Το μονοπάτι της μνήμης,Α΄ μέρος
Στη σύγχρονη Ελλάδα, ταξιδεύοντας σε χωριά και πόλεις, συναντά κανείς συχνά τοπωνύμια που φέρουν ως επιθετικό προσδιορισμό το «Νέα».Η πιο γνωστή περίπτωση είναι, βεβαίως, η Νέα Σμύρνη, ένας από τους μεγαλύτερους δήμους της Αττικής. Αλλά δεν είναι η μόνη: Νέα Πέραμος, Νέα Ερυθραία, Νέα Ιωνία, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Σεβάστεια και δεκάδες άλλες περιπτώσεις, όπου η ονομασία δηλώνει μια κοινή ιστορική αιτιολογία.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Παράλληλα, σε δρόμους και συνοικίες μεγάλων πόλεων συναντούμε ονόματα που παραπέμπουν σε τόπους της Μικράς Ασίας, της Θράκης και του Πόντου. Οι ονομασίες αυτές δεν είναι τυχαίες∙ αποτελούν μνημονικά ίχνη της Μικρασιατικής Καταστροφής και του προσφυγικού ελληνισμού που, μετά το 1922 και την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, βρέθηκε ξεριζωμένος από τις πατρογονικές εστίες και εγκαταστάθηκε στον ελλαδικό χώρο.
Πολλοί από εμάς δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πορεία ενός πολέμου με τραγική κατάληξη, θα είχαμε γεννηθεί στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου. Η ιστορία εκείνης της περιόδου δεν αφορά μόνο τα στρατιωτικά γεγονότα, αλλά και μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική ανατροπή: την απώλεια πατρίδων αιώνων και την ταυτόχρονη γέννηση νέων κοινοτήτων μέσα στην ελληνική επικράτεια.
Τα «Νέα» τοπωνύμια και οι προσφυγικές συνοικίες λειτουργούν ως ζωντανά τεκμήρια της ιστορικής μνήμης. Υπενθυμίζουν ότι η σύγχρονη Ελλάδα διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από εκείνη τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών, από την οδύνη του ξεριζωμού αλλά και από τη δημιουργική συμβολή των προσφύγων στην οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή του τόπου.
Το μονοπάτι της μνήμης, μέσα από αυτά τα ονόματα, γίνεται λεωφόρος της συλλογικής μας ταυτότητας.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918) σηματοδότησε την αρχή του τέλους για την ήδη παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εμπλοκή της στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία) οδήγησε στην τελική της ήττα. Με τη λήξη του πολέμου, οι νικητές (Αντάντ: Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και, αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες) διαπραγματεύτηκαν τη διανομή των εδαφών της, σύμφωνα με τη λογική των «εθνικών διεκδικήσεων» και των γεωπολιτικών τους συμφερόντων.
Το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα» έμπαινε πλέον στην τελική του φάση, με τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων να εντείνονται γύρω από τον έλεγχο στρατηγικών περιοχών και πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ανατολικής Μεσογείου. Οι ίδιοι αυτοί ανταγωνισμοί θα οδηγούσαν σύντομα σε μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής τους, αφήνοντας την Ελλάδα να αντιμετωπίσει μόνη της τον ανερχόμενο τουρκικό εθνικισμό που μετά την παρουσία ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία θα εξαπλωθεί ραγδαία υπό την καθοδήγηση του Κεμάλ Ατατούρκ.
Η «Μεγάλη Ιδέα» και οι ελληνικές βλέψεις στη Μικρά Ασία
Η Ελλάδα, έχοντας περάσει την περίοδο του Εθνικού Διχασμού και τη σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τελικά συντάχθηκε με τις δυνάμεις της Αντάντ. Έτσι, με το τέλος του πολέμου, βρέθηκε ανάμεσα στους νικητές.
Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την πεποίθηση ότι ήταν εφικτή η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της εθνικής ολοκλήρωσης με την ενσωμάτωση στον ελληνικό κορμό όλων των περιοχών με πολυάριθμους ελληνικούς πληθυσμούς. Η Μικρά Ασία –και ιδιαίτερα η Ιωνία με κέντρο τη Σμύρνη– αποτελούσε για τον ελληνισμό χώρο ιστορικής και πολιτισμικής σημασίας, όπου ζούσαν ισχυρές και ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες.
Μπορώ να σου το διορθώσω και να το συμπληρώσω ώστε να είναι πιο ολοκληρωμένο και ιστορικά πιο ακριβές:
Η συμμετοχή της Ελλάδας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αντάντ στη Μακεδονία, και αργότερα στην εκστρατεία της Ουκρανίας, θεωρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως «αντάλλαγμα» που θα ενίσχυε τις εδαφικές διεκδικήσεις της χώρας και θα εξασφάλιζε τη διεθνή υποστήριξη στις βλέψεις της για τη Μικρά Ασία. Στην πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε ότι επρόκειτο περισσότερο για μια τακτική κίνηση των Συμμάχων, η οποία εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα στη δεδομένη χρονική συγκυρία. Όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες άλλαξαν, η Ελλάδα βρέθηκε ουσιαστικά μόνη της να επιχειρεί να διατηρήσει τα κεκτημένα της στη Μικρά Ασία, χωρίς την έμπρακτη υποστήριξη των Συμμάχων.Τα λάθη που έγιναν και η άφρονα πολιτική που ακολουθήθηκε οδήγησαν στην μεγάλη καταστροφή.
Η Σμύρνη το 1920
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Σμύρνη ήταν μια πόλη της Ανατολής με έντονο ευρωπαϊκό αέρα. Το μεγάλο,εμπορικό της λιμάνι τη συνέδεε με τις πόλεις της Ευρώπης, ενώ η αγορά της διέθετε μαγαζιά και εμπορεύματα που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Ήταν μια πολιτεία γεμάτη αντιθέσεις: πλούτος και διανόηση, παράδοση και εκσυγχρονισμός, Ανατολή και Δύση, χριστιανισμός και ισλαμισμός συνυπήρχαν σε μια εύθραυστη αλλά γοητευτική ισορροπία.
Η κοινωνική ζωή ήταν έντονη. Στα καφενεία ακούγονταν μουσικές, στα κέντρα οργανώνονταν χοροί, στα θέατρα ανέβαιναν μεγάλες παραστάσεις από εγχώριους και ξένους θιάσους. Οι γυναίκες της Σμύρνης ακολουθούσαν τις τελευταίες τάσεις της μόδας, γεγονός που φανέρωνε την ανοιχτή στάση της πόλης απέναντι στις ευρωπαϊκές επιρροές.
Η πολυχρωμία και οι αντιθέσεις της Σμύρνης αποτυπώνονταν και στη σύνθεση του πληθυσμού. Σε 370.000 έφταναν τότε οι κάτοικοί της..Η πόλη ήταν χωρισμένη σε μαχαλάδες, σε ξεχωριστές γειτονιές:οι 165 χιλιάδες ήταν Έλληνες,οι 80 χιλιάδες Τούρκοι, 40 χιλιάδες Αρμένιοι,55 χιλιάδες Εβραίοι και 30 χιλιάδες Λεβαντίνοι συνέθεταν το μωσαϊκό της. Η συνύπαρξη αυτή, αν και όχι πάντα αρμονική, προσέδιδε στην πόλη τον χαρακτήρα μιας πραγματικής πολυπολιτισμικής μητρόπολης.Η ζωή ήταν εύκολη,χαρούμενη,ξένοιαστη για τους Έλληνες και τους υπόλοιπους "ξένους".Υπήρχε βέβαια η σκιά ότι ήταν υπόδουλη σε έναν άξεστο και καθυστερημένο δυνάστη,για αυτό και η προσδοκία της απαλλαγής από αυτόν ήταν έντονη.Μόνο για τους περισσότερους Τούρκους της πόλης η ζωή ήταν δύσκολη,καθώς αγράμματοι όπως ήταν,αναγκάζονταν να κάνουν τις πιο βαριές και κακοπληρωμένες εργασίες.
Το σημαντικότερο μέρος της οικονομικής ζωής της πόλης,της πιο πλούσιας και μεγαλύτερης πολιτείας της οθωμανικής αυτοκρατορίας το κατείχαν οι Έλληνες, όχι μόνο στην Σμύρνη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή: έμποροι,τραπεζίτες, βιοτέχνες,γιατροί, φαρμακοποιοί,τεχνίτες. Από κοντά βέβαια και οι άλλες εθνότητες μετείχαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσίαζε και η παιδεία. Η λειτουργία γυμνασίων, παρθεναγωγείων, η ιστορική Ευαγγελική Σχολή, αλλά και η προετοιμασία για την ίδρυση πανεπιστημίου, μαρτυρούσαν το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των κατοίκων και τη σημασία που αποδιδόταν στην εκπαίδευση.
Η Συνθήκη των Σεβρών
Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) αποτέλεσε θρίαμβο για την ελληνική διπλωματία και κορυφαία στιγμή της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η Ελλάδα έφτασε τότε στο απόγειο της εδαφικής της επέκτασης, αποκτώντας την Ανατολική Θράκη μέχρι σχεδόν τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, τα Δωδεκάνησα (με προσωρινή ιταλική κατοχή), καθώς και δικαιώματα στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της Ιωνίας.
Με βάση τη Συνθήκη, η Ελλάδα είχε το δικαίωμα να αποβιβάσει στρατεύματα και να εγκαθιδρύσει διοίκηση στη Σμύρνη, με την πρόβλεψη ότι μετά από πέντε χρόνια θα μπορούσε να ενσωματώσει οριστικά την περιοχή με τη σύμφωνη γνώμη της Κοινωνίας των Εθνών και ύστερα από δημοψήφισμα του τοπικού πληθυσμού.
Το άστρο του Βενιζέλου έλαμπε στη διεθνή διπλωματική σκηνή και η Ελλάδα φαινόταν να πραγματώνει τη «Μεγάλη Ιδέα». Η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ήταν γεγονός, καθώς η επικράτειά της εκτεινόταν στην Ευρώπη και την Ασία, περιβάλλοντας το Αιγαίο, το Ιόνιο, τη Μεσόγειο, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Εύξεινο Πόντο.Το όνειρο της φυλής,το "πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα ναι",που λογαριαζόταν ανεδαφική ουτοπία αποκτούσε ξαφνικά σάρκα και οστά.
Δεν είχαν περάσει ακόμη σαράντα οκτώ ώρες από την υπογραφή της Συνθήκης, όταν σημειώθηκε η δολοφονική απόπειρα σε βάρος του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Οι ιαχές του θριάμβου αντικαταστάθηκαν από κραυγές μίσους και αλληλοσπαραγμού, καθώς στην Αθήνα ξέσπασαν ταραχές. Λίγο αργότερα, στην Κηφισιά, ο Ίων Δραγούμης, σημαίνων εκπρόσωπος του αντιβενιζελικού κόσμου, θα γίνει το εξιλαστήριο θύμα μιας αναίτιας εκτέλεσης που προκάλεσε φρίκη σε όλους. Το γεγονός αυτό κατέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι ο Εθνικός Διχασμός όχι μόνο παρέμενε ζωντανός, αλλά και προοριζόταν να αποτελέσει τον προάγγελο της καταστροφής που θα ακολουθούσε.
Πίσω όμως από τον διπλωματικό θρίαμβο υποκρύπτονταν σοβαρές αδυναμίες. Η Συνθήκη είχε γίνει αποδεκτή μόνο από τον αδύναμο και απόλυτα ελεγχόμενο από τις Μεγάλες Δυνάμεις Σουλτάνο, χωρίς να αναγνωριστεί ποτέ από το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, το οποίο, με αργά και μεθοδικά βήματα, προετοίμαζε την αντίδρασή του. Παράλληλα, οι ισορροπίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων μεταβάλλονταν ραγδαία, εξέλιξη που προοιώνιζε τις μελλοντικές δυσκολίες και αμφισβητούσε την ελληνική δυνατότητα να εδραιώσει μακροπρόθεσμα την παρουσία της στη Μικρά Ασία.
Ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη
Στις 2 Μαΐου 1919 ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη.Η άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού και ρίγη συγκίνησης στον ελληνικό πληθυσμό της πόλης, αλλά ταυτόχρονα ανησυχία και φόβο στους Τούρκους κατοίκους της.
Στην προκυμαία εκτυλίχθηκαν συγκλονιστικές σκηνές. Ο αρχιεπίσκοπος Σμύρνης Χρυσόστομος υποδέχθηκε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες, εκφωνώντας πανηγυρικό λόγο, ενώ χιλιάδες ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν για πρώτη φορά περήφανες στα μπαλκόνια της πόλης. Ο ενθουσιασμός του ελληνικού στοιχείου ήταν διάχυτος, καθώς η απόβαση ερμηνεύθηκε ως η απαρχή της πραγματοποίησης της Μεγάλης Ιδέας.
Δεν έλειψαν και οι εντάσεις: οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και τμήμα του τουρκικού πληθυσμού που έδειξαν από νωρίς ότι η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία θα συναντούσε σοβαρές δυσκολίες. Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε σχετικά εύκολα την περιοχή γύρω από τη Σμύρνη, εδραιώνοντας τον έλεγχό του στη ζώνη που είχε παραχωρηθεί από τους Συμμάχους.Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με τη διορατικότητα που τον διέκρινε, προειδοποίησε τον στρατιωτικό διοικητή Λεωνίδα Παρασκευόπουλο να μην προχωρήσει πέρα από τα όρια ευθύνης που είχαν καθοριστεί, καθώς είχε αντιληφθεί την τακτική των Τούρκων και τον κίνδυνο να εμπλακεί η Ελλάδα σε έναν πόλεμο φθοράς στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού, εγκαθιδρύθηκε ελληνική διοίκηση στη Σμύρνη υπό τον Ύπατο Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη, επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η θητεία του υπήρξε αμφιλεγόμενη, καθώς είχε τη δύσκολη αποστολή να εκπροσωπεί ταυτόχρονα την Ελλάδα και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο Στεργιάδης διέθετε διοικητική ικανότητα και προσπάθησε να επιβάλει τάξη και ουδετερότητα, όμως αυτή η στάση τον έκανε αντιδημοφιλή στους Έλληνες, που περίμεναν περισσότερη εύνοια και στήριξη.Κατηγορήθηκε για φιλοτουρκισμό ή υπεροψία, αν και στην πραγματικότητα στόχευε να αποφύγει τις ακρότητες και να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στις κοινότητες. Παρ’ όλα αυτά, στη διάρκεια της τριετίας 1919–1922 οι εντάσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων οξύνθηκαν, καθώς το κεμαλικό κίνημα ισχυροποιούνταν στην Ανατολία και η ελληνική διοίκηση βρισκόταν σε ολοένα και πιο δύσκολη θέση...
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


_Venizelos_c1920.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου