ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ,ο ακήρυχτος πόλεμος της εθνικής ολοκλήρωσης ,β΄ μέρος

 

 

Η ΕΜΕΟ και η Εξέγερση του Ίλιντεν – Η απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα-Η ίδρυση του ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

 

Η δράση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), γνωστής και ως VMRO, καθώς και η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, αποτέλεσαν το προανάκρουσμα του Μακεδονικού Αγώνα και ανέδειξαν την ανάγκη για δυναμική ελληνική αντίδραση απέναντι στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία. Είχε προηγηθεί η τραγική κατάληξη του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η οποία προκάλεσε βαθύ σοκ στην ελληνική κοινωνία και ανέδειξε την αδυναμία της χώρας να υποστηρίξει επιτυχημένα τα εθνικά της αιτήματα.

Μπροστά στις εξελίξεις αυτές, οι μακεδονικοί κύκλοι των Αθηνών είχαν κάθε λόγο να ανησυχούν, καθώς τα μηνύματα από τη Μακεδονία ήταν ανησυχητικά. Το σπίτι του Παύλου Μελά στην Αθήνα είχε μετατραπεί σε άτυπο στρατηγείο, όπου ο ίδιος, μαζί με τον πεθερό του Στέφανο Δραγούμη, δεχόταν συνεχώς επισκέψεις από Μακεδόνες – κυρίως από την Καστοριά και την Κοζάνη – ενώ διατηρούσε στενή επικοινωνία με σημαίνοντα πρόσωπα της περιοχής. Μετά τη διάλυση της Εθνικής Εταιρείας το 1900, λόγω της αποτυχίας της στον πόλεμο του 1897, εμφανίζονται νέοι σύλλογοι και οργανώσεις με επίκεντρο τη Μακεδονία.

Η ΕΜΕΟ ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη από Βούλγαρους εθνικιστές, αρχικά με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Αν και παρουσίαζε τον αγώνα της ως εθνικοαπελευθερωτικό, στην πράξη λειτούργησε ως όργανο της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής με σκοπό την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Δημιούργησε εκτεταμένο δίκτυο τοπικών επιτροπών και ένοπλων σωμάτων υπό την ηγεσία των Βοεβόδων. Οι κομιτατζήδες επέβαλλαν την κυριαρχία τους στην ύπαιθρο μέσω βίας και τρομοκρατίας: δολοφονούσαν Πατριαρχικούς ιερείς, δασκάλους και προκρίτους, προσπαθώντας να αποσπάσουν τους σλαβόφωνους από την επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να τους εντάξουν στη Βουλγαρική Εξαρχία.

Η κορύφωση της δράσης της ΕΜΕΟ ήρθε με την εξέγερση του Ίλιντεν, στις 2 Αυγούστου 1903. Η εξέγερση, αν και παρουσιάστηκε ως λαϊκή, είχε περιορισμένη λαϊκή συμμετοχή και συνάντησε καχυποψία ή και εχθρότητα από τους Πατριαρχικούς Έλληνες και σλαβόφωνους με ελληνική συνείδηση. Στο Κρούσοβο ιδρύθηκε για λίγες ημέρες η λεγόμενη «Κρούσεβσκα Ρεπούμπλικα», η οποία καταπνίγηκε σύντομα από τον οθωμανικό στρατό. Ωστόσο, μετά την καταστολή της, η βουλγαρική τρομοκρατία εντάθηκε, με πυρπολήσεις σχολείων και εκκλησιών, μαζικές εκτελέσεις και εξαναγκασμούς.

Απέναντι σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, το ελληνικό κράτος και η κοινωνία αντέδρασαν. Ήδη από τη δεκαετία του 1870, η ελληνική πολιτεία, με ηγέτη τον Χαρίλαο Τρικούπη, προωθούσε πολιτιστική διπλωματία και εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Μακεδονία μέσω συλλόγων και μυστικών οργανώσεων. Όμως, μετά το Ίλιντεν, έγινε σαφές ότι χρειαζόταν δυναμική και ένοπλη απάντηση.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνέβαλε καθοριστικά στην εθνική προσπάθεια, διορίζοντας δυναμικούς επισκόπους, όπως τον Γερμανό Καραβαγγέλη στην Καστοριά, τον Ιωακείμ Φορόπουλο στο Μοναστήρι και τον Χρυσόστομο Καλαφάτη στη Δράμα. Οι μητροπολίτες δεν περιορίστηκαν σε εκκλησιαστικά καθήκοντα, αλλά έλαβαν ενεργό ρόλο στην οργάνωση της αντίστασης και την προστασία των Πατριαρχικών πληθυσμών.

 

Καθοριστική ήταν επίσης η συμβολή των ελληνικών προξενείων. Ο Λάμπρος Κορομηλάς, νέος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, πρότεινε τη ριζική ενίσχυση του ρόλου των προξενικών αρχών στη στήριξη του ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα, ο Ίων Δραγούμης, ως πρόξενος στο Μοναστήρι, δημιούργησε πυκνό δίκτυο πληροφόρησης και δράσης μέσω της μυστικής οργάνωσης «Μακεδονική Άμυνα», την οποία συντόνιζε μαζί με άλλους Έλληνες διπλωμάτες και αξιωματικούς.


Η ανάγκη για συγκρότηση και συντονισμό της ένοπλης ελληνικής αντίστασης οδήγησε στην ίδρυση του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου τον Μάιο του 1904 στην Αθήνα. Ιδρυτής του ήταν ο Δημήτριος Καλαποθάκης, δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Εμπρός», η οποία αποτέλεσε κέντρο πληροφόρησης και κινητοποίησης. Το Κομιτάτο στελεχώθηκε από αξιωματικούς, διπλωμάτες, πνευματικούς ανθρώπους και εύπορους πολίτες και είχε στόχο την αποστολή εθελοντών, τη χρηματοδότηση του Αγώνα και τη στήριξη των τοπικών πληθυσμών.

 

Παρότι δεν ήταν κρατική οργάνωση, το Κομιτάτο λειτουργούσε με τη σιωπηρή συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης και σε άμεση συνεργασία με τα ελληνικά προξενεία στη Μακεδονία. Η σύνδεσή τους ήταν ιδιαίτερα σημαντική: από τη μία, το Προξενείο, ιδίως της Θεσσαλονίκης με τον Λάμπρο Κορομηλά, είχε την ευθύνη των διπλωματικών κινήσεων και της τήρησης της νομιμότητας έναντι των οθωμανικών αρχών, και από την άλλη, το Κομιτάτο αναλάμβανε την εκτέλεση των επιχειρήσεων σε τοπικό επίπεδο.Η δράση του Κομιτάτου οργανωνόταν από τα σώματα των «Μακεδονομάχων», τα επονομαζόμενα «σχολεία», ενώ οι ίδιοι οι μαχητές αποκαλούνταν «μαθητές». Το Κομιτάτο φρόντιζε για τη μισθοδοσία τους και διατηρούσε κώδικες, συνθηματικά και αυστηρή ιεραρχία, με κεντρικά πρόσωπα αξιωματικούς από όλη την Ελλάδα.Ξεχωριστή ήταν η συμβολή Κρητών εθελοντών, όπως του Γεωργίου Κατεχάκη και του Γεωργίου Τσόντου.


 

 Ο Παύλος Μελάς,παρακινημένος και από την αλληλογραφία του με τον Ίωνα Δραγούμη, ανέλαβε προσωπική δράση. Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους αξιωματικούς όπως οι Παπούλιας, Κοντούλης και Κολοκοτρώνης, πραγματοποίησε μυστική αποστολή στη Μακεδονία για να διαπιστώσει την κατάσταση επιτόπου. Το καλοκαίρι επέστρεψε οργανωμένος, ιδρύοντας ανταρτικά σώματα. 

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει και η τρίτη περιοδεία του Παύλου Μελά στη Μακεδονία — η οποία διακόπηκε από τον πρόωρο θάνατό του στη Σιάτιστα, στις 13 Οκτωβρίου 1904 — προκειμένου να ξεκινήσει η αποστολή ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στα ελληνικά βουνά. Ο θάνατός του συγκλόνισε τον Ελληνισμό και προκάλεσε θυελλώδη συλλαλητήρια στην Αθήνα, που απαιτούσαν εκδίκηση και κινητοποίηση. Τα γεγονότα αυτά έκαμψαν οριστικά τους δισταγμούς της κυβέρνησης Θεοτόκη. Από το φθινόπωρο του 1904 και μετά, εγκαταλείπεται οριστικά η τακτική της ευγενούς διπλωματίας και τη θέση της παίρνει ο ένοπλος Αγώνας.

Στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι το καλοκαίρι του 1908 — την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα — δεκάδες ένοπλα αντάρτικα σώματα έδρασαν στη μακεδονική γη. Επικεφαλής τους τέθηκαν Έλληνες αξιωματικοί που παραιτούνταν μαζικά από τις θέσεις τους, ενώ τα σώματα στελεχώνονταν με άνδρες από σχεδόν όλες τις περιοχές του ελεύθερου αλλά και του υπόδουλου Ελληνισμού, όπως η Μάνη, η Κρήτη, η Μικρά Ασία και η Κύπρος.

Σε χωριά — κυρίως — αλλά και λιγότερο στις πόλεις, σε δάση και βουνά της Μακεδονίας και στη λίμνη των Γιαννιτσών, διεξήχθη μια σκληρή ένοπλη σύρραξη ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους αντάρτες, με όλα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού ανταρτοπολέμου. Σταδιακά, οι Έλληνες άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν το χαμένο έδαφος και να επανακτούν τα ερείσματά τους, ιδιαίτερα στους Ορθόδοξους Σλαβόφωνους πληθυσμούς. Η ελληνική δράση ήταν τόσο συγκροτημένη και επιτυχημένη, ώστε μέχρι τις αρχές του 1908 οι ελληνικές αντάρτικες ομάδες είχαν καταφέρει να αναχαιτίσουν τη βουλγαρική διείσδυση στη μεσαία και νότια ζώνη, επεκτείνοντας τη δράση τους ακόμη και στη βόρεια Μακεδονία. Το γεγονός αυτό συνιστά μια σημαντική πολιτική και στρατιωτική επιτυχία, που αναπτέρωσε το φρόνημα του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Το Κίνημα των Νεοτούρκων, με τις υποσχέσεις φιλελευθεροποίησης και παραχώρησης δικαιωμάτων στις μειονότητες — υπό την προϋπόθεση της παύσης των εχθροπραξιών — ανέκοψε την ελληνική δράση λίγο προτού παγιώσει τα αποτελέσματά της. Έλληνες και Βούλγαροι εγκατέλειψαν τα βουνά και κατέθεσαν τα όπλα, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις διακηρύξεις των Οθωμανών.

Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν είχε άμεσο εδαφικό αποτέλεσμα, αλλά κατάφερε να σταθεροποιήσει την ελληνική παρουσία στη Μακεδονία και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή και τελική νίκη της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913), που οδήγησαν στην απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής και την ενσωμάτωσή της στον ελληνικό εθνικό κορμό.


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 




 






 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις