Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς (1185)

Η Θεσσαλονίκη γνώρισε τρεις μεγάλες αλώσεις στην ιστορία της, καθεμιά με ξεχωριστή σημασία. Το 904 μ.Χ. καταλήφθηκε από Σαρακηνούς πειρατές υπό τον Λέοντα Τριπολίτη, με αποτέλεσμα σφαγές και χιλιάδες αιχμαλώτους. Το 1185 μ.Χ. οι Νορμανδοί της Σικελίας πολιόρκησαν και κυρίευσαν την πόλη, προξενώντας μεγάλες καταστροφές και περίπου 7.000 νεκρούς, όπως καταγράφει ο μητροπολίτης Ευστάθιος. Τέλος, το 1430 μ.Χ. η Θεσσαλονίκη υποτάχθηκε στους Οθωμανούς του Μουράτ Β΄, γεγονός που σήμανε το τέλος της βυζαντινής περιόδου της και την αρχή της μακρόχρονης τουρκοκρατίας.

του Θάνου Δασκαλοθανάση

Η Θεσσαλονίκη, μετά την καταστροφή από τους Σαρακηνούς, ανασυντάχθηκε και ανασυγκροτήθηκε γρήγορα. Έτσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει νέες επιδρομές των Βουλγάρων, οι οποίοι καταπνίγηκαν με σκληρό τρόπο από τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο.


 

Μετά το τέλος της μακεδονικής δυναστείας αρχίζει μια περίοδος αδυναμίας για το Βυζάντιο, την οποία όμως θα ανακόψει η άνοδος της δυναστείας των Κομνηνών (1081–1185). Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός και οι διάδοχοί του, Ιωάννης Β΄ και Μανουήλ Α΄, έδωσαν νέα δύναμη στην αυτοκρατορία, αναδιοργάνωσαν τον στρατό και την οικονομία, και για έναν περίπου αιώνα το Βυζάντιο ξαναβρήκε ισχύ και αίγλη.

Ωστόσο, με τον θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1180) αρχίζει η παρακμή. Στον θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιος του, Αλέξιος Β΄ Κομνηνός, σε μια περίοδο που στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασαν βιαιοπραγίες κατά των Λατίνων. Την κρίση εκμεταλλεύτηκε ο θείος του, Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός, ο οποίος σφετερίστηκε την εξουσία. Αφού ανακηρύχθηκε συμβασιλέας, εξόντωσε όλους τους πιθανούς αντιπάλους: τη Μαρία, κόρη του Μανουήλ, και τον σύζυγό της Ρενιέ του Μομφερρατικού, ενώ λίγο αργότερα διέταξε τον στραγγαλισμό του νεαρού Αλεξίου Β΄.

Η σκληρή διακυβέρνηση του Ανδρόνικου, σε συνδυασμό με την αδυναμία άμυνας, οδήγησαν στην άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς (1185). Το γεγονός αυτό συγκλόνισε την αυτοκρατορία και σήμανε το τέλος της δυναστείας των Κομνηνών, που έπειτα από έναν αιώνα ισχύος κατέρρευσε μέσα στη βία και την αβεβαιότητα.

Η εμφάνιση των Νορμανδών

Οι Νορμανδοί ήταν λαός σκανδιναβικής καταγωγής, που ξεκίνησε ως Βίκινγκς τον 9ο αιώνα και εγκαταστάθηκε στη βόρεια Γαλλία, στη Νορμανδία. Εκεί αφομοιώθηκαν με τους τοπικούς πληθυσμούς, ασπάστηκαν τον χριστιανισμό και εξελίχθηκαν σε περίφημους ιππότες και ναυτικούς. Η πολεμική τους ικανότητα και η ορμητικότητά τους τους ώθησαν σε νέες κατακτήσεις. Έτσι, εγκαταστάθηκαν στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, όπου ίδρυσαν ισχυρό βασίλειο, το οποίο αποτέλεσε σημαντική δύναμη στη Μεσόγειο και έφερε τους Νορμανδούς επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με το Βυζάντιο. Υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Γουλιέλμου Β΄, θεώρησαν την πολιτική αστάθεια που επικρατούσε στην αυτοκρατορία μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού ως ιδανική ευκαιρία για νέες επιθέσεις και κατακτήσεις, με πρώτο στόχο τη Θεσσαλονίκη.



 

Η Θεσσαλονίκη, αντίθετα με την πορεία της αυτοκρατορίας, βρίσκεται σε ανάπτυξη και ακμή. Αναδεικνύεται σε εμπορικό και οικονομικό κέντρο, με το λιμάνι και την αγορά της να προσελκύουν ανθρώπους και εμπορεύματα από όλες τις γύρω περιοχές. Είναι επίσης σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος με την Εγνατία Οδό, στη μέση της απόστασης που χωρίζει την παλιά από τη νέα Ρώμη,την Κωνσταντινούπολη


Η επίθεση

Τον Ιούνιο του 1185 οι Νορμανδοί της Σικελίας, υπό τους κόμητες Ριχάρδο και Βαλδουΐνο, ξεκινούν μεγάλη εκστρατεία εναντίον του Βυζαντίου. Στις 24 Ιουνίου καταλαμβάνουν το Δυρράχιο. Ο στρατός αποβιβάζεται, διασχίζει την Εγνατία Οδό χωρίς ουσιαστική αντίσταση και στις 6 Αυγούστου φτάνει έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης.


 

Ο στόλος, υπό τον Τανκρέδο, καταλαμβάνει τα Επτάνησα, περιπλέει την Πελοπόννησο και στις 15 Αυγούστου μπαίνει στον Θερμαϊκό. Η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας είναι πλέον αποκλεισμένη από ξηρά και θάλασσα. Οι κάτοικοι αντιστέκονται, αλλά η ανικανότητα του διοικητή Δαυίδ Κομνηνού, σε συνδυασμό με την αργοπορία των ενισχύσεων από την Κωνσταντινούπολη, οδηγούν στην κατάρρευση της άμυνας.

Η πολιορκία ξεκινά στις 15 Αυγούστου 1185. Η στρατιωτική φρουρά είναι μικρή, ενώ πέρα από τις περιορισμένες ενισχύσεις υπάρχει και ένα τμήμα μισθοφόρων από Σέρβους, Αλανούς και Γερμανούς. Στον αγώνα συμμετέχουν και οι ίδιοι οι πολίτες, που μάχονται με γενναιότητα στα τείχη. Παρά την κακή οργάνωση, την έλλειψη εφοδίων και την αδράνεια του διοικητή, οι Θεσσαλονικείς κρατούν για εννέα μέρες.

Στις 24 Αυγούστου 1185 οι Νορμανδοί γκρεμίζουν με τις πετροβόλες πολιορκητικές μηχανές ένα τμήμα του ανατολικού τείχους και δημιουργούν ρήγμα, από όπου εισβάλλουν στην πόλη.


Η λεηλασία

Ακολουθούν σκηνές φρίκης. Οι εισβολείς επιδίδονται σε σφαγές, βιασμούς, κακοποιήσεις και λεηλασίες με πρωτοφανή αγριότητα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τα θύματα υπολογίζονται σε περίπου 7.000.

Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει μια μικρή περίοδο σκληρής κατοχής. Οι Νορμανδοί άρπαζαν τα πάντα και συμπεριφέρονταν στους πολίτες με βαρβαρότητα. Σύντομα εμφανίζεται και η πείνα λόγω έλλειψης τροφίμων, ενώ οι στρατιώτες διασκορπίζονται για λαφυραγωγίες σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.

Η καταστροφή συγκλονίζει τους Βυζαντινούς και οδηγεί, μαζί με άλλα αρνητικά γεγονότα, στην εκθρόνιση του Ανδρόνικου Κομνηνού. Η άλωση και η σφαγή βαθαίνουν το χάσμα ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Δυτικούς.

Τελικά, τον Νοέμβριο του 1185, ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς νικά τους Νορμανδούς σε δύο μάχες κοντά στις Σέρρες, και οι κατακτητές αναγκάζονται να αποσυρθούν. Ένα μέρος της νορμανδικής φρουράς που παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη εξοντώνεται από τμήματα της εμπροσθοφυλακής του βυζαντινού στρατού.


Οι μαρτυρίες

Βασικός ιστορικός της άλωσης είναι ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, από το έργο του «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών», από το οποίο αντλούνται οι περισσότερες πληροφορίες.

Χαρακτηριστικά γράφει:

« Τι να πω για κείνους που ρίχτηκαν μόνοι τους από τις στέγες των σπιτιών να βρουν το θάνατο, όταν η μεγάλη συμφορά έζωσε και τους ίδιους; Αυτοί, μην μπορώντας να πετάξουν στον άερα, πράγμα βέβαια που θα το επιθυμούσαν, υπέφεραν τις συνέπειες της βαρύτητας και συντρίβονταν πέφτοντας από μεγάλο ύψος στο θάνατο. Και τι [να πω] για τους άντρες και τις γυναίκες που έπεφταν σε πηγάδια σα να ήταν το νερό του Κωκυτού ή της Αχερουσίας, εκείνοι από φόβο μήπως πέσουν σε άλλο, χειρότερο θάνατο, κι εκείνες εξαιτίας της σεμνότητάς τους; Δεν είχε τίποτε παράξενο αυτή η πτώση και η κατάπτωση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι όχι μόνο εύχονταν να ανοίξουν οι πέτρες για να τους δεχτούν, και τα βουνά να κυλήσουν για να τους κρύψουν, ακόμη κι ο ουρανός να τους καταπλακώσει, αλλά και στο χάος και τα τάρταρα φαντάζονταν ότι μπορούσαν να καταβυθιστούν και να τελειώσουν τη ζωή τους. Γιατί, γι’ αυτούς που επιθυμούσαν την καταστροφή τους, ακόμη και τα ιστορικά βάραθρα και οι γκρεμοί ήταν μικρά. Αλίμονο, οι πέτρες που έριχναν εναντίον τους οι βάρβαροι δεν τους άφηναν να σηκώσουν το κεφάλι, αλλά τους κατασκέπαζαν και τους κατάχωναν τους δυστυχισμένους (...) Κι αν ο γονιός σωζόταν, τα παιδιά πέθαιναν καθώς ποδοπατιούνταν και σπρώχνονταν με βία, προσθέτοντας έτσι στον αριθμό των πτωμάτων των αντρών. Έτσι και το πυκνόμαλλο θρεφτάρι, όταν του επιτίθενται λύκοι, αφήνει τα νεογνά του και φεύγει, και ο λύκος δεν γνωρίζει οίκτο για κανέναν...».

Παράλληλα, ο Άγγελος Βλάχος, στο  έργο του «Οι τελευταίοι γαληνότατοι», δίνει ζωντανή περιγραφή της στιγμής της άλωσης:

«Ανήμερα της μεγάλης γιορτής, ενώ οι άρχοντες είχαν μαζευτεί στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου και ο χορός έψελνε το “νίκας τοῖς βασιλεῦσι”, τα βάλιστρα των Νορμανδών κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν ρήγμα στην Κασσανδρεωτική πύλη. Η λειτουργία συνεχιζόταν έως τη στιγμή που ακούστηκαν κραυγές από μακριά. Σε λίγο έμπαινε τρομοκρατημένο πλήθος, άντρες, γυναίκες και παιδιά, κυνηγημένοι από τους Νορμανδούς. … Οι εισβολείς μπήκαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου σταύλιζαν τα άλογά τους και συνέχισαν τη λεηλασία. Η άλωση της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας θεωρήθηκε από τον λαό ως αλάθητο σημάδι της οργής του Θεού».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις