Το Ναυάγιο του Αρτεμισίου



Στα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. ένα καράβι ταξίδευε βόρεια της Εύβοιας, παραπλέοντας το ακρωτήριο του Αρτεμισίου, που πήρε το όνομά του από το ιερό της Αρτέμιδος Προσηώας του 5ου αιώνα π.Χ. Ο ναός αυτός ήρθε στο φως με τις ανασκαφικές έρευνες του 1883.


 γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Η πραγματική πορεία του πλοίου είναι άγνωστη. Πιθανολογείται ότι κατευθυνόταν προς τη νότια Εύβοια μέσω του Ευβοϊκού κόλπου ή και αντίστροφα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ναυάγησε. Στη χρονολόγηση του ναυαγίου βοήθησαν τα αγγεία, οι αμφορείς και τα λυχνάρια που βρέθηκαν. Το ναυάγιο δεν έχει καμία σχέση με τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, καθώς χρονικά τοποθετείται πολύ αργότερα.


Η ανακάλυψη έγινε τυχαία το 1926, όταν ο αριστερός βραχίονας ενός χάλκινου αγάλματος πιάστηκε στα δίχτυα ενός ψαρά. Το υπόλοιπο άγαλμα βρέθηκε δύο χρόνια αργότερα από σφουγγαράδες. Επρόκειτο για τον θεό Δία ή τον θεό Ποσειδώνα. Οι υποθέσεις αυτές στηρίζονται στη στάση του σώματος: το αριστερό χέρι είναι προτεταγμένο σε ευθεία θέση, ενώ το δεξί λυγισμένο σε αμβλεία γωνία, έτοιμο να εκσφενδονίσει ένα αντικείμενο – κεραυνό ή τρίαινα – το οποίο όμως δεν σώθηκε, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα για την ταυτότητα του επιβλητικού αγάλματος.


Ο Ποσειδώνας ή Δίας του Αρτεμισίου κατασκευάστηκε, όπως έδειξαν οι έρευνες, στην περιοχή της Αθήνας γύρω στο 460 π.Χ. Είναι χάλκινο έργο της πλαστικής τέχνης των κλασικών χρόνων, ανώνυμου καλλιτέχνη. Ο γενειοφόρος θεός έχει ύψος 2,09 μ. και άνοιγμα χεριών 2,10 μ. Η τήρηση των αναλογιών και η ακρίβεια σε ειδικά χαρακτηριστικά, όπως τα μαλλιά και το σώμα, δείχνουν ότι πρόκειται για έργο του λεγόμενου «αυστηρού ρυθμού».

Για την ταυτότητα του Θεού έχει επικρατήσει η διπλή θεωρία: εάν κρατούσε κεραυνό, τότε πρόκειται για τον Δία· εάν κρατούσε τρίαινα, τότε πρόκειται για τον Ποσειδώνα. Πιο πιθανό θεωρείται το πρώτο, καθώς η τρίαινα θα ήταν υπερβολικά μεγάλη σε σχέση με το άγαλμα. Το κεφάλι του θεού είναι στραμμένο προς το αριστερό τεντωμένο χέρι, ενώ τα μακριά μαλλιά του, πλεγμένα, διασταυρώνονται στον αυχένα και δένονται μπροστά, λίγο πάνω από το μέτωπο.

Από τον βυθό ανασύρθηκε και άλλο σημαντικό εύρημα: το χάλκινο γλυπτό του μικρού ιππέα και το μπροστινό τμήμα του αλόγου του. Το 1929 ήρθαν στο φως ακόμη περισσότερα τμήματα του γλυπτού συμπλέγματος, ενώ το 1936 εντοπίστηκε και το πίσω μέρος που έλειπε.

Από τότε, αφού πρώτα συντηρήθηκαν, τα αγάλματα εκτίθενται μόνιμα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, μαζί με τον Δία ή Ποσειδώνα του Αρτεμισίου. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η φροντίδα στη λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει τον μικρό ιππέα. Η τέχνη στη σμίλευση και η στάση του σώματος τόσο του ιππέα όσο και του αλόγου αποδίδουν μια δυναμική που αγγίζει την πραγματικότητα.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις