη νήσου Δαφνουσία) χωρίς να έχουν μάθει τίποτα, κάνοντας την αντίθετη κίνηση, επέστρεψαν  στην πόλη (…) μόλις έφτασαν και πληροφορήθηκαν τα γεγονότα κινήθηκαν βιαστικά για να εισβάλλουν στην πόλη. Αλλά οι Ρωμαίοι στρατιώτες, όταν το αντιλήφθηκαν, έβαλαν φωτιά στα σπίτια των Λατίνων που βρίσκονταν κοντά στην προκυμαία και τα πυρπόλησαν και πρώτα τα σπίτια των Βενετών, στην περιοχή <<κάμποι>>. Κι όταν οι Λατίνοι στρατιώτες είδαν την πόλη να καίγεται, γρονθοκοπώντας τα μάγουλά τους και παίρνοντας μαζί τους όσους μπόρεσαν στις τριήρεις τους τράπηκαν σε φυγή μαζί με τον αυτοκράτορά τους Βαλδουίνο, που παραλίγο θα είχε συλληφθεί.

Χάρη λοιπόν στη Θεία Πρόνοια, η Κωνσταντινούπολη πέρασε ξανά στην εξουσία του βασιλιά των Ρωμαίων, όπως ήταν δίκαιο και όπως έπρεπε την εικοστή Πέμπτη Ιουλίου, κατά την τέταρτη επινέμηση και κατά το έτος έξι χιλιάδες εφτακόσια εξήντα εννιά από γενέσεως κόσμου, ενώ ήταν υπό κατοχή για πενήντα οχτώ χρόνια".

              

              ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ, η χρονική συγγραφή της λατινοκρατίας (1204-1261)

 

 


Η θριαμβική είσοδος του Μιχαήλ Παλαιολόγου στη Βασιλεύουσα, ανήμερα της Παναγίας


             Στις 15 Αυγούστου του 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εισήλθε θριαμβικά στη Βασιλεύουσα, δυο βδομάδες μετά την ανακατάληψη της Πόλης από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο. Δείτε πώς περιγράφει ο ιστορικός της εποχής και αυτόπτης μάρτυρας Γεώργιος Ακροπολίτης την αυτοκρατορική είσοδο στην Πόλη:

 

            <<Ο αυτοκράτορας έφτασε στην Κωνσταντινούπολη τη 14η Αυγούστου. Δε θέλησε να μπει την ίδια μέρα στην πόλη, αλλά στρατοπ...έδευσε στη Μονή Κοσμιδίου, κοντά στη Μονή των Βλαχερνών. Από τα χαράματα σηκώθηκε και μεθόδευσε την είσοδό του στην Πόλη κατά τον ακόλουθο τρόπο: επειδή δεν παρευρισκόταν ο πατριάρχης Αρσένιος(ήταν απρόθυμος για τις λαμπρές εκδηλώσεις και έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς το βασιλιά), τον αντικατέστησε ο επίσκοπος Κυζίκου Γεώργιος. Ανέβηκε σε έναν από τους πύργους της Χρυσής Πύλης, κρατώντας την ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου, η οποία είχε πάρει την ονομασία της από τη μονή των Οδηγών και απάγγειλε τις ευχές έτσι που να ακουστούν από όλους. Βγάζοντας λοιπόν το στέμμα του ο βασιλιάς και γονατίζοντας έπεσε στο έδαφος και όλοι οι άνθρωποι γονάτισαν πίσω από αυτόν. Και μόλις ολοκληρώθηκε η απαγγελιά της πρώτης ευχής κι ο διάκονος είπε <<Σηκωθείτε!>>, αφού σηκώθηκαν όλοι ανέκραξαν το <<Κύριε ελέησον>>, επαναλαμβάνοντας το εκατό φορές.

                Και αφού η τελετουργία αυτή τελείωσε, ο βασιλιάς, με τρόπο που έδειχνε περισσότερο την ευσέβεια παρά τη βασιλική μεγαλοπρέπεια, διαβηκε πεζός την Χρυσή Πύλη, ενώ προπορευόταν από αυτόν η εικόνα της Θεομήτορος. Αφού βάδισε ως τη Μονή Στουδίου και άφησε εκεί την εικόνα της πάναγνης μητέρας του Θεού, ανεβαίνοντας στο άλογό του έφτασε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Εκεί, αφού προσκύνησε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και τον ευχαρίστησε σύμφωνα με τα έθιμα, κατέλυσε στο μεγάλο παλάτι. Τότε λοιπόν το ρωμαϊκό πλήθος ευφράνθηκε και ενθουσιάστηκε πολύ και χαιρόταν υπερβολικά, γιατί δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην χοροπηδά και να μη νιώθει αγαλλίαση και σχεδόν να μην πιστεύει στα μάτια του, εξαιτίας της αναπάντεχης εξέλιξης και της υπερβολικής χαράς>>.

 

Χρονική Συγγραφή, Γεώργιος Ακροπολίτης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις