Η καθημερινή ζωή των Μακεδονομάχων

 

Ερχόμενη στην εξουσία τον Δεκέμβριο του 1903, και έπειτα από τα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης του Ίλιντεν, η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη,παρά την αναβλητικότητα και διστακτικότητά της, δεν είχε άλλη διέξοδο από την προετοιμασία για την καταφυγή σε ένοπλο αγώνα. Την προπαρασκευή αυτή είχε ήδη αναλάβει ο Μητροπολίτης Καστοριάς, Γερμανός Καραβαγγέλης, με τη συνεργασία αξιωματικών και εθελοντών που θα συγκροτούσαν τα σώματα των Μακεδονομάχων. Ο αγώνας που ακολούθησε ήταν ένας ιδιότυπος, ανορθόδοξος πόλεμος, με μυστική δράση σε οθωμανικό έδαφος, χωρίς καθορισμένη γραμμή μετώπου. Σκοπός του ήταν η προστασία των ελληνικών πληθυσμών από τη δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων και η προσέγγιση των σλαβόφωνων κατοίκων, που συχνά άλλαζαν στρατόπεδο ανάλογα με την επικράτηση κάθε πλευράς.


 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

"Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι θα διαφυλάξω το μυστικό. Ότι θα εργάζομαι με όλην την ψυχήν μου και την καρδίαν μου προς εξόντωση των Βουλγάρων κακούργων και προς επιτυχίαν της ελευθερίας της Πατρίδος μου Μακεδονίας. Εις τους εχθρούς της πατρίδος μου δεν θα μαρτυρύσω το παραμικρόν ακόμη και αν μου βάλουν το μαχαίρι στον λαιμόν. Αν παραβώ τον όρκο μου ο θεός ας με τιμωρήσει και οι ελευθερωταί της πατρίδος μου ας με κομματιάσουν και η αμαρτία να είναι στον λαιμό". 

ο όρκος του Μακεδονομάχου 

 

Ο Μακεδονικός Αγώνας ξεκίνησε από την περιοχή της Καστοριάς, και ειδικότερα από τα Κορέστεια, και επεκτάθηκε σταδιακά σε όλη τη γεωγραφική Μακεδονία: Μοναστήρι, Γευγελή, Δοϊράνη, Στρώμνιτσα, Μελένικο, Γιαννιτσά, Νάουσα, Έδεσσα, Κιλκίς, Σέρρες και Δράμα. Ο κύριος λόγος της ελληνικής αντίδρασης ήταν η προσπάθεια των βουλγαρικών κομιτάτων να προσηλυτίσουν τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς στη Βουλγαρική Εξαρχία, μέσω βίας, εξαγοράς και υποσχέσεων για κοινωνική άνοδο. Όταν αυτά τα μέσα αποτύγχαναν, κατέφευγαν σε σφαγές και πυρπολήσεις, προκαλώντας την ελληνική αντίδραση και οδηγώντας σε έναν ανελέητο αγώνα αλληλοεξόντωσης.

Η Αθήνα, αν και επίσημα δεν μπορούσε να παρέμβει, παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις και υποστήριζε τη δράση μέσω πλαγίων οδών. Έτσι, ένας αμείλικτος μυστικός πόλεμος ξεκίνησε. Από τους πρώτους που συμμετείχαν ήταν ο Καπετάν Κώττας, από το χωριό Ρούλια στα Κορέστεια, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Μητροπολίτη Γερμανό για την οργάνωση ενόπλων τμημάτων  στην Καστοριά και τη Φλώρινα. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης, με φλογερό πάθος, πολλές φορές επισκεπτόταν ένοπλος τα χωριά για να ανοίξει εκκλησίες που είχαν σφραγιστεί από Βουλγάρους και να αναπτερώσει το ηθικό των κατοίκων.

Αποτέλεσμα των εκκλήσεων του ήταν η ίδρυση του Μακεδονικού Κομιτάτου, στις 22 Μαΐου 1904, στην Αθήνα, στα γραφεία της εφημερίδας Εμπρός. Πρόεδρος ήταν ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλαποθάκης, ενώ ανάμεσα στα ιδρυτικά και σημαίνοντα μέλη βρίσκονταν οι: Στέφανος Δραγούμης, Ιωάννης Ράλλης, Νικόλαος Πολίτης, καθώς και οι αξιωματικοί Παύλος Μελάς, Κωνσταντίνος Μαζαράκης, Κωνσταντίνος Σμολένσκης και άλλοι. Το Κομιτάτο οργάνωνε τη μυστική αποστολή ανδρών και οπλισμού στη Μακεδονία, κυρίως από περιοχές όπως η Κρήτη και η Μάνη. Ο Καλαποθάκης είχε τον συντονισμό από την Αθήνα, ενώ διατηρούσε συνεχή επικοινωνία με τον πρόξενο Θεσσαλονίκης Λάμπρο Κορομηλά και μέλη της κυβέρνησης.

Η πιο επίσημη συμμετοχή του κράτους σημειώθηκε όταν, τον Ιανουάριο του 1904, ο Καπετάν Κώττας ταξίδεψε στην Αθήνα και συναντήθηκε, με τη μεσολάβηση του Στέφανου Δραγούμη, με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, γεγονός που προσέδωσε θεσμική κάλυψη στον Αγώνα.

Η δράση του Παύλου Μελά, το πέρασμά του στη Μακεδονία και ο θάνατος του νεαρού Έλληνα ευπατρίδη αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα που πυροδότησε την κινητοποίηση του Ελληνισμού και οδήγησε στην αποστολή ένοπλων σωμάτων στην περιοχή.

Τον Μακεδονικό Αγώνα συντόνιζαν από τέσσερις κομβικές θέσεις: ο Γερμανός Καραβαγγέλης από την Καστοριά, ο Ίων Δραγούμης από το προξενείο στο Μοναστήρι, ο Λάμπρος Κορομηλάς από τη Θεσσαλονίκη και ο Δημήτριος Καλαποθάκης από την Αθήνα. Η συνεργασία αυτών των προσώπων υπήρξε καθοριστική για την επιτυχία και την  οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα.

 


 Μετάβαση

Η μετάβαση στη Μακεδονία ήταν από μόνη της μια δύσκολη και επικίνδυνη επιχείρηση. Οι Μακεδονομάχοι μετακινούνταν προς τον τομέα δράσης τους κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώστε να αποφεύγουν τα οθωμανικά αποσπάσματα και να προφυλάσσονται από τις επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων, οι οποίοι διέθεταν καλά οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών. Μέχρι την Επανάσταση των Νεότουρκων (1908), περισσότεροι από 80 αξιωματικοί του ελληνικού στρατού έδρασαν στη Μακεδονία ως αρχηγοί αντάρτικων σωμάτων, ενώ πολλοί από τους άνδρες ήταν βετεράνοι του Κρητικού Αγώνα.Οι στρατιωτικές ικανότητες και η εμπειρία αυτών των μαχητών συνέβαλαν σημαντικά στην αποτελεσματικότητα του αγώνα.

Μετακινήσεις-Επιχειρήσεις-διαμονή 

Η συνεχής νυχτερινή μετακίνηση περιόριζε τον χρόνο ξεκούρασης, ενώ ακόμη και την ημέρα οι άνδρες ζούσαν σε κατάσταση υπερέντασης, υπό τον φόβο αιφνιδιαστικής επίθεσης ή προδοσίας. Προσαρμόστηκαν γρήγορα σε έναν τρόπο ζωής όπου κοιμούνταν τη μέρα και κινούνταν τη νύχτα. 

Ο καιρός αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα. Οι επιχειρήσεις περιορίζονταν κυρίως από την άνοιξη έως τα μέσα φθινοπώρου, ενώ κατά τον χειμώνα τα σώματα καθηλώνονταν από το χιόνι και το κρύο, προσπαθώντας απλώς να επιβιωσουν. Σε αρκετές περιπτώσεις, αναφέρονται σοβαρές απώλειες από τις κακουχίες και τις ασθένειες που προκαλούσαν οι δύσκολες πορείες σε βροχή και πάγο.


Οι διανυκτερεύσεις σε κατοικημένες περιοχές γίνονταν σε επιλεγμένα σπίτια, με τη βοήθεια των τοπικών εθνικών επιτροπών, κατά προτίμηση σε πατριαρχικά χωριά, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Πριν την είσοδο στο χωριό, αποστελλόταν προπομπός για να επιβεβαιώσει την ασφάλεια της τοποθεσίας, καθώς η είσοδος σε ένα χωριά ήταν από μόνη της μια εξαιρετικά επικίνδυνη επιχείρηση. Σε περίπτωση ανάγκης, οι αντάρτες κρύβονταν σε κρύπτες,τις λεγόμενες "κρυψώνες", ώστε να αποφεύγουν τους ελέγχους των Τούρκων ή  τις επιθέσεις των Βουλγάρων.


Στην ύπαιθρο, η διαμονή γινόταν σε αυτοσχέδιες κατασκευές: καλύβες, σπηλιές και δάση, «με την κάπαν και τον ουρανό για σκέπασμα». Ειδικά στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών, που αποτελούσε φυσικό καταφύγιο αλλά και δύσβατο πολεμικό πεδίο, χρησιμοποιούσαν καλύβες φτιαγμένες από λάσπη, ξύλα και καλάμια, για να προστατευτούν από την υγρασία και το ψύχος.

Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονταν όχι μόνο από τις φυσικές συνθήκες αλλά και από την ελλιπή ή λανθασμένη πληροφόρηση. Συχνά, τα σώματα έπεφταν σε ενέδρες ή εμπλέκονταν σε πολύωρες μάχες χωρίς ξεκάθαρο αποτέλεσμα, γεγονός που προκαλούσε σωματική και ψυχολογική κόπωση. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη για στιγμές ξεκούρασης και ανθρώπινης ανάπαυλας δεν έλειπε. Όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, άναβαν φωτιές για να στεγνώσουν και να ζεσταθούν, ενώ σε ασφαλή χωριά δεν ήταν σπάνιο να στήνονται πρόχειρα γλέντια με κρασί, φαγητό και τραγούδι. Τότε φούντωναν οι αφηγήσεις για πολεμικά κατορθώματα, δεν έλειπαν όμως και οι αντιζηλίες ή οι στιγμές έντασης μεταξύ των μαχητών.

Για την ασφάλειά τους, τα σώματα απέφευγαν τους κεντρικούς δρόμους. Κινούνταν σε ορεινά μονοπάτια, μέσα από δασικές εκτάσεις ή κοντά σε νερό, προσπαθώντας,όσο μπορούν, να είναι κοντά σε ένα καταφύγιο και έναν σύντομο προορισμό. Η καθημερινότητά τους, γεμάτη κόπο, κίνδυνο και αυτοθυσία,είναι η απόδειξη της αυτοθυσίας αυτών των ανδρών για την υπεράσπισης της Μακεδονίας.

Μεταφορά οπλισμού 

Η μεταφορά του οπλισμού και των πολεμοφοδίων προς τη Μακεδονία αποτελούσε μια από τις πιο κρίσιμες και επικίνδυνες επιχειρήσεις. Για την κεντρική Μακεδονία, τα φορτία μεταφέρονταν με απόλυτη μυστικότητα μέσω του Στομίου Λάρισας, και από εκεί με πλοιάρια κατά τη διάρκεια ασέληνων νυχτών κατευθύνονταν προς απομονωμένες ακτές, όπως ο Πλαταμώνας, το Λιτόχωρο, αλλά και το ίδιο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Οι νυχτερινές μετακινήσεις ήταν απαραίτητες για την αποφυγή του εντοπισμού από τις οθωμανικές αρχές και τους πληροφοριοδότες των Βουλγάρων. Στη δυτική Μακεδονία, η μεταφορά του οπλισμού γινόταν συχνά με βλάχικα καραβάνια, όπου τα όπλα και τα πολεμοφόδια κρύβονταν ανάμεσα σε αθώα εμπορεύματα, όπως πανί, τρόφιμα ή κεραμικά. Εκτός από τα καραβάνια, επιστρατεύονταν διάφοροι αυτοσχέδιοι τρόποι, με εμπλοκή ντόπιων κατοίκων και εθνικών επιτροπών.

Η αποθήκευση του υλικού γινόταν σε καλά κρυμμένες τοποθεσίες, όπως ορεινά περάσματα, μοναστήρια, απομονωμένες κατοικίες, πανδοχεία και κρύπτες που είχαν οργανωθεί υπό την καθοδήγηση των ελληνικών προξενείων, κυρίως στη Μοναστηρίου και στη Θεσσαλονίκη. Η οργάνωση του δικτύου εφοδιασμού ήταν εξαιρετικά σημαντική για την επιτυχία του Αγώνα, καθώς η διαθεσιμότητα όπλων και πυρομαχικών καθόριζε την ικανότητα των ανταρτικών σωμάτων να δρουν και να επιβιώνουν. Χάρη στη συντονισμένη προσπάθεια στρατιωτικών, διπλωματών, ντόπιων πληθυσμών και του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου, το δίκτυο αυτό λειτούργησε με επιτυχία και προσέφερε ζωτική στήριξη στους Μακεδονομάχους, κάτω από τα μάτια μιας ύποπτης και εχθρικής οθωμανικής διοίκησης.

Ένδυση  

Η ένδυση των Μακεδονομάχων ήταν απλή, ανθεκτική και προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες συνθήκες του ανταρτοπόλεμου στα βουνά και τα δάση της Μακεδονίας. Καθώς δεν υπήρχε επίσημη στρατιωτική στολή, οι περισσότεροι φορούσαν παραδοσιακές φορεσιές που διευκόλυναν την αφομοίωση με τον τοπικό πληθυσμό και ταυτόχρονα παρείχαν άνεση και προστασία. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ρούχα ήταν ο ντουλαμάς, ένας μακρύς, μάλλινος επενδύτης σκούρου χρώματος (γκρι, μαύρος ή καφέ), ο οποίος προστάτευε από το κρύο και τη βροχή και εξασφάλιζε κάλυψη κατά τις νυχτερινές μετακινήσεις. Συχνά έφερε κρυφές θήκες στο εσωτερικό για τη μεταφορά μικρών αντικειμένων ή όπλων. Πέρα από τον ντουλαμά, οι μαχητές φορούσαν γιλέκα, μάλλινα πουκάμισα, παντελόνια ή φουστανέλες, καθώς και σκούφους ή μαντίλια στο κεφάλι, ανάλογα με την περιοχή απ’ όπου κατάγονταν. Στις πιο ψυχρές περιοχές φορούσαν επιπλέον κάπες ή χοντρά ρούχα από υφαντό ύφασμα, προσφορά ντόπιων γυναικών.

Στα πόδια φορούσαν είτε δερμάτινες μπότες, κυρίως οι αξιωματικοί, είτε τσαρούχια, που ήταν πιο διαδεδομένα λόγω ευκολίας κατασκευής. Τα τσαρούχια, αν και λιγότερο ανθεκτικά, ήταν ελαφριά, ευέλικτα και εύκολα επισκευάσιμα, γι’ αυτό και προτιμούνταν από τους περισσότερους. Πολλές φορές ενισχύονταν με πανί ή επιπλέον δέρμα για να αντέχουν στο χιόνι, τη λάσπη και τις πολύωρες πορείες. Ένα ακόμη βασικό και διακριτό στοιχείο της εμφάνισης των Μακεδονομάχων ήταν οι χιαστί φυσιγγιοθήκες – δερμάτινες ή υφασμάτινες ζώνες με θήκες για σφαίρες, περασμένες σταυρωτά στο στήθος. Δεν εξυπηρετούσαν μόνο την πρακτική ανάγκη της άμεσης πρόσβασης σε πυρομαχικά, αλλά απέκτησαν και συμβολική διάσταση, ταυτίζοντας την εικόνα του μαχητή με την ετοιμότητα και την αυταπάρνηση. Συνολικά, η ενδυμασία των Μακεδονομάχων δεν ήταν μόνο μέσο προστασίας, αλλά έκφραση της ταυτότητάς τους και του αγώνα που έδιναν για την ελευθερία της Μακεδονίας.

Σίτιση

Η σίτιση και η υγειονομική φροντίδα των Μακεδονομάχων αποτελούσαν δύο από τα πιο σοβαρά και απαιτητικά ζητήματα της καθημερινής τους ζωής, καθώς συνδέονταν άμεσα με την επιβίωση και την αποτελεσματικότητά τους στο πεδίο. Οι μαχητές είχαν μαζί τους εφόδια μόνο για λίγες ημέρες και εξαρτώνταν σχεδόν αποκλειστικά από την υποστήριξη των χωριών όπου δρούσαν. Οι προμήθειες ήταν φτωχές και συχνά περιορίζονταν σε ψωμί, τυρί, ελιές ή ξερά φρούτα, ενώ δεν ήταν σπάνιο να μείνουν νηστικοί για ημέρες. Πιο συχνό φαγητό ήταν τα φασόλια, ενώ ο παραδοσιακός κατσαμάς – χυλός από καλαμποκάλευρο – αποτελούσε βασικό, φτηνό και εύκολο στην παρασκευή γεύμα. Όταν δρούσαν σε περιοχές με φυσική κάλυψη, όπως η λίμνη των Γιαννιτσών, μπορούσαν να αποθηκεύουν τρόφιμα και να ψήνουν ψωμί σε πρόχειρους φούρνους. Σε γιορτές ή σε ασφαλή χωριά, είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν ψητό κρέας, προσφέροντας λίγη ξεκούραση στο σκληρό καθημερινό τους πρόγραμμα.

Η υγειονομική περίθαλψη, ωστόσο, ήταν τραγικά ελλιπής. Οι εθνικές επιτροπές παρείχαν μόνον τα απολύτως απαραίτητα: λίγη κινίνη, κάποια χειρουργικά εργαλεία, ρητίνη πεύκου ως φυσικό αντισηπτικό και λαϊκά γιατροσόφια. Δεν υπήρχαν σταθερά ιατρικά σημεία περίθαλψης, αφού οι φόβοι για εντοπισμό από Οθωμανούς ή Βούλγαρους απέτρεπαν την ίδρυσή τους. Έτσι, ένας τραυματίας αγωνιστής γινόταν γρήγορα ανενεργός, με σοβαρό κίνδυνο αιχμαλωσίας, πράγμα που συχνά σήμαινε και την εξουδετέρωση ολόκληρης της ομάδας του. Επιπλέον, ασθένειες όπως η ελονοσία, η πνευμονία, οι υψηλοί πυρετοί και η φθειρίαση θέριζαν τους μαχητές. Στη λίμνη των Γιαννιτσών ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούσαν τα κουνούπια, ενώ η έλλειψη καθαρού νερού ανάγκαζε τους μαχητές να πίνουν νερό από τη λίμνη, φιλτραρισμένο πρόχειρα με μαντήλια. Η συνεχής υγρασία, σε συνδυασμό με το κρύο και την εξάντληση, υπονόμευε τη σωματική αντοχή των μαχητών και μείωνε τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Παρ' όλα αυτά, με αυτοθυσία και καρτερία, οι Μακεδονομάχοι συνέχιζαν τον αγώνα τους σε συνθήκες που δοκίμαζαν τα ανθρώπινα όρια.

Δίκτυο πληροφοριών 

Σε έναν πόλεμο μυστικό, συνωμοτικό και ανορθόδοξο όπως ο Μακεδονικός, κυρίαρχο ρόλο κατείχαν οι πληροφορίες – τόσο οι έγκυρες όσο και οι σκόπιμα παραπλανητικές. Η συλλογή, η ανταλλαγή και η αξιολόγηση των πληροφοριών αποτελούσαν καθημερινό γρίφο για τα αντάρτικα σώματα, καθώς οι διαδόσεις κυκλοφορούσαν ταχύτατα και συχνά ήταν ψευδείς ή εσκεμμένα κατευθυνόμενες. Υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες αποστέλλονταν ψεύτικες επιστολές με στόχο τη διασπορά εσφαλμένων ειδήσεων, γεγονός που μπορούσε να αποπροσανατολίσει τις ελληνικές δυνάμεις και να οδηγήσει σε αιφνιδιασμούς ή ενέδρες. Η αναζήτηση του αντιπάλου, η προετοιμασία μιας μάχης ή η τοποθέτηση ενέδρας σε συγκεκριμένο σημείο και χρόνο ήταν εξαιρετικά δύσκολες επιχειρήσεις, που απαιτούσαν ακρίβεια, συντονισμό και διαρκή επαγρύπνηση για αποφυγή οθωμανικών αποσπασμάτων.

Πριν από την είσοδο σε χωριό, μοναστήρι ή ύποπτο σημείο, προηγούνταν πάντα,όπως είπαμε ο προπομπός, ο οποίος επαλήθευε την ασφάλεια της τοποθεσίας, τη διαθεσιμότητα καταλύματος, τροφής και τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η τοπική εθνική επιτροπή για τις κινήσεις των κομιτατζήδων. Οι αγροφύλακες, οι βοσκοί, οι κτηνοτρόφοι, ακόμη και γυναίκες και παιδιά, ήταν οι καλύτεροι  πληροφοριοδότες, αν και η συμμετοχή τους ενείχε πάντα κινδύνους για τη ζωή τους. Η επικοινωνία μεταξύ των σωμάτων στηριζόταν συχνά στον αυτοσχεδιασμό και στη λαϊκή ευφυΐα: αυτοσχέδιες σφυρίχτρες με ιδιαίτερο ήχο, μικρά κυνηγετικά κέρατα για παραγγέλματα, ακόμα και σάλπιγγες για σήμα επίθεσης ή απαγκίστρωσης.

Ο αρχηγός 

Ο αρχηγός του σώματος έπρεπε να εμπνέει σεβασμό και ηθικό, να ηγείται πρώτος στη μάχη και να παραμένει όρθιος απέναντι στις εχθρικές επιθέσεις – μια πράξη που συχνά ενίσχυε το φρόνημα των μαχητών, αλλά τον εξέθετε σε θανάσιμο κίνδυνο. 'Επρεπε να επιλέξει τα μέλη της ομάδας του ώστε να έχουν μια ομοιογένεια ως προς την καταγωγή· για αυτό και προτιμούσε συνήθως άτομα από την ίδια περιοχή. Φρόντιζε για την τροφοδοσία με τρόφιμα προσέχοντας να μην επιβαρύνει τους τοπικούς πληθυσμούς, να διαχειρίζεται πόρους και χρήματα μοιράζοντάς τα σωστά. Όσον αφορά τα χρήματα που είχε, με αυτά στόχευε να δωροδοκήσει Τούρκους, αλλά και όσους πίστευε ότι θα του έδιναν πληροφορίες.

Έπρεπε να έχει στρέψει την προσοχή του στο να διατηρηθούν οι άνδρες σε καλή σωματική και ψυχική κατάσταση, κάτι που ήταν δύσκολο λόγω των σκληρών συνθηκών διαβίωσης αλλά και της αγριότητας του πολέμου. Συχνά υπήρχαν καυγάδες και έριδες μεταξύ των μελών της ομάδας, γεγονός που απαιτούσε να είναι ιδιαίτερα αυστηρός και μερικές φορές σκληρός απέναντι στους άνδρες του, ώστε να διατηρεί την πειθαρχία, τις ισορροπίες, αλλά και να μην παρεκκλίνουν από τον στόχο που είχαν θέσει ερχόμενοι στη Μακεδονία.

Επικοινωνία 

Η επικοινωνία με το κέντρο (Αθήνα ή προξενεία) γινόταν με επιστολές σε κρυπτογραφικό κώδικα, όμως πολλές φορές τα έγγραφα έπεφταν σε εχθρικά χέρια. Για τον λόγο αυτόν δινόταν ρητή εντολή οι επιστολές να καταστρέφονται αμέσως μετά την ανάγνωσή τους και η μεταφορά τους να γίνεται με μεγάλη προσοχή.

 

Όλα τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η καθημερινότητα των Μακεδονομάχων έμοιαζε πολύ με εκείνη των κλεφτών της Επανάστασης του 1821. Οι άνθρωποι αυτοί όφειλαν να διαθέτουν καρτερία, σωματική και ψυχική αντοχή, ευρηματικότητα, αυτοσχεδιαστική ικανότητα και, κυρίως, ακλόνητη πίστη στον ιερό σκοπό της ελευθερίας της Μακεδονίας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις