Θ Ε Ρ Μ Ο Π Υ Λ Ε Σ της Δ Ο Ξ Α Σ.γ' μέρος
Καθώς έπεφτε το σκοτάδι της πρώτης ημέρας,οι δυο αντίπαλοι βρίσκονταν σε εκ διαμέτρου αντίθετη ψυχολογική κατάσταση. Η απόκρουση των περσικών επιθέσεων και τα νέα ότι ο στόλος είχε επιτυχίες στο Αρτεμίσιο είχαν γεμίσει αισιοδοξία τους Έλληνες.Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους ανασυντάσσονται, επισκεύαζουν τις ασπίδες τους, αλλάζουν τα σπασμένα δόρατα με εφεδρικά και θάβουν πρόχειρα τους λίγους νεκρούς τους.Το στρατόπεδο μένει σιωπηλό, μόνο οι φλόγες από τις δάδες φωτίζουν τις σκιές των οπλιτών που ετοιμάζονταν για την επόμενη μέρα.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Α' ΜΕΡΟΣ .https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_9.html
Β΄ ΜΕΡΟΣ ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_12.html
Οι Πέρσες αποσύρθηκαν εξαντλημένοι και αποδεκατισμένοι,ο Ξέρξης αρχίζει να πιέζεται από τις περιστάσεις.Αποφασίζει να ρίξει στη μάχη ό,τι καλύτερο διαθέτει ,το επίλεκτο σώμα των «Αθανάτων», δέκα χιλιάδες άνδρες, οι καλύτεροι και πιο άρτια εξοπλισμένοι του στρατού του.
Ο Λεωνίδας, προκειμένου να μην υποβάλει και πάλι τους άνδρες του στον καταιγισμό των περσικών βελών, αποφασίζει να εφαρμόσει τέχνασμα: προσποιείται ότι υποχωρεί. Οι Σπαρτιάτες οπισθοχωρούν αργά, διατηρώντας τη συνοχή της φάλαγγας. Με προσυμφωνημένο σήμα –πιθανότατα σάλπισμα– ο ίδιος υποχωρεί μαζί τους.
Οι «Αθάνατοι», πιστεύοντας ότι ο εχθρός σπάει, ορμούν με ορμή για να τους διαλύσουν. Ο Ξέρξης, βλέποντας από μακριά, αναθαρρεί. Όμως, οι επίλεκτοι άνδρες του παρασύρονται βαθιά μέσα στο στενό, εκεί όπου ο χώρος περιορίζεται ακόμη περισσότερο και η κίνηση των πολλών γίνεται αδύνατη.
Τότε, με ένα δυνατό σύνθημα, η οπισθοχώρηση σταματά. Οι πρώτες σειρές χαμηλώνουν τα δόρατα, και ο τοίχος από ασπίδες και μέταλλο ορθώνεται ξανά. Η αντεπίθεση είναι ακαριαία και ανελέητη.
Τα δόρατα χτυπούν με τρομακτική δύναμη. Οι εμπροσθοφυλακές των Περσών πέφτουν η μία μετά την άλλη, ενώ οι πίσω σειρές, ανήμπορες να κινηθούν, σπρώχνουν μάταια προς τα εμπρός, τσαλαπατώντας με την πίεση τους ίδιους τους συντρόφους τους. Οι Σπαρτιάτες, με ακρίβεια μηχανής, πλήττουν, υποχωρούν μισό βήμα, ξαναχτυπούν, και όταν ένα δόρυ σπάει, το αντικαθιστούν με άλλο από τις πίσω σειρές.
Το τέχνασμα είχε πετύχει πέρα από κάθε προσδοκία. Το επίλεκτο σώμα του Ξέρξη, πληγωμένο και αποδεκατισμένο, υποχώρησε ντροπιασμένο. Ο Πέρσης βασιλιάς, παρακολουθώντας από τον θρόνο του, άρχισε να καταρρέει ψυχολογικά μπροστά στην αδυναμία του να κάμψει την αντίσταση μιας χούφτας ανδρών.
Ασφαλώς, οι Πέρσες δεν ήταν δειλοί ούτε κακής ποιότητας στρατιώτες. Όμως, ούτε ο εξοπλισμός τους ήταν κατάλληλος, ούτε είχαν εκπαιδευτεί για τέτοιου είδους μάχη σώμα με σώμα σε στενά περάσματα.
Οργισμένος ο Ξέρξης διατάζει νέα επίθεση με όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις, αδιαφορώντας για τις απώλειες. Η λογική του ήταν απλή: οι λιγότεροι Έλληνες κάποια στιγμή θα κουραστούν και θα υποχωρήσουν.
Στο ελληνικό στρατόπεδο επικρατούσε τώρα αισιοδοξία — ίσως μεγαλύτερη από ό,τι θα έπρεπε. Πολλοί πολεμιστές ζητούσαν να βγουν από το τείχος και να καταδιώξουν τους εχθρούς. Με κόπο, ο Λεωνίδας προσπαθούσε να τους συγκρατήσει, υπενθυμίζοντάς τους ότι δεν είχε ακόμη εμπλακεί ολόκληρος ο περσικός στρατός και ότι υπήρχε και το ισχυρό περσικό ιππικό.
Η τακτική των Περσών τοξοτών, που προσπαθούσαν να τους καταβάλουν με καταιγισμό βελών, αντιμετωπιζόταν με τη φάλαγγα. Οι Έλληνες προχωρούσαν σταθερά εναντίον τους, αποφασισμένοι να φέρουν τη σύγκρουση σε μάχη σώμα με σώμα. Μόλις έφταναν σε απόσταση κρούσης, τους δοράτιζαν και τους απωθούσαν με τις βαριές ασπίδες τους. Υπήρχαν, βέβαια, τραυματισμοί από βέλη που έβρισκαν τα ελάχιστα εκτεθειμένα σημεία του σώματός τους, αλλά οι απώλειες αυτές παρέμεναν περιορισμένες.
Οι Ασιάτες, συνηθισμένοι να πολεμούν σε ανοιχτή διάταξη για να χρησιμοποιούν ελεύθερα τα όπλα τους, δεν μπορούσαν να σταματήσουν την ελληνική προέλαση ούτε να αντισταθούν στον όγκο της φάλαγγας. Κυριολεκτικά θερίζονταν. Όταν οι στρατιώτες του Ξέρξη επιχειρούσαν να υποχωρήσουν, άλλοι, με μαστίγια στα χέρια, τους έσπρωχναν ξανά προς το μέτωπο της μάχης.
Ο Λεωνίδας δεν επαναπαύεται. Γνώριζει ότι η μάχη θα διαρκέσει και πρέπει να διατηρήσει τις δυνάμεις του ακέραιες. Έτσι, δεν ρίχνει όλους τους πολεμιστές του ταυτόχρονα στη μάχη, αλλά κατά πόλη. Σε κάθε επίθεση, οι άνδρες από μία πόλη αναλαμβάνουν το μέτωπο, ενώ οι υπόλοιποι ξεκουράζονται.
Όταν η πρώτη ομάδα κουραζόταν, έμπαινε στη θέση της μια άλλη, φρέσκια,ανυπόμονη να χτυπηθεί με τον εχθρό. Πολεμούσαν δίπλα σε συμπολίτες, συγγενείς και φίλους, αποφασισμένοι να μη φανούν κατώτεροι. Έτσι η φάλαγγα παρέμενε πάντα συμπαγής και σφριγηλή, ενώ οι Πέρσες, χωρίς τέτοιες εναλλαγές, εξαντλούνταν και αποδιοργανώνονταν.
Ο Ξέρξης αναγκάστηκε να ρίξει στη μάχη και τους Λυδούς, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ήταν οπλισμένοι κατά τον ελληνικό τρόπο. Ωστόσο, ο βασιλιάς δεν τους είχε εμπιστοσύνη, εξαιτίας των συχνών στασιαστικών τους τάσεων. Παρά την πυκνή διάταξη και τον βαρύ οπλισμό τους, ούτε αυτοί κατάφεραν να πετύχουν κάτι ουσιαστικό.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από τα στενά των Θερμοπυλών, και οι δύο στρατοί ετοιμάζονταν για την τρίτη μέρα μάχης. Ο αστάθμητος παράγοντας θα αποδειχθεί καθοριστικός για τις εξελίξεις. Μέλη της φρουράς του βασιλιά σέρνουν μπροστά του έναν Τραχίνιο με το όνομα Εφιάλτης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια. Με αντάλλαγμα μια γενναία αμοιβή, προτίθεται να οδηγήσει τα περσικά τμήματα μέσω ενός ορεινού μονοπατιού στα νώτα των ελληνικών θέσεων.
Με εντολή του Ξέρξη, ο Υδάρνης και οι άνδρες του ξεκινούν με τη δύση του ήλιου την πορεία τους στα βουνά. Οι Φωκείς, που είχαν την ευθύνη φύλαξης του περάσματος, αντιλήφθηκαν την κίνηση και ετοιμάστηκαν να τους αντιμετωπίσουν. Για μια στιγμή, οι Πέρσες θεώρησαν ότι απέναντί τους βρίσκονταν Σπαρτιάτες· όμως ο Εφιάλτης τους διαβεβαίωσε ότι ήταν Φωκείς. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οι Πέρσες τους προσπέρασαν και συνέχισαν την πορεία τους.
Οι Έλληνες,χωρίς να γνωρίζουν ακόμα την προδοσία,έκαναν τις συνηθισμένες εργασίες και προπαρασκευές για την επόμενη μέρα.Λίγο μετά τα μεσάνυχτα,ένας Ίωνας αυτόμολος από τον περσικό στρατό παρουσιάστηκε στο ελληνικό στρατόπεδο και ζήτησε να δει τον βασιλιά,ενημερώνοντας τον για την κυκλωτική κίνηση των Περσών.
Ο Λεωνίδας δεν χάνει το κουράγιο του· επιμένει ότι ακόμη και το ορεινό πέρασμα μπορεί να αποκλειστεί. Οι υπόλοιποι Έλληνες, όμως, στο πολεμικό συμβούλιο που συγκαλείται άμεσα, περνούν γρήγορα από την υπερβολική αισιοδοξία στον πανικό. Οι περισσότεροι αποφασίζουν να αποχωρήσουν. Ο βασιλιάς της Σπάρτης μένει με το επίλεκτο σώμα των Τριακοσίων, τους 700 Θεσπιείς — προερχόμενους από την κοντινή πόλη της περιοχής — και 400 Θηβαίους, που πιθανότατα τους κράτησε μαζί του επειδή η πόλη τους ήταν ύποπτη για μηδισμό.
Γιατί, όμως, έμεινε ο Λεωνίδας; Ήταν ο χρησμός της Πυθίας, που μιλούσε για την καταστροφή της Σπάρτης ή τον θάνατο του βασιλιά της; Ήταν οι αδυσώπητοι νόμοι της πόλης, που δεν επέτρεπαν στους Σπαρτιάτες την υποχώρηση; Ή μήπως η πιεστική ανάγκη να καθυστερήσουν τον εχθρό και το ιππικό του, ώστε να δοθεί χρόνος στους υποχωρούντες συμμάχους να σωθούν;
Όποια κι αν ήταν η αιτία, ο Λεωνίδας και οι οπλίτες που στάθηκαν δίπλα του πέρασαν στο πάνθεον της παγκόσμιας ιστορίας, ως σύμβολα ανδρείας, αφοσίωσης και αυτοθυσίας.
Βλέποντας ότι δεν απέμενε τίποτα άλλο, ούτε για τον ίδιο ούτε για τους άνδρες που είχαν μείνει στο πλευρό του, πέρα από το να πεθάνουν σκοτώνοντας όσο το δυνατόν περισσότερους εχθρούς, ο Λεωνίδας αποφάσισε να μην περιοριστεί στην απλή άμυνα. Βγαίνοντας από το τείχος, εκείνος και οι πολεμιστές του χτύπησαν με όλη τους τη δύναμη την πρώτη γραμμή των Περσών. Πολλοί από τους αντιπάλους έπεσαν νεκροί — άλλοι από τα ελληνικά δόρατα, άλλοι πέφτοντας στα νερά της θάλασσας που ήταν δίπλα στο πεδίο της μάχης, και άλλοι ποδοπατήθηκαν από τους ίδιους τους συντρόφους τους στην πίεση της φυγής.
Όμως τα περσικά στίφη έμοιαζαν ατελείωτα. Οι αρχηγοί τους, με φωνές και μαστίγια, έσπρωχναν συνεχώς νέες φάλαγγες μπροστά. Τα περισσότερα ελληνικά δόρατα είχαν ήδη σπάσει· τότε οι Σπαρτιάτες έβγαλαν από τις θήκες τα κοντά τους ξίφη. Στη διάρκεια της λυσσαλέας σύγκρουσης, ο Λεωνίδας έπεσε νεκρός. Γύρω από το σώμα του ξέσπασε μανιασμένη μάχη· οι βασιλικοί Σπαρτιάτες πάλευαν απεγνωσμένα για να το ανακτήσουν και να το προστατεύσουν.
Ο θάνατος του βασιλιά σήμανε την αρχή του τέλους. Οι Θηβαίοι, βλέποντας τον Λεωνίδα νεκρό, παραδόθηκαν. Ο Ξέρξης, αργότερα, θα διατάξει να πυρώσουν τα μέτωπά τους ως τιμωρία για την προηγούμενη αντίστασή τους. Οι Σπαρτιάτες και οι Θεσπιείς που απέμειναν υποχώρησαν προς το τείχος, την ώρα που από τα νώτα εμφανίστηκε ο Υδάρνης με τους «Αθάνατους».
Τότε δόθηκε η τελευταία μάχη. Κανείς δεν παραδόθηκε. Οι Πέρσες δεν τόλμησαν να πλησιάσουν σε αυτούς που η απελπισία είχε μετατρέψει σε δαίμονες της καταστροφής. Το τέλος ήρθε από μακριά: βολές ακοντίων και βροχή από βέλη έπεσαν πάνω στους τελευταίους υπερασπιστές. Ένας-ένας έπεφταν, ώσπου κανείς δεν έμεινε όρθιος.
Οι Πέρσες τελικά επικράτησαν και διέβηκαν το στενό. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, η αντίσταση των Ελλήνων στις Θερμοπύλες κόστισε στον Ξέρξη την απώλεια είκοσι χιλιάδων ανδρών. Κυριευμένος από απύθμενο μίσος, ο βασιλιάς διέταξε να αναζητήσουν το σώμα του Λεωνίδα, να το αποκεφαλίσουν και να το ανασκολοπίσουν, πράξη σπάνια για τα ήθη των Περσών.
Οι Έλληνες που έπεσαν στο πεδίο της μάχης — άνδρες ξεχωριστοί, όπως ο ίδιος ο Λεωνίδας, ο Θεσπιέας Διθύραμβος, ο μάντης Μεγιστίας που προείδε την ήττα αλλά επέλεξε να μείνει, οι τριακόσιοι Σπαρτιάτες και οι επτακόσιοι Θεσπιείς — κατέκτησαν, κατά έναν παράδοξο αλλά αληθινό τρόπο, τη νίκη: νίκη απέναντι στον χρόνο και τη λήθη. Ο θάνατος αποδείχθηκε πολύ μικρός για να τους νικήσει.
Η μάχη αυτή μνημονεύεται στους αιώνες ως το ύψιστο παράδειγμα θυσίας και ηρωισμού, τόσο ισχυρό ώστε να επισκιάζει κάθε συζήτηση για τον τελικό νικητή.
Οι νεκροί θάφτηκαν εκεί όπου έπεσαν. Μετά την οριστική εκδίωξη των Περσών, υψώθηκε στον τόπο της θυσίας μνημείο, όπως περιγράφει ο Ηρόδοτος, με τρία επιγράμματα:
· Το πρώτο, αφιερωμένο στη γενναιότητα των Πελοποννησίων.
· Το δεύτερο, τιμητικό προς τον μάντη Μεγιστία που έμεινε στη θέση του, αν και γνώριζε την καταστροφή.
· Και το τρίτο, το πλέον συγκλονιστικό του ποιητή Σιμωνίδη, που πέρασε στην αιωνιότητα:
«Ὦ
ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε
κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.»
«Ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμονίους ότι εδώ
κειτόμαστε, υπακούοντας στους νόμους τους.»






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου