M Α Κ Ε Δ Ο Ν Ι Κ Ο Σ Α Γ Ω Ν Α Σ (1904-1908) Ο «ΑΚΗΡΥΧΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

Αν προχωρήσω, ακολουθήστε με…
Αν υποχωρήσω, σκοτώστε με…
Αν σκοτωθώ, εκδικηθείτε με…
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (Μίκης Ζέζας) Ανθ/λγός Πυροβολικού
 
"Όσοι Έλληνες θυσίασαν αυτοβούλως τη ζωή τους υπερασπίζοντας τα βόρεια σύνορά μας,όσοι πότισαν με το αίμα τους την ιερή γη της Μακεδονίας, κοιμώνται τον άγρυπνο ύπνο της αθανασίας".
 

 
 
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 
 
  M Α Κ Ε Δ Ο Ν Ι Κ Ο Σ Α Γ Ω Ν Α Σ (1904-1908) Ο «ΑΚΗΡΥΧΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ,επώνυμοι και ανώνυμοι.Σήμερα στην αχλή των σύγχρονων πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων,ο Μακεδονικός Αγώνας σκοπίμως υποτιμάται η αποσιωπάται,ίσως γιατί η μελέτη του δεν εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας ή ενοχλεί όσους επιδιώκουν να αμβλύνουν την ιστορική μνήμη του ελληνισμού.

Με τον όρο «Μακεδονικός Αγώνας» χαρακτηρίζουμε την ένοπλη και πολιτική σύγκρουση που διεξήχθη στην περιοχή της Μακεδονίας, η οποία τότε βρισκόταν υπό Οθωμανική κυριαρχία, κατά την περίοδο 1904–1908. Βασικοί αντίπαλοι στον αγώνα αυτό ήταν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, με σημαντική εμπλοκή και των Οθωμανών, αλλά και των Σέρβων και Ρουμάνων, που διεκδικούσαν και αυτοί μερίδιο επιρροής στην περιοχή.

Ο Μακεδονικός Αγώνας παρουσιάζει στοιχεία που τον διαφοροποιούν από τους συνήθεις πολέμους. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο και άτυπο πόλεμο, χωρίς επίσημη κήρυξη και χωρίς τη συμμετοχή τακτικών στρατών. Δεν διεξάγονται κλασικές μάχες σε ανοιχτό πεδίο,αλλά κυρίως ανταρτοπόλεμος, με αντάρτικες ομάδες που δρούσαν κυρίως στα χωριά, στα βουνά και στα δάση της μακεδονικής υπαίθρου. Ουσιαστικά, ήταν ένας αγώνας για την ψυχή των πληθυσμών, για την εθνική ταυτότητα και για την εκκλησιαστική και εκπαιδευτική επιρροή.

Η Μακεδονία στα τέλη του 19ου αιώνα

Η Μακεδονία, με την ευρύτερη περιοχή της, υπήρξε ένας σημαντικός εμπορικός και οικονομικός χώρος,αλλά ταυτόχρονα και μια πολυεθνοτική περιοχή, στην οποία συνυπήρχαν Έλληνες, Βούλγαροι, Σλάβοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Τούρκοι και Εβραίοι.Η πολυμορφία αυτή οφειλόταν αφενός στη διοικητική οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφετέρου στις συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις και εγκαταστάσεις που σημειώθηκαν ανά τους αιώνες.Αυτός ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Μακεδονίας ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο τα δύο νεοσύστατα κράτη, η Ελλάδα και η Βουλγαρία, εκδήλωσαν έντονο ενδιαφέρον να την εντάξουν στην επικράτειά τους.Επιπλέον, οι Σέρβοι και οι Ρουμάνοι προέβαλαν και αυτοί αξιώσεις για την περιοχή, αν και με μικρότερη ένταση και λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής κυριαρχίας, το όνομα «Μακεδονία» δεν χρησιμοποιούνταν σχεδόν καθόλου, ούτε ως εθνικός, ούτε ως γλωσσολογικός, ούτε καν ως γεωγραφικός προσδιορισμός καταγωγής. Η χρήση του ονόματος άρχισε να εμφανίζεται μόνο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυρίως σε εθνολογικούς χάρτες και περιγραφές Ευρωπαίων περιηγητών.

Την ίδια περίοδο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φθίνουσα πορεία και σιγά-σιγά κατέρρεε. Αυτό το κενό εξουσίας ενίσχυσε τη δράση των γειτονικών κρατών που διεκδικούσαν εδάφη και πληθυσμούς. Αρχικά, ο ανταγωνισμός εκδηλώθηκε με διπλωματικά, εκπαιδευτικά και εκκλησιαστικά μέσα· αργότερα μετατράπηκε σε ένοπλη σύγκρουση, αρχικά στον Μακεδονικό Αγώνα (1904–1908) και κατόπιν στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913).

Οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι, εμπνεόμενοι από τον πανσλαβισμό που υποστηριζόταν έντονα από τη Ρωσία, επιδίωκαν να επεκτείνουν την επιρροή τους και να προσεταιρισθούν χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, συχνά με εκκλησιαστικά και πολιτισμικά μέσα.

Από την άλλη πλευρά, το νεοσύστατο και μικρό ακόμη ελληνικό κράτος,που ως τότε έφτανε έως τη Θεσσαλία,εμφορύμενο από τη Μεγάλη Ιδέα στράφηκε προς βορρά, επιδιώκοντας να ενσωματώσει τους "αλύτρωτους" ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας και να διατηρήσει την ελληνική παρουσία στην περιοχή.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Μακεδονία δεν αποτελούσε ενιαία διοικητική μονάδα. Αντίθετα, ήταν διοικητικά διασπασμένη σε τρία διαφορετικά βιλαέτια (επαρχίες), τα οποία οι Οθωμανοί αποκαλούσαν «προβληματικά βιλαέτια» λόγω της έντονης εθνοτικής και πολιτικής αστάθειας:

Το Βιλαέτι του Μοναστηρίου:περιλάμβανε περιοχές της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας, όπως η Φλώρινα, η Καστοριά, και το ίδιο το Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα).

Το Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης:κάλυπτε τη νότια και ανατολική Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Περιλάμβανε σημαντικά αστικά κέντρα όπως η Βέροια, οι Σέρρες, η Δράμα και το Σιδηρόκαστρο.

Το Βιλαέτι των Σκοπίων:είχε έδρα τα Σκόπια και περιλάμβανε περιοχές που σήμερα ανήκουν στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά και τμήματα της βόρειας μακεδονικής υπαίθρου.

Αυτή η διοικητική διάσπαση ευνόησε τις διεκδικήσεις των γειτονικών κρατών, καθώς δεν υπήρχε ξεκάθαρος γεωγραφικός ή πολιτικός προσδιορισμός της "Μακεδονίας". Έτσι, κάθε έθνος προσπαθούσε να επιβάλει τη δική του ερμηνεία, βασισμένο σε γλώσσα, εκκλησία, σχολεία ή πληθυσμούς.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Χριστιανοί της Μακεδονίας κατηγοριοποιούνταν κυρίως με βάση τη θρησκευτική/εκκλησιαστική τους ένταξη: αν ήταν Πατριαρχικοί (Έλληνες) ή Εξαρχικοί (Βούλγαροι). Οι Βούλγαροι ίδρυσαν την Εξαρχία το 1870 για να αποκτήσουν εκκλησιαστική ανεξαρτησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θεωρούσαν ότι προωθούσε την ελληνική εθνική επιρροή. Μέσω της Εξαρχίας, προσπάθησαν να ενισχύσουν την εθνική τους ταυτότητα και να ελέγξουν περιοχές όπως η Μακεδονία.


 

Σε γενικές γραμμές, οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας στα μέσα του 19ου αιώνα μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις γεωγραφικές ζώνες:

Η βόρεια ζώνη ξεκινά από τις οροσειρές του Σαρ-Σκάρδου και της Ρίλας και εκτείνεται προς νότο έως τη γραμμή της Αχρίδας, βόρεια του Μοναστηριού και της Στρώμνιτσας, φτάνοντας μέχρι το Μελένικο και το Νευροκόπι. Σε αυτή τη ζώνη κατοικούν σλαβόφωνοι πληθυσμοί που, μετά το 1870, προσχώρησαν στη Βουλγαρική Εξαρχία, ακολουθώντας τη βουλγαρική εθνική ιδεολογία. Το τοπικό ιδίωμα που μιλούν παρουσιάζει ισχυρή συγγένεια με τα βουλγαρικά.

Η νότια ζώνη εκτείνεται από τα σύνορα της Θεσσαλίας προς βορρά, κατά μήκος της γραμμής Πίνδου – Καστοριάς, και κατευθύνεται προς τις περιοχές βόρεια της Βέροιας, της Θεσσαλονίκης, μέχρι τις Σέρρες και τη Δράμα. Στην περιοχή αυτή διαβιούν κατά κύριο λόγο ελληνόφωνοι πληθυσμοί με ισχυρή ελληνική εθνική συνείδηση.

Η μεσαία ζώνη (κεντρική Μακεδονία) Αποτελεί την πιο ιδιόμορφη γεωγραφικά και εθνολογικά περιοχή. Ορίζεται στα βόρεια από μια νοητή ευθεία που εκτείνεται από τη λίμνη της Αχρίδας στο Κρούσοβο, στα νότια του Περλεπέ, και φτάνει μέχρι τον Νέστο, περιλαμβάνοντας πόλεις όπως η Στρώμνιτσα, το Πετρίτσι, το Μελένικο και το Νευροκόπι.

Στα νότια, η ζώνη ξεκινά από τον Γράμμο, διασχίζει τη μισή έκταση του καζά Καστοριάς, περνά νότια της Φλώρινας και της Έδεσσας, και συνεχίζει προς βόρεια της Κοζάνης, της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και της Δράμας. Εδώ διαμένουν σλαβόφωνοι, ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι και αλβανόφωνοι πληθυσμοί. Παρά τη γλωσσική ποικιλία, η μεγάλη τους πλειοψηφία διατήρησε την ελληνική εθνική συνείδηση ακόμη και μετά το 1870. Αυτό αποδεικνύεται από τους σκληρούς αγώνες τους για τη διατήρηση ελληνικών σχολείων και εκκλησιών.

Πρόκειται για τη ζώνη-κλειδί του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς διεκδικήθηκε με ιδιαίτερο πάθος τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους Βούλγαρους. Αξιοσημείωτο είναι ότι καμία ιστορική πηγή δεν αναφέρει την παρουσία Σέρβων ή "Μακεδόνων" ως διακριτές εθνικές ομάδες στην περιοχή αυτή κατά τον 19ο αιώνα.

   Ο βουλγαρικός εθνικισμός

Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν ήταν ένα γεγονός που ξέσπασε ξαφνικά· ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς γεωπολιτικών, εθνικών και πολιτισμικών διεργασιών που ωρίμαζαν για δεκαετίες. Από τη μια η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), αν και δεν τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή, πρόβλεπε μια "Μεγάλη Βουλγαρία" που περιλάμβανε σχεδόν όλη τη Μακεδονία. Αυτό ενίσχυσε τον βουλγαρικό εθνικισμό, και σε συνδυασμό με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), προκάλεσε συστηματική προσπάθεια εκβουλγαρισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας. Η σύγκρουση μεταφέρθηκε στο θρησκευτικό και εκπαιδευτικό πεδίο, καθώς όποιος ακολουθούσε την Εξαρχία θεωρείτο "Βούλγαρος", ενώ όσοι παρέμεναν πιστοί στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως θεωρούνταν "Έλληνες".

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα

Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 υπήρξε ένα ισχυρό πλήγμα για την ελληνική κοινωνία. Η Ελλάδα δεν φαινόταν ικανή να υπερασπιστεί ούτε καν τα εδάφη της, πόσο μάλλον να διεκδικήσει τη Μακεδονία. Αυτή η αδυναμία οδήγησε αρχικά σε αδράνεια, την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι Βούλγαροι για να επεκτείνουν την επιρροή τους, πολλές φορές με τη βία (κομιτατζήδες). 

 Από το 1904 και έπειτα, με ήρωες–σύμβολα όπως ο Παύλος Μελάς, αρχίζει η οργανωμένη αντίδραση. Η θυσία του Παύλου αποτελεί μέγιστο παράδειγμα για το πώς η δράση ενός και μόνο ανθρώπου μπορεί να κινητοποιήσει χιλιάδες.Δεν επρόκειτο μόνο για κρατική πρωτοβουλία· ήταν και αυθόρμητη λαϊκή απάντηση: ιερείς, δάσκαλοι, αγρότες και στρατιωτικοί πήραν μέρος στην ένοπλη αντίσταση. Υπήρχε δηλαδή ένα ισχυρό αίσθημα ταυτότητας και αυτοάμυνας του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας, που δεν ήθελε να βρεθεί υπό βουλγαρική κυριαρχία.
Η συνεργασία και η δράση τους πραγματοποιήθηκε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, με κίνδυνο της ζωής τους. Παρά την πτώχευση του 1893 και την ήττα του 1897, η εθνική ενότητα υπήρξε τότε χαλυβδωμένη και ισχυρή· η «Μεγάλη Ιδέα» συσπείρωνε τον λαό.

Ο επιτυχημένος τελικά Αγώνας έσωσε τη Μακεδονία και προετοίμασε το έδαφος για τους Βαλκανικούς Πολέμους.Αν χανόταν η Μακεδονία το ελληνικό κράτος θα ασφυκτιούσε εγκλωβισμένο στα στενά του σύνορα,θα αδυνατούσε να παίξει ρολο στην περιοχή ως μια υπολογίσιμη δύναμη και πιθανόν να ήταν ευκολότερος στόχος για κάθε επίδοξο κατακτητή.

Συνεχίζεται...

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις