Σ Α Λ Α Μ Ι Ν Α,η επική Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α,β΄ μέρος
Την παραμονή της ναυμαχίας ο κύριος όγκος του περσικού στόλου εγκατέλειψε τον ναύσταθμο του στον φαληρικό όρμο (Α) και κωπηλατώντας αθόρυβα πλησίασε τις θέσεις του ελληνικού στόλου(Β).
Διαβάστε το πρώτο μέρος...https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_15.html
Μια μοίρα από 200 αιγυπτιακά πλοία πήρε οδηγίες να περιπλεύσει τη Σαλαμίνα στο στενό των Μεγάρων(Γ) την προς δυσμάς διέξοδο των ελληνικών πλοίων.Οι Έλληνες βγήκαν το ξημέρωμα από το δικό τους αγκυροβόλιο κωπηλατώντας και η ναυμαχία έλαβε χώρα στο στενό θαλάσσιο δίαυλο(Δ) βόρεια της Ψυτάλλειας,όπου με εντολή του Ξέρξη είχαν αποβιβαστεί 400 επίλεκτοι στρατιώτες για να τοξοβολήσουν.Τα κορινθιακά πλοία χωρίστηκαν από τα υπόλοιπα ελληνικά και έπλευσαν βόρεια προς τους Αιγύπτιους,όμως,αφού έφτασαν μέχρι τη θέση (Ε) χωρίς να συναντήσουν τον εχθρό επέστρεψαν και ενώθηκαν και πάλι με τις ελληνικές δυνάμεις.Από τη θέση του σε μια προεκβολή της ξηράς απέναντι από την πόλη της Σαλαμίνας ο Ξέρξης μπορούσε να έχει πλήρη εικόνα της ναυμαχίας.
Ο ελληνικός στόλος παρατάχθηκε γρήγορα στα σημερινά Αμπελάκια κοντά στο νησί και μπροστά από την πόλη της Σαλαμίνας. Τη δεξιά πτέρυγα κατέλαβε ο Ευρυβιάδης με τις μοίρες της Σπάρτης, της Κορίνθου, της Αίγινας και των Μεγάρων. Ήταν τα καλύτερα πληρώματα και απέναντί τους είχαν τους Ίωνες της Μικράς Ασίας και τους Κάρες. Στο μέσο είχαν παραταχθεί οι τριήρεις των μικρότερων ελληνικών πόλεων που είχαν απέναντί τους τους Πάμφυλους, τους Λυκίους, τους Κίλικες και τους Κύπριους. Στην αριστερή πτέρυγα ήταν οι Αθηναίοι, των οποίων οι τριήρεις ξεπερνούσαν το μισό του στόλου, και έπρεπε να πολεμήσουν τους Αιγύπτιους και τους Φοίνικες.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Τα αριθμητικά στοιχεία ήταν συντριπτικά υπέρ του εχθρού. Τριακόσια ελληνικά πλοία με εβδομήντα χιλιάδες άνδρες θα πολεμούσαν εναντίον χιλίων περσικών με διακόσιες πενήντα χιλιάδες ναύτες. Οι περσικές γραμμές ήταν τόσες πολλές, ώστε, αν και είχαν παραταχθεί σε τρεις σειρές, υπερφαλάγγιζαν την ελληνική παράταξη, παρόλο που είχε εκτεθεί όσο γινόταν σε μία γραμμή. Θα έλεγε κανείς ότι οι δύο άκρες του περσικού στόλου, αν επεκτείνονταν, ήταν έτοιμες να περικυκλώσουν τα ελληνικά πλοία. Επιπλέον, στην παραλία της Αττικής υπήρχαν χιλιάδες πεζικάριοι έτοιμοι να βοηθήσουν. Αντίθετα, πίσω από τον ελληνικό στόλο δεν υπήρχαν παρά μόνο λίγοι Αθηναίοι οπλίτες με αρχηγό τον Αριστείδη, αφού το σύνολο του ελληνικού στρατού ήταν στον Ισθμό.
Ο ίδιος ο Ξέρξης, καθισμένος σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, παρακολουθούσε από ψηλά το πεδίο της επικείμενης σύγκρουσης. Από εκεί είχε πανοραμική θέα στα στενά της Σαλαμίνας, τον στόλο του να γυαλίζει στο φως της ανατολής και τις σειρές των πλοίων του να σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος στη θάλασσα. Περιτριγυρισμένος από αυλικούς, φρουρούς και γραμματείς έτοιμους να καταγράψουν τη μεγάλη του νίκη, έβλεπε τις ελληνικές τριήρεις να στέκουν αμυντικά, σαν να περίμεναν το μοιραίο. Αδημονούσε να δει τα καράβια του να τιμωρήσουν και να συντρίψουν τους αυθάδεις Έλληνες.
Λίγο μετά την ανατολή του ήλιου, την 29η Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., στη μικρή Σαλαμίνα άρχιζε η μεγάλη και σπουδαία – όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ναυμαχία. Η αριθμητική υπεροχή των περσικών πλοίων εξισορροπούνταν από τη στενότητα του χώρου, κάθε περσικό πλοίο θα έπρεπε να επιτεθεί σε ένα ελληνικό, ενώ όσα θα επιχειρούσαν υποχώρηση, αναγκαστικά θα έπεφταν πάνω στις πίσω σειρές, διαταράσσοντας τη διάταξή τους και προκαλώντας ζημιές.
Ο Θεμιστοκλής, ο πραγματικός ηγέτης του ελληνικού στόλου, αποδείχθηκε καθοριστικός, όχι τόσο επειδή έπεισε τους Πελοποννήσιους να ναυμαχήσουν στα στενά, αλλά κυρίως επειδή προετοίμασε κατάλληλα τον αθηναϊκό στόλο και κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης έδρασε με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.
Οι δύο στόλοι, παρατεταγμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, παρέμειναν ακίνητοι πολλή ώρα, γιατί σε κανέναν δεν συνέφερε να ξεκινήσει πρώτος τη ναυμαχία:oι Έλληνες από τη μία για να μπουν οι Πέρσες μέσα στο στενότερο λιμάνι της Σαλαμίνας, οι Πέρσες από την άλλη για να προελάσουν οι Έλληνες στον κάπως πιο πλατύ χώρο ανάμεσα στα δύο στόμια του πορθμού.
Πρώτος αντήχησε ο παιάνας των Ελλήνων, η σάλπιγγα σήμανε την έφοδο και οι άνδρες φώναξαν δυνατά: «Εμπρός, παίδες των Ελλήνων, σώστε την πατρίδα». Όσοι από τους επίστρατους Ίωνες στα περσικά πλοία καταλάβαιναν τα λόγια, ήξεραν ότι ήταν κάλεσμα για ανταρσία, ενώ βλαστήμιες και κατάρες εκτοξεύονταν από τη μεριά των Περσών.
Οι ελληνικές τριήρεις προωθήθηκαν αργά προς τον εχθρό. Μόλις άρχισαν να δέχονται τα βλήματα από την Ψυτάλλεια και άρχισε η αντεπίθεση των εχθρικών πλοίων, για να πετύχουν τον στόχο να παρασύρουν τον εχθρό στα στενά, άρχισαν να κωπηλατούν προς τα πίσω. Ο Ξέρξης, ικανοποιημένος, έβλεπε ότι ο στόλος του κατατρόμαξε τους Έλληνες,προχωρούσε με αυτοπεποίθηση, αλλά αντιμετώπιζε και τα πρώτα προβλήματα, καθώς έπρεπε να στενέψει το μέτωπό του για να μπει στον χώρο μεταξύ της Κυνόσουρας και της νησίδας του Αγίου Γεωργίου.
Ο Θεμιστοκλής στην πραγματικότητα προσπαθούσε να ευθυγραμμίσει την ελληνική παράταξη, αναμένοντας τους κατάλληλους ανέμους και τα ρεύματα.Οι ελληνικές τριήρεις σταμάτησαν να ανακρούουν πρύμναν, επειδή τα πλευρά τους τώρα ήταν εξασφαλισμένα. Και τότε, στην αριστερή πτέρυγα, ο Αθηναίος Αμεινίας ο Παληνεύς, ο αδερφός του Κυναίγειρου και του Αισχύλου, έδωσε το σύνθημα να κωπηλατήσουν με ορμή προς τα μπρος και έμπηξε τη σιδερένια μύτη της τριήρους του στα πλευρά ενός φοινικικού πλοίου με τόση δύναμη, που τα δύο πλοία δεν μπορούσαν πια να χωριστούν. Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε η επίθεση και από τη δεξιά μεριά. Οι σαλπιγκτές στο πλοίο του Θεμιστοκλή σήμαναν γενική έφοδο, οι ελληνικές τριήρεις ανέπτυξαν ταχύτητα. Ο χώρος ήταν στενός και ο αριθμός των πλοίων που εμπλέκονταν από κάθε πλευρά ήταν ο ίδιο.Το αριθμητικό πλεονέκτημα είχε εξανεμιστεί και οι ταλαιπωρημένοι Πέρσες κωπηλάτες πάλευαν την ίδια στιγμή με δύο εχθρούς, τους Έλληνες και τα αντίθετα ρεύματα.
Πρώτα οι Αθηναίοι, που θα αναδειχτούν σε πρωταγωνιστές της ναυμαχίας και οι οποίοι έδιναν έναν αγώνα εκδίκησης για την καμένη τους πόλη, άρχισαν να υπερισχύουν από τα αριστερά. Ο Θεμιστοκλής, αφού πύκνωσε τη διάταξή του, έσπασε τελικά, έκοψε στα δύο το «ημικύκλιο» που είχαν φτιάξει οι Φοίνικες, αναγκάζοντάς τους να ζητήσουν προστασία προς το κέντρο ή να προσαράξουν προς τη στεριά.
Η ταχύτητα των σκαριών τους μες στο στενό ήταν άχρηστη· οι ευκίνητες αθηναϊκές τριήρεις αποδεικνύονταν αποτελεσματικές.
Ορμούσαν μπροστά, τα κουπιά βυθίζονταν βαθιά και πετούσαν πίσω αφρούς, το χάλκινο έμβολο τους ήταν η αιχμή του δόρατος. Με κρατημένη την αναπνοή οι άνδρες έβλεπαν και άκουγαν, από τον ήχο του νερού, την απόσταση να μικραίνει. Και τότε, η σύγκρουση. Ένα υπόκωφο βρόντημα, ξύλα που σπάνε, κραυγές που σμίγουν με τον κρότο. Το έμβολο καρφώνεται στα πλευρά του φοινικικού σκαριού, ανοίγοντας πληγή βαθιά. Το εχθρικό πλοίο ταλαντεύεται, το κατάστρωμα γέρνει, άνδρες πέφτουν στη θάλασσα. Η τριήρης κολλάει πάνω του για μια στιγμή, σαν θηρίο που δαγκώνει το θήραμα. Το πλήρωμα ζητωκραυγάζει, οι πεζοναύτες αρπάζουν τα ξίφη τους και ετοιμάζονται να πηδήξουν στο εχθρικό κατάστρωμα. Ο εμβολισμός πέτυχε· η μάχη σώμα με σώμα μόλις αρχίζει.
Και έπειτα, οι πλοίαρχοι έδιναν το σύνθημα: «Κωπηλατείστε ανάποδα!»· με φριχτό τρίξιμο οι ελληνικές τριήρεις αποκολλούνταν από τις φοινικικές, αποκαλύπτοντας τα ρήγματα που γέμιζαν νερό από τη θάλασσα.
Ο Θεμιστοκλής έδωσε το σύνθημα να στραφούν προς το κέντρο της εχθρικής παράταξης, που σιγά σιγά άρχισε να υποχωρεί και να στριμώχνεται πότε προς την παραλία και πότε προς την αριστερή πτέρυγα. Το μεγαλύτερο μέρος των περσικών πλοίων μαζεύτηκε αριστερά, εκεί όπου οι ευρισκόμενοι μπροστά Ίωνες και Κάρες είναι αλήθεια ότι πολεμούσαν γενναία απέναντι στους Αιγινήτες και άλλους Δωριείς και δεν είχαν παρασυρθεί σε υποχώρηση. Πίσω τους, όμως, γινόταν θόρυβος και καταστροφικές προσκρούσεις. Τα περσικά πλοία του κέντρου και της δεξιάς παράταξης, όσα δεν προσάραξαν, επιχειρούσαν, καταδιωκόμενα από τους Αθηναίους, να διαφύγουν προς το Φάληρο από την αριστερή πτέρυγα. Έπεφταν, όμως, και χαλούσαν τη διάταξη των ιωνικών και καρικών πλοίων, προσέκρουαν μεταξύ τους, έσπαγαν τα κουπιά τους, τρυπούσαν το ένα το άλλο με τα έμβολά τους.Έιχαν μετατραπεί σε μια μάζα ανίκανη να ελιχθεί.
Ο Πέρσης ναύαρχος Αριαβίγνης,αδερφός του Ξέρξη, βλέποντας τους Φοίνικες να κάμπτονται διέταξε τις εφεδρείες να προωθηθούν, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί μεγαλύτερη σύγχυση και να χειροτερέψει για τους Πέρσες η κατάσταση. Αθηναίοι και Αιγινήτες από κοινού επιχειρούσαν να καταφέρουν ένα καθοριστικό χτύπημα. Ο Θεμιστοκλής έδωσε εντολή η τριήρης του να πλεύσει κατά της περσικής ναυαρχίδας στην οποία επέβαινε ο Αριαβίγνης. Ο Αμεινίας ο Παληνεύς πρώτος πρόλαβε την αντίδραση του Πέρση και έμπηξε το έμβολο της τριήρους του στην περσική ναυαρχίδα, ο Αριαβίγνης όρμησε στο αθηναϊκό κατάστρωμα, πρόλαβαν όμως οι Αθηναίοι και τον έριξαν στη θάλασσα.
Οι Πέρσες και Σάκες πεζοναύτες έριχναν αναρίθμητα βέλη, αλλά η καλή θωράκιση των Ελλήνων τους προστάτευε καλά.Η μάχη γενικεύτηκε σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Τριήρης με τριήρη καρφώνονταν με τα έμβολα.Οι Έλληνες πεζοναύτες εισπηδούσαν στο αντίπαλο κατάστρωμα και τότε άρχιζε άγρια μάχη σώμα με σώμα.Τα βέλη σφύριζαν στο αέρα,φωτιές κατέκαιγαν τη θάλασσα, κραυγές πόνου,διαταγές απελπισίας, βλασφήμιες σε διάφορες γλώσσες δονούσαν την ατμόσφαιρα. Πλοία συντρίβονταν και έσπαζαν στα δυο,άνδρες πηδούσαν στην κοκκινισμένη θάλασσα για να σωθούν
Η δυναμική Αρτεμισία συμμετείχε αλώβητη σε εκείνο το πλήθος από ναυάγια και φυγάδες. Κάποια στιγμή το πλοίο της ήρθε πολύ κοντά με την τριήρη του πανταχού παρόντα Αμεινία. Οι Αθηναίοι, επειδή μια γυναίκα είχε τολμήσει να εκστρατεύσει εναντίον τους, την είχαν επικηρύξει με το ποσό των 10.000 αττικών δραχμών για όποιον την έπιανε ζωντανή. Προκειμένου να ξεφύγει, η Αρτεμισία διέταξε τους ναύτες της να εμβολίσουν το διπλανό περσικό καράβι, για να ξεφύγει αλλά και να αποπροσανατολίσει τους Αθηναίους. Ευτυχώς για αυτήν κανείς τους δεν σώθηκε για να την κατηγορήσει. Ακόμη και ο Ξέρξης που έβλεπε από ψηλά, πίστεψε κι αυτός ότι η Αρτεμισία είχε εμβολίσει ελληνικό πλοίο και είπε: «Οι άντρες μου γίνανε γυναίκες και οι γυναίκες άντρες».
Τόσο βιαστικά αποχωρούσαν οι Πέρσες για το Φάληρο που ξέχασαν να πάρουν τους πεζικάριους που είχαν αποβιβάσει στην Ψυτάλλεια. Ο Αριστείδης μαζί με αθηναϊκό απόσπασμα τους εξόντωσε σχεδόν όλους.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει, το φεγγάρι είχε γεμίσει τον ουρανό, οι Έλληνες νικούσαν, όμως η αξία της νίκης τους δεν φάνηκε από την πρώτη στιγμή. Είχαν χάσει μόνο 40 πλοία, είχαν καταστρέψει 200 περσικά, πολλές περσικές τριήρεις τις είχαν αποκλείσει, όμως παρέμενε ακόμα σώο ένα σημαντικό κομμάτι του περσικού στόλου, ενώ και ο στρατός ήταν ετοιμοπόλεμος στην Αττική.
Οι Έλληνες φυσιολογικά περίμεναν νέα σύγκρουση με τους Πέρσες.Ο στόλος έπλεε σε μια θάλασσα σκεπασμένη από πτώματα και σπασμένα ξύλα.Δεν υπήρχε όμως εχθρός στον ορίζοντα.Έφθασαν μέχρι τα ζεμένα φορτηγά πλοία και στην εξέδρα εφόδου που ήθελε να φτιάξει περισσότερο για να τρομάξει τους Έλληνες ο Ξέρξης, και δεν βρήκαν κανέναν.Τότε μόνο κατάλαβαν το μέγεθος της νίκης και ξέσπασαν σε λυτρωτικούς πανηγυρισμούς.
Η απελπισία που είχε καταλάβει τον Ξέρξη, ο φόβος μιας ολικής καταστροφής, θα τον οδηγήσει σε γρήγορες και βιαστικές κινήσεις. Φοβούμενος ότι τα ελληνικά πλοία θα κινηθούν στον Ελλήσποντο για να χαλάσουν τα περίφημα προγεφυρώματά του, αποκλείοντάς τον στην Ευρώπη. Τις αποφάσεις του επιτάχυνε η προθυμία του Μαρδονίου να παραμείνει αυτός στην Ελλάδα με το στρατό και να συνεχίσει την προσπάθεια της κατάκτησης. Η γρήγορη φυγή του περσικού στόλου θα αιφνιδιάσει τους Έλληνες, οι Αθηναίοι θα ζητήσουν την καταδίωξή τους, όμως οι Πελοποννήσιοι θα αντιταχθούν. Τότε θα γίνει η δεύτερη διπλωματική και διφορούμενη κίνηση από τον Θεμιστοκλή. Θα στείλει πάλι τον πιστό του δούλο στον Ξέρξη με επιστολή που τον πληροφορούσε ότι χάρη στις ενέργειές του οι Έλληνες δεν θα εκστρατεύσουν στον Ελλήσποντο. Το τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ο δαιμόνιος Αθηναίος στρατηγός είναι δύσκολο να καταλάβουμε. Επιθυμούσε να τον παραπλανήσει για να μείνει ή αντίθετα για να επιταχύνει την αποχώρησή του. Πιθανότατα ο Θεμιστοκλής με το διορατικό του μυαλό ήθελε να έχει μια επαφή για να επηρεάζει, όπως πίστευε, τον Πέρση βασιλιά.
Αφού επιβίβασε τα παιδιά του στα πλοία της Αρτεμισίας προκειμένου να αποχωρήσουν ασφαλείς, ο Ξέρξης ξεκίνησε με τον στρατό του πορεία υποχώρησης προς τα βόρεια. Οι αυλικοί του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν με την ιδέα ότι τουλάχιστον είχε καταστρέψει τη μεγάλη αντίπαλο, την Αθήνα. Στη Θεσσαλία ο Μαρδόνιος επέλεξε τον στρατό του που αποτελούνταν από 300.000 περίπου άνδρες. Ήταν πλέον φθινόπωρο, θα διαχείμαζε εκεί εξασφαλίζοντας τον ανεφοδιασμό του και στην αρχή της άνοιξης θα δοκίμαζε μια νέα επίθεση. Το υπόλοιπο στράτευμα με τον Ξέρξη ακολούθησε μια επίπονη πορεία μέσα από τη Μακεδονία και τη Θράκη και, μετά από σαρανταπέντε μέρες πορείας, έφτασε στον Ελλήσποντο όπου οι γέφυρες από τον καιρό είχαν καταστραφεί. Ο ταλαιπωρημένος και μελαγχολικός Ξέρξης με το στόλο πέρασε στην Ασία, φθάνοντας τελικά στις Σάρδεις, οκτώ μήνες περίπου από την ημέρα εκείνη που είχε ξεκινήσει με το αναρίθμητο στράτευμά του τη φιλόδοξη εκστρατεία.
Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας υπήρξε καθοριστικό γεγονός που επηρέασε την πορεία του ελληνικού κόσμου, καθώς η νίκη των Ελλήνων απέναντι στους Πέρσες εξασφάλισε την επιβίωση της ελευθερίας και του πολιτισμού του ελληνικού κόσμου. Η οριστική απαλλαγή από τον περσικό κίνδυνο θα επιτευχθεί λίγο αργότερα, στις Πλαταιές, όπου οι Έλληνες θα δώσουν το τελικό χτύπημα στον εχθρό. Περισσότερο από μια πολεμική σύγκρουση, η Σαλαμίνα συμβολίζει τη δύναμη της ενότητας και της αποφασιστικότητας απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο, αφήνοντας μια παρακαταθήκη που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου