Οι Μ Α Χ Ε Σ στον βάλτο των Γ Ι Α Ν Ν Ι Τ Σ Ω Ν
Ο βάλτος των Γιαννιτσών υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ιδιόμορφου χώρου που διαμόρφωσε την ίδια την ιστορία της Μακεδονίας στις αρχές του 20ού αιώνα.Θα αναδειχτεί το θέατρο των επιχειρήσεων γιατί αποτέλεσε το φυσικό οχυρό και καταφύγιο των αντάρτικων σωμάτων κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904–1908). Η ιδιόμορφη γεωγραφία του, με πυκνή βλάστηση, καλαμιές, υδάτινες διόδους και μυστικά μονοπάτια έκανε το τοπίο εξαιρετικά δύσβατο για τον εχθρό αλλά ιδανικό για ανταρτικές ενέδρες και αιφνιδιαστικές επιθέσεις.
Εκεί δρούσαν οι ένοπλες ομάδες των Ελλήνων μακεδονομάχων, όπως αυτή του Τέλλου Άγρα και του Γκόνου Γιώτα, που αντιστάθηκαν τόσο στις βουλγαρικές συμμορίες όσο και στις οθωμανικές δυνάμεις. Ο βάλτος αποτέλεσε το σκηνικό ηρωισμού και θυσίας, καθώς πολλοί αγωνιστές έδωσαν τη ζωή τους μέσα σε αυτόν τον τόπο που έμοιαζε απροσπέλαστος.
Ο βάλτος των Γιαννιτσών, όπως ήταν τότε, βρισκόταν στην καρδιά της Κεντρικής Μακεδονίας και τελούσε υπό οθωμανική διοίκηση. Κατά την περίοδο 1902–1908, διοικητής της περιοχής ήταν ο Χουσεΐν Χελίμ Πασάς, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η λίμνη
Η λίμνη ήταν αβαθής, με στάσιμα νερά, και σταδιακά είχε μετατραπεί σε μεγάλο βάλτο. Το μεγαλύτερο μέρος της καλυπτόταν από πυκνή βλάστηση, με ψηλά καλάμια, που καθιστούσαν την πρόσβαση εξαιρετικά δύσκολη. Η μετακίνηση γινόταν αποκλειστικά με μικρές ξύλινες βάρκες, τις λεγόμενες πλάβες. Ο τόπος γεμάτος κουνούπια και στάσιμα βρωμόνερα, ήταν εφιάλτης για τους ντόπιους ψαράδες.Στρατηγικά για την υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα ήταν ανεκτίμητος.
Η λίμνη κατείχε κομβική γεωγραφική θέση: από το ανατολικό της άκρο οδηγούσε κανείς προς τη Θεσσαλονίκη, στα βόρεια και βορειοδυτικά προς Έδεσσα, Σκόπια και Μοναστήρι, ενώ στα δυτικά υπήρχε πρόσβαση προς τη Βέροια και τον Όλυμπο. Όλες οι κύριες κατευθύνσεις για τις μετακινήσεις,τον ανεφοδιασμό και τις επικοινωνίες διέρχονταν κοντά από τη λίμνη.Ήταν κοντά σε μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα, ιδίως τη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια.Ο έλεγχός της λίμνης σήμαινε τον έλεγχο ολόκληρης της Κεντρικής Μακεδονίας.
Η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του βάλτου επέτρεπε τη διεξαγωγή ένοπλου αντάρτικου αγώνα. Η πυκνή καλαμιά δυσκόλευε την ορατότητα δημιουργώντας σκηνικό, ιδανικό για ενέδρες, απόκρυψη και γρήγορη υποχώρηση.Δίπλα υπήρχαν χωριά και πόλεις, καθώς και δάση και βουνά,όπως το Πάικο και το Βέρμιο, που διευκόλυναν κάποιον να διαφύγει ή να αλλάξει θέση. Οι ελληνικές αντάρτικες ομάδες χρησιμοποιούσαν τις καλύβες των ψαράδων ή κατασκεύαζαν νέες από καλαμιές, τις οποίες οχύρωναν με σάκους άμμου για προστασία. Οι καλύβες αυτές λειτουργούσαν ως βάσεις επιχειρήσεων, αποθήκες και σημεία παρακολούθησης.
Από πλευράς πληθυσμιακής και γλωσσικής σύνθεσης, η περιοχή ήταν ένα πολυσύνθετο μωσαϊκό:Έλληνες, Σλαβόφωνοι, Μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Αλβανοί), Βλάχοι (Αρωμούνοι) και, σε μικρότερο βαθμό, Εβραίοι. Η εθνική συνείδηση δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με τη γλώσσα. Οι Έλληνες ζούσαν κυρίως σε πόλεις και χωριά, ενώ πολλοί ήταν δίγλωσσοι.Οι Σλαβόφωνοι χωρίζονταν σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς.Οι Μουσουλμάνοι ζούσαν σε χωριά αλλά και πόλεις, ενώ οι Βλάχοι είχαν ποικίλο προσανατολισμό. Οι Εβραίοι κατοικούσαν κυρίως στη Θεσσαλονίκη.
Στον βάλτο των Γιαννιτσών θα εκτυλιχτούν κάποιες από τις πιο σφοδρές συγκρούσεις του Μακεδονικού Αγώνα.Η λίμνη θα γίνει πεδίο μάχης, καταφύγιο, ορμητήριο για Έλληνες και Βούλγαρους. Η κυριαρχία σε αυτόν σήμαινε επιρροή στους πληθυσμούς, έλεγχο της περιοχής και υπεροχή στον εθνικό ανταγωνισμό που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους.
Το 1928, η λίμνη αποξηράνθηκε και στη θέση της δημιουργήθηκε η μεγαλύτερη πεδιάδα της Ελλάδας,η πεδιάδα Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών, μεταμορφώνοντας εντελώς το φυσικό τοπίο.
Το ξεκίνημα του Αγώνα στη λίμνη
Η λίμνη των Γιαννιτσών θα αποτελέσει σύντομα το επίκεντρο του ένοπλου αγώνα στην Κεντρική Μακεδονία. Ήδη μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν, το 1903, πολλοί Βούλγαροι κομιτατζήδες βρήκαν καταφύγιο στον βάλτο, αξιοποιώντας τη μορφολογία του τοπίου,την απόκρυψη, τη δυσκολία πρόσβασης και την μικρή απόσταση με χωριά που κατοικούνταν από εξαρχικούς πληθυσμούς, πρόθυμους να προσφέρουν κάποια υποστήριξη.
Οι κομιτατζήδες εγκαταστάθηκαν σε καλύβες ψαράδων ή κατασκεύασαν νέες από καλάμια που χρησιμοποιούσαν ως βάσεις για τη δράση τους. Οι πλάβες, οι μικρές επίπεδες βάρκες που χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι, έγιναν το βασικό μέσο μετακίνησης μέσα στον βάλτο. Ο τόπος μετατράπηκε έτσι σε ορμητήριο βουλγαρικών ενεργειών, με στόχο την τρομοκράτηση των ελληνικών πληθυσμών, τον εκφοβισμό πατριαρχικών,χριστιανών χωρικών και την εδραίωση της βουλγαρικής επιρροής.
Ηγετική φυσιογνωμία της βουλγαρικής παρουσίας στον βάλτο ήταν ο Αποστόλ Πετκώφ, ένας από τους πιο δραστήριους και αδίστακτους κομιτατζήδες.Υπό την καθοδήγησή του, η δράση των Βουλγάρων έγινε συστηματική, με σχέδιο και τοπική υποστήριξη,γεγονός που ανησύχησε έντονα τόσο το Ελληνομακεδονικό Κομιτάτο όσο και το Ελληνικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης.
Η εδραίωση των Βουλγάρων στον βάλτο θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής. Αυτός ήταν ο κοινός φόβος των ελληνικών αρχών και των πατριαρχικών κατοίκων. Για τον λόγο αυτό, το φθινόπωρο του 1904, εστάλησαν τα πρώτα ελληνικά αντάρτικα σώματα με σκοπό την αντιμετώπιση της βουλγαρικής διείσδυσης.Ο Μακεδονικός Αγώνας μόλις άρχιζε. Ανάμεσα στους πρώτους που έφτασαν στη λίμνη και δραστηριοποιήθηκαν μέσα στον βάλτο ήταν οι καπετάν Τζιόλας Περήφανος και ο Θεοχάρης Κούγκας.
Πολύτιμος σύμμαχος και ηγετική φυσιογνωμία του Μακεδονικού Αγώνα αναδείχθηκε ο Γκόνος Γιώτας από τον Γιδά (Αλεξάνδρεια Ημαθίας). Σλαβόφωνος στην καταγωγή, αρχικά είχε ενταχθεί στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), η οποία πρέσβευε το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Μετά όμως την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, κατέφυγε στη λίμνη των Γιαννιτσών και διαπιστώνοντας ότι η οργάνωση είχε περάσει στον έλεγχο Βουλγάρων πρακτόρων, αποχώρησε και ανέλαβε πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της ελληνικής δράσης στον βάλτο. Ο Γκόνος όχι μόνο κατέλαβε βουλγαρικές καλύβες με τους άνδρες του, αλλά και καθοδήγησε τα πρώτα ελληνικά σώματα στον δύσβατο βάλτο.Σύντομα έγινε ο πιο επίμονος και ικανός αντίπαλος των Βουλγάρων κομιτατζήδων στην περιοχή.
Με τη φροντίδα του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης εξασφαλιζόταν ο ανεφοδιασμός των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στον βάλτο , καθώς και η προώθηση νέων ανδρών προς τις ελληνικές θέσεις. Το 1905 σηματοδοτεί την έναρξη ενός πιο οργανωμένου αντάρτικου πολέμου. Οι ελληνικές δυνάμεις εγκαθίστανται πλέον μόνιμα στον βάλτο, αξιοποιώντας καλύβες που κατασκευάζουν ή καταλαμβάνουν από τους Βουλγάρους. Ο Γκόνος Γιώτας, επικεφαλής ένοπλου σώματος, δρα με αποφασιστικότητα και επιτυχία, καταλαμβάνοντας εχθρικές θέσεις και εκτελώντας αιφνιδιαστικές επιθέσεις και ενέδρες, κυρίως νυχτερινές, κατά Βουλγάρων κομιτατζήδων και πρακτόρων.
Η περίοδος από το φθινόπωρο του 1904 έως τον Δεκέμβριο του 1905 αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχής για τα ελληνικά σώματα. Το αρχικό πλεονέκτημα των κομιτατζήδων και η κυριαρχία της Εξαρχίας στα γύρω χωριά αρχίζουν να υποχωρούν. Μέχρι τα τέλη του 1905, οι Έλληνες έχουν καταλάβει πολλές καλύβες, έχουν περιορίσει τη βουλγαρική επιρροή στο δυτικό τμήμα του βάλτου και έχουν επαναφέρει πολλά χωριά και πληθυσμούς στο Πατριαρχείο, κερδίζοντας τις καρδιές και τη στήριξη των κατοίκων.Την ίδια στιγμή, ο αγώνας φουντώνει σε ολόκληρη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία.
Το 1906 υπήρξε καθοριστικό έτος για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα στη λίμνη των Γιαννιτσών, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις θα επιχειρήσουν να σταθεροποιήσουν και να επεκτείνουν τις θέσεις τους στον βάλτο. Ο Γκόνος Γιώτας συνέχισε τις επιτυχημένες επιχειρήσεις, καταλαμβάνοντας καλύβες, οργανώνοντας ενέδρες και εξουδετερώνοντας πράκτορες. Το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης διατηρούσε ενεργό δίκτυο ανεφοδιασμού και επικοινωνίας με τα πατριαρχικά χωριά, τα οποία επανέρχονταν σταδιακά στην ελληνική επιρροή.

Την ίδια περίοδο, σημαντική δράση ανέπτυξαν και άλλοι Έλληνες καπεταναίοι: ο Καπετάν Παναγιώγης ηγήθηκε επιθέσεων στα δυτικά του βάλτου· ο Καπετάν Κοντοβέρος ανέλαβε την οργάνωση της άμυνας στα βόρεια, προς το Πάικο· ενώ ο Καπετάν Παπατζανάτεας έδρασε δυναμικά στο νότιο μέτωπο. Ο Καπετάν Πρατούντας, σλαβόφωνος μαχητής με ελληνική εθνική συνείδηση, συμμετείχε σε επιχειρήσεις στα ανατολικά του βάλτου.
Καθώς ο αγώνας μαινόταν, εστάλησαν νέες ενισχύσεις, με πιο γνωστό το σώμα του Ευάγγελου Κουκουδεά, με καταγωγή από τη Στρώμνιτσα, στα τέλη του φθινοπώρου. Οι ενισχύσεις αυτές επέδρασαν θετικά στο ηθικό των Ελλήνων μαχητών, καθώς οι μάχες ήταν σκληρές, ο χειμώνας βαρύς και οι εχθροί έκαναν συνεχώς επιθέσεις. Την ίδια ώρα, το σώμα ενός ακόμη καπετάνιου, του Καπετάν Ρούβα, είχε διαλυθεί από τους Οθωμανούς έξω από τη Νάουσα,γεγονός που δείχνει και την άμεση εμπλοκή της Οθωμανικής Διοίκησης στα τεκταινόμενα της περιοχής.
Στα τέλη του 1906, τα δεδομένα είχαν αλλάξει σημαντικά συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο. Η ελληνική πλευρά είχε πλέον εδραιώσει την παρουσία της και είχε ισορροπήσει την κατάσταση. Οι κομιτατζήδες είχαν χάσει το αριθμητικό και τακτικό τους πλεονέκτημα, αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να περιορίσουν τη δράση τους. Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν είχε ακόμη επιτύχει την πλήρη εκδίωξη της άλλης ή την οριστική επικράτηση στον βάλτο.
Ο χειμώνας του 1906 προς το 1907 ήταν ιδιαίτερα βαρύς, με χιονοπτώσεις και πλημμύρες, συνθήκες που έκαναν όχι μόνο την διεξαγωγή επιχειρήσεων αλλά και την ίδια την επιβίωση. Ο καπετάν Άγρας και ο καπετάν Κάλας επέμειναν στην οργάνωση μόνιμων βάσεων μέσα στον βάλτο, ώστε να έχουν το πλεονέκτημα όταν θα άρχιζαν και πάλι οι επιχειρήσεις εναντίον των βουλγαρικών ομάδων, που επίσης επιδίωκαν να κυριαρχήσουν στην περιοχή. Οι ελληνικές ομάδες χρησιμοποιούσαν καλύβες και πρόχειρα καταλύματα μέσα στις καλαμιές και εκεί αποθήκευαν όπλα και εφόδια. Καθοριστική για την επιβίωση και τη δράση τους ήταν η βοήθεια του τοπικού πληθυσμού, των ψαράδων και των αγροτών, οι οποίοι γνώριζαν καλά τα περάσματα και λειτουργούσαν ως οδηγοί, πληροφοριοδότες και τροφοδότες.
Η δολοφονία του καπετάν Άγρα από τους Βούλγαρους
Μέσα σε αυτές τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, οι ασθένειες και οι τραυματισμοί ήταν συχνό φαινόμενο. Ο ίδιος ο καπετάν Άγρας τον Νοέμβριο του 1906 είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, ωστόσο μετά από μία εβδομάδα επέστρεψε στη βάση του. Στα τέλη του 1907 αναγκάστηκε, ύστερα και από σχετική διαταγή του ελληνικού προξενείου, να αποχωρήσει από τη λίμνη και να μεταφερθεί στη Νάουσα για να αποθεραπευτεί από τα τραύματα και τους πυρετούς που τον ταλαιπωρούσαν.
Τον Μάρτιο του 1907 αναλαμβάνει δράση ο Δημήτριος Δεμέστιχας (καπετάν Νικηφόρος), με επιθέσεις σε χωριά και γειτονικές περιοχές, με σκοπό την εξάρθρωση των τοπικών επιτροπών της βουλγαρικής ΕΜΕΟ. Η δράση του προκάλεσε την αντίδραση του Βούλγαρου κομιτατζή Στογιάνωφ, ο οποίος επιτέθηκε σε χωριά σκοτώνοντας πατριαρχικούς χριστιανούς.
Από την άνοιξη του 1907 οι Οθωμανοί θα επιχειρήσουν πιο δυναμικά να ελέγξουν την κατάσταση στον βάλτο, κινητοποιώντας δυνάμεις πεζικού, ιππικού και πυροβολικού με στόχο την εκκαθάριση της λίμνης από τις αντάρτικες ομάδες. Οι επιχειρήσεις τους είχαν σχετική επιτυχία: κατέστρεψαν αρκετές βουλγαρικές καλύβες, με αποτέλεσμα οι Έλληνες και οι Βούλγαροι να διασκορπιστούν για να αποφύγουν μάχες.
Τον Απρίλιο του 1907 το ελληνικό προξενείο αποφάσισε την αντικατάσταση αρχηγών που είχαν κουραστεί· ανάμεσά τους και ο Άγρας. Κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι, μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Οθωμανών, το ηθικό των Βουλγάρων είχε πέσει και κάποιοι σκέφτονταν να εγκαταλείψουν ή να έρθουν σε συνεννόηση με τις ελληνικές ομάδες για κοινό αγώνα εναντίον των Τούρκων. Η προοπτική αυτή ενθουσίαζε τον Άγρα, παρά τις αντιρρήσεις προκρίτων και άλλων καπεταναίων που τον προειδοποιούσαν για εσκεμμένη βουλγαρική προπαγάνδα.Οι μυστικές συνεννοήσεις και διαπραγματεύσεις με τον αρχικομιτατζή Ιβάν Ζλάτκωφ κατέληξαν σε τελική συνάντηση για τη «σφράγιση» της συνεργασίας. Η τοποθεσία ήταν το "Γκαβρά Καμίν", βόρεια της Νάουσας, με την προϋπόθεση ότι θα προσέρχονταν και οι δυο αντιπροσωπείες άοπλες.
Τα ξημερώματα της 3ης Ιουνίου ο Άγρας, μαζί με τέσσερις συντρόφους του,ανάμεσά τους και ο πιστός φίλος του Αντώνης Μίγγας,κινήθηκαν για τον τόπο της συνάντησης. Η παγίδα ήταν καλά στημένη από τους κομιτατζήδες: ο Ζλάτκωφ και οι υπόλοιποι τους υποδέχθηκαν αρχικά ως «φίλους», έβγαλαν τα πιστόλια τους και ετοιμάστηκαν να κάνουν πρόποση υπέρ της ειρήνευσης και της συνεργασίας. Η κατάληξη ήταν η σύλληψη του Άγρα και του Μίγγα, ενώ οι υπόλοιποι αφέθηκαν ελεύθεροι. Τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμαλώτους, δεμένους και μαστιγωμένους στα χωριά της Μακεδονίας, με σκοπό να κάμψουν το φρόνημα των πατριαρχικών χριστιανών και να αναπτερώσουν εκείνο των εξαρχικών. Τη νύχτα της 7ης Ιουνίου τους κρέμασαν σε μια καρυδιά στο χωριό Τέχοβο (Καρυδιά). Τα πτώματά τους εντόπισαν χωρικοί, ενώ η είδηση διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη τη Μακεδονία, προκαλώντας συγκίνηση αλλά και οργή για την ενέργεια αυτή των Βουλγάρων.
Ακολούθησαν και άλλες δολοφονικές ενέργειες από βουλγαρικές συμμορίες, που προκάλεσαν αντίστοιχες κινήσεις των ελληνικών σωμάτων υπό τον καπετάν Νικηφόρο, οι οποίες περιλάμβαναν πυρπολήσεις εξαρχικών χωριών και εξουδετέρωση επιτροπών της ΕΜΕΟ.
Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων στη λίμνη συνεχίστηκαν, ωστόσο το σώμα του καπετάν Νικηφόρου τέθηκε στο στόχαστρο των Οθωμανών· εξουδετερώθηκε και ο ίδιος σκοτώθηκε. Πάνω του βρέθηκαν απόρρητα έγγραφα με καταλόγους υποστηρικτών του Μακεδονικού Αγώνα, τα οποία, χάρη στη μυστική διπλωματία και με δωροδοκία, τελικά περιήλθαν σε ελληνικά χέρια.
Το τέλος του Αγώνα στον βάλτο
Ήταν φανερό προς το τέλος του 1907 ότι και οι δύο αντίπαλοι είχαν κουραστεί και εξαντληθεί, ενώ η παρουσία των Οθωμανών γινόταν ολοένα και πιο έντονη.
Κατά τον χειμώνα του 1908 στον βάλτο εξακολουθούσαν να δρουν ελληνικά σώματα υπό τον Γκόνο, τον Ματόπουλο και τον Κόρακα. Η δράση αυτών των τριών αποτέλεσε την τελευταία ελληνική παρουσία, καθώς οι εξελίξεις στην Τουρκία και οι διπλωματικές ενέργειες οδήγησαν στην ειρήνευση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας.
Στη λίμνη των Γιαννιτσών, που είχε εξελιχθεί στο σημαντικότερο πεδίο συγκρούσεων, οι μάχες σταμάτησαν για πολλούς λόγους.
Με την Επανάσταση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα και να υποσχεθεί ισότητα σε όλους τους υπηκόους, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνότητας,ενώ δόθηκε και γενική αμνηστία. Αυτό σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να δρουν ανεξέλεγκτα ένοπλες ομάδες. Έτσι, οι ελληνικές, βουλγαρικές και σερβικές αντάρτικες δυνάμεις υποχρεώθηκαν να σταματήσουν τη δράση τους και τυπικά να παραδώσουν τα όπλα τους.
Παράλληλα, οι συνεχείς επιχειρήσεις είχαν κουράσει και εξαντλήσει και τις δύο πλευρές: Έλληνες και Βούλγαροι υπέφεραν από απώλειες, κακουχίες και έλλειψη πόρων. Επιπλέον, οι Οθωμανοί είχαν ενισχύσει σημαντικά την παρουσία τους στον βάλτο, κινητοποιώντας δυνάμεις πεζικού, ιππικού και πυροβολικού, γεγονός που έκανε τη συνέχιση των επιχειρήσεων εξαιρετικά δύσκολη.
Καπετάν Κάλας,Καπετάν Άγρας,Καπετάν Νικηφόρος στη λίμνη των Γιαννιτσών το 1906
Η ελληνική πλευρά είχε ήδη πετύχει τον βασικό της στόχο: να διατηρήσει την υπεροχή και το φρόνημα του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή και να αποδυναμώσει την επιρροή των βουλγαρικών κομιτάτων. Έτσι, όταν σταμάτησαν οι μάχες, η Ελλάδα βρέθηκε σε πλεονεκτική θέση ενόψει των εξελίξεων που θα ακολουθούσαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Οι μάχες στον βάλτο των Γιαννιτσών θα αποτελέσουν τις πιο σημαντικές και τις πιο ηρωικές του Μακεδονικού Αγώνα. Η φύση των επιχειρήσεων μέσα στη λίμνη, η ανάδειξη των καπεταναίων σε κεντρικές μορφές του Αγώνα, οι αντάρτικες επιθέσεις, ο λεγόμενος ανορθόδοξος πόλεμος αλλά και οι συχνά εγκληματικές ενέργειες των αντιπάλων, θα συνθέσουν τα χαρακτηριστικά αυτού του Αγώνα, που κράτησε όρθια την ελληνική Μακεδονία και προετοίμασε το έδαφος για τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους.


.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου