Το μονπάτι της μνήμης,Β΄μέρος,διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου

 

Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ευθύνη και των Συμμάχων, κορυφώνεται με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τα συμμαχικά στρατεύματα στις 16 Μαρτίου 1920. Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και η ταπεινωτική για τους Τούρκους Συνθήκη των Σεβρών ριζοσπαστικοποιούν το τουρκικό εθνικό κίνημα και αναδεικνύουν την ηγετική μορφή του Κεμάλ. Συσπειρώνει  γύρω του όλους τους Τούρκους, υιοθετεί πατριωτικό και αντιιμπεριαλιστικό λόγο, ενώ με την ευφυΐα του εκμεταλλεύεται τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Συμμάχων, επιχειρώντας να τους διασπάσει προσεγγίζοντας τον καθένα ξεχωριστά.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Οι εκλογές του 1920

Στο μεταξύ,στην Αθήνα πεθαίνει ο βασιλιάς Αλέξανδρος (Οκτώβριος 1920), με τον οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος συνεργαζόταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ο θάνατός του δημιούργησε πολιτικό κενό και άνοιξε ξανά τον δρόμο για την επιστροφή του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, γεγονός που αναζωπύρωσε τον παλιό Εθνικό Διχασμό.

Ο Βενιζέλος, ενισχυμένος από τις μεγάλες διπλωματικές και στρατιωτικές του επιτυχίες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Συνθήκη των Σεβρών, αισθανόταν ισχυρός και βέβαιος για την πολιτική του θέση. Προκήρυξε λοιπόν εκλογές για τον Νοέμβριο του 1920. Ωστόσο, στις εκλογές αυτές τον περίμενε μια μεγάλη ανατροπή: το κόμμα των Φιλελευθέρων ηττήθηκε, ενώ οι αντιβενιζελικές δυνάμεις επανήλθαν στην εξουσία, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας περιόδου πολιτικών ανακατατάξεων και αβεβαιότητας.

Ο Βενιζέλος δεν υπολόγισε ότι το εκλογικό σώμα δεν εξέφραζε το σύνολο του έθνους, αλλά κυρίως ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού που ήταν πλέον κουρασμένο από τους συνεχείς πολέμους και αδιαφορούσε για τους θριάμβους στη Μικρά Ασία.Η κυβέρνηση είχε παραμελήσει τις εσωτερικές υποθέσεις, ρίχνοντας όλο το βάρος στον πόλεμο, έναν πόλεμο που κόστιζε τεράστια ποσά αλλά και ανθρώπινες ζωές. Στον στρατό υπήρχαν στρατιώτες που υπηρετούσαν αδιάκοπα ήδη από τους Βαλκανικούς πολέμους, δηλαδή για περισσότερο από δέκα χρόνια.Παράλληλα, το κλίμα του Διχασμού αναζωπυρώθηκε με την προοπτική επανόδου του Κωνσταντίνου,δημιουργώντας πάλι άσχημες εσωτερικές συνθήκες.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, το βενιζελικό κόμμα έλαβε μόλις 118 από τις 369 έδρες της Βουλής, γεγονός που σηματοδότησε μια βαριά πολιτική ήττα,ενώ ο Ελευθέριος  Βενιζέλος δεν εξελέγη καν βουλευτής.


 

Η Αντιπολίτευση, κατεβαίνοντας ενωμένη στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, εκμεταλλεύτηκε πλήρως το διαμορφωμένο κλίμα. Υποσχέθηκε το γρήγορο τέλος του πολέμου, την άμεση επιστροφή των στρατιωτών στα σπίτια τους και, φυσικά, την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου στον θρόνο.

 Η "αλλαγή" των Συμμάχων

Η ήττα του Βενιζέλου και η επιστροφή του Κωνσταντίνου έδωσαν στους Συμμάχους την πρόφαση να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντι στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, η αλλαγή αυτή οφειλόταν κυρίως στην άνοδο του τουρκικού εθνικισμού υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, που είχε ήδη αρχίσει να ανατρέπει τις ισορροπίες στη Μικρά Ασία και να αναγκάζει τις μεγάλες δυνάμεις να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο προάσπισης των συμφερόντων τους.

Το συμμαχικό μέτωπο είχε πλέον διασπαστεί. Η Γαλλία θεωρούσε ότι η Ελλάδα δεν θα άντεχε την πίεση της κεμαλικής Τουρκίας και σταδιακά προσανατολιζόταν σε συνεννόηση με τον Κεμάλ. Οι Ιταλοί εξ αρχής ήταν αντίθετοι με την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία, την οποία έβλεπαν ως εμπόδιο στα δικά τους σχέδια στην Ανατολή. Μόνο η Μεγάλη Βρετανία, έχοντας ζωτικά στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, πίεζε τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει τον πόλεμο, υποσχόμενη –χωρίς όμως να εξασφαλίζει– στήριξη.




Οι αποφάσεις της νέας κυβέρνησης

Η νέα κυβέρνηση προσέγγισε το Μικρασιατικό ζήτημα με  μία και μοναδική  επιλογή,  τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων μέχρι τον εξαναγκασμό του Κεμάλ να αποδεχθεί τη Συνθήκη των Σεβρών.Διακατέχονταν από την πεποίθηση ότι μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση αποτελεσματικότερα από τον Βενιζέλο και ήθελε αυτό να το αποδείξει στους συμμάχους,για τον λόγο αυτό επέλεξε την κλιμάκωση αντί την αναζήτησης διπλωματικών διεξόδων. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική σκιά του Βενιζέλου και η διαρκής απειλή της επιστροφής του στην εξουσία εξακολουθούσαν να βαραίνουν το κυβερνητικό έργο, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις.

 Αποφασίζει άμεσα τη συνέχιση του πολέμου,αυξάνοντας μάλιστα τον αριθμό των στρατιωτών στο μικρασιατικό μέτωπο. Παράλληλα στη στρατιωτική ιεραρχία  προωθούνται φιλοβασιλικοί, ο αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος αντικαθίσταται από τον Αναστάσιο Παπούλια. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν τη μορφή συγκρούσεων των ελληνικών δυνάμεων με σώματα ατάκτων Τούρκων που χρησιμοποιούσαν  ιταλικές βάσεις. Προοδευτικά ο στρατός του Κεμάλ  θα οργανωθεί και θα ισχυροποιηθεί γεγονός που θα δυσκολέψει την  ελληνική προώθηση στη γραμμή Προύσα-Εσκί Σεχίρ και Ουσάκ-Αφιόν Καραχισάρ.

 Ακολουθεί ένας έντονος διπλωματικός αγώνας για την εξεύρεση πολιτικής λύσης,που θα όριζε την παραμονή των Ελλήνων στη ζώνη κατοχής που όριζε η συνθήκη των Σεβρών,ιδέα πια που είχε υιοθετήσει και ο Βενιζέλος και συνιστούσε στην ελληνική κυβέρνηση. που όμως αποδεικνύεται ανέφικτη.Η ελληνική πλευρά θεωρούσε ότι μπορούσε να συνεχίσει τον επιθετικό πόλεμο ως την Άγκυρα,ενώ ο Κεμάλ για κανέναν λόγο δεν δεχόταν την παραμονή των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Οι διαπραγματεύσεις οδηγούνται σε ναυάγιο.

Τον Μάρτιο του 1921 η ελληνική πλευρά επιχείρησε εκ νέου την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ και του Αφιόν Καραχισάρ, όμως και αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Στο διπλωματικό πεδίο, το μοναδικό ουσιαστικό εχέγγυο που διέθετε η Ελλάδα ήταν η βρετανική υποστήριξη, καθώς το Λονδίνο θεωρούσε πως η παρουσία του ελληνικού στρατού μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στον ανερχόμενο τουρκικό εθνικισμό. Ενθαρρυμένη από αυτή τη στάση, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να προετοιμάζει νέα μεγάλη επίθεση.

Απόφαση για επίθεση

Τον Μάιο του 1921, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες Παύλο, Νικόλαο και Ανδρέα, τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και τον υπουργό Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, αναχωρεί για τη Σμύρνη, προκειμένου να τεθεί επικεφαλής του ελληνικού στρατού. Δεν είναι ωστόσο  ο στρατηλάτης των Βαλκανικών πολέμων, αλλά ένας βασιλιάς με επιβαρυμένη υγεία. Στη σύσκεψη που πραγματοποιείται με τον νέο στρατιωτικό διοικητή Γεώργιο Παπούλια αποφασίζεται η κατάληψη της γραμμής Εσκί Σεχίρ–Αφιόν Καραχισάρ και η καταστροφή του κύριου όγκου του κεμαλικού στρατού.


 

Ο ελληνικός στρατός προωθείται σχετικά εύκολα στη γραμμή Αφιόν Καραχισάρ–Κιουτάχεια–Εσκί Σεχίρ. Ο στρατηγικός όμως στόχος, δηλαδή η εξόντωση του τουρκικού στρατού, δεν επιτυγχάνεται, καθώς οι Τούρκοι υποχωρούν έγκαιρα, πριν κλείσει ο ελληνικός κλοιός. Στο μεταξύ, ο Κεμάλ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και συνάπτει εμπορικές και στρατιωτικές συμφωνίες με τους Γάλλους, τους Ιταλούς αλλά και τους Σοβιετικούς, γεγονός που ανησυχεί σοβαρά τους συμμάχους της Αντάντ. Ο παλιός εχθρός μετατρέπεται πλέον σε σύμμαχο. Η κατάσταση προοιωνίζεται δυσοίωνη για την Ελλάδα.

 


Η πορεία προς την Άγκυρα

Αποφασίστηκε η συνέχιση της προέλασης προς την Άγκυρα. Ο ελληνικός στρατός διεξήγαγε επιχειρήσεις επιθετικού χαρακτήρα, προελαύνοντας χιλιόμετρα μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Η κατάληψη της Άγκυρας θα εξασφάλιζε την τροφοδοσία του στρατεύματος, ενώ ταυτόχρονα θα επέφερε καίριο στρατιωτικό και ψυχολογικό πλήγμα στον αντίπαλο, οδηγώντας τον πιθανότατα σε συνθηκολόγηση.

Μετά την προέλαση μέσα από την άνυδρη Αλμυρή Έρημο, ο Ελληνικός Στρατός έφτασε στα περίχωρα της Άγκυρας, στον Σαγγάριο ποταμό, που λειτουργούσε σαν ισχυρό φυσικό φράγμα. Εκεί συνάντησε την αποφασιστική αντίσταση του τουρκικού στρατού, υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ.

 Η μάχη κράτησε τρεις περίπου εβδομάδες και χαρακτηρίστηκε από εξαντλητικές συγκρούσεις σε αφιλόξενο έδαφος, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Αν και ο στρατός δεν γνώρισε άμεση ήττα, η αδυναμία του όμως να διασπάσει την τουρκική άμυνα και η τεράστια απόσταση από τις βάσεις ανεφοδιασμού οδήγησαν στην απόφαση της απόσυρσης στην αρχική τους γραμμή(Εσκί Σεχίρ-Αφιόν Καραχισάρ),ώστε να αποφευχθεί η αποκοπή.

 Ήταν  φανερό ότι η στρατιωτική λύση είχε εξαντληθεί και ότι το Μικρασιατικό ζήτημα μπορούσε να κριθεί μόνο σε διπλωματικό επίπεδο. Η Μάχη του Σαγγάριου θεωρείται η τελευταία μεγάλη ελληνική επίθεση στη Μικρά Ασία και το σημείο όπου η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων πέρασε οριστικά στην τουρκική πλευρά.

Υποχώρηση,στασιμότητα και λάθη

 Όταν η ελληνική στρατιά διάβηκε αντίστροφα τον Σαγγάριο  τον Αύγουστο του 1921 και οι δυνάμεις της υποχώρησαν στις θέσεις από όπου είχαν εξορμήσει,δεν άργησε να γίνει αντιληπτό πως ο πόλεμος είχε χαθεί.Η μεγάλη προσπάθεια να συντριβεί ο στρατός του Κεμάλ δεν είχε πετύχει,ενώ εξέλειπε πια και η υλική και ηθική δυνατότητα να προσπαθήσει και πάλι ο στρατός.

Σε λίγο αρχίζει ο χρόνος της αγωνίας με μια σειρά από στρατιωτικά και πολιτικά λάθη που δίνουν το πλεονέκτημα στον εχθρό να πάρει την πρωτοβουλία και να προετοιμάσει την αντεπίθεσή του.Κι ενώ ο αρχηστράτηγος Παπούλιας τόνιζε την εξάντληση του στρατού και την ανάγκη για περαίωση της εκστρατείας,η πολιτική ηγεσία δια στόματος του Δημητρίου Γούναρη "πανηγύριζε" ακόμα για τις κατακτήσεις και τα 100.000 τ.χμ. που κατείχε η Ελλάς στη Μικρά Ασία.

 Τα λάθη θα διαδέχονται το ένα το άλλο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1921 και της άνοιξης του 1922, το μέτωπο παρέμεινε  ακίνητο.Πολιτικοί και στρατιωτικοί έβλεπαν την ανεπάρκεια σε άνδρες και υλικές δυνατότητες για να κρατηθεί ένα μέτωπο,μια τεράστια αμυντική γραμμή, περίπου 800 χιλιομέτρων που άρχιζε από την Προποντίδα και τέλειωνε στις εκβολές του Μαιάνδρου.Η απόσταση του Γενικού Στρατηγείου Σμύρνης από τα πιο κρίσιμα σημεία του Μετώπου,το Αφιόν Καραχισάρ,ήταν περίπου 420 χμ.Μοιραία υπήρχαν σε αυτό το Μέτωπο κενά που πρόσφεραν στον εχθρό εξαιρετικές ευκαιρίες αιφνιδιασμού,σε μερικά μάλιστα σημεία έμενε ακάλυπτο. Οι στρατιώτες έμεναν για μήνες  μακριά από την πατρίδα, με το ηθικό συνεχώς να φθίνει, ενώ οι δυσκολίες στον ανεφοδιασμό και η οικονομική κρίση στην Ελλάδα όξυναν το πρόβλημα. 

Παράλληλα,η διπλωματική κατάσταση επιδεινώθηκε,όπως γίνεται φανερό από τα πενιχρά αποτελέσματα των διπλωματικών αποστολών παρουσία του ίδιου του Γούναρη στις συμμαχικές πρωτεύουσες. Η Μεγάλη Βρετανία συνέχιζε να στηρίζει τυπικά την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία, όμως χωρίς να παρέχει ουσιαστική οικονομική βοήθεια. Αντίθετα, η Γαλλία και η Ιταλία συνήψαν συμφωνίες με τον Κεμάλ και του παρείχαν όπλα και εφόδια, ενισχύοντας έτσι τον στρατό του.Η Ελλάδα βρέθηκε διεθνώς απομονωμένη, εξαρτώμενη απόλυτα από τους Συμμάχους.Η "Συνθήκη των Σεβρών" ήταν πια κενό γράμμα και το μόνο που απέμενε ήταν η σύνταξη μιας άλλης.

Στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις της περιόδου, τον πρώτο λόγο είχαν οι Άγγλοι. Προτάθηκαν λύσεις που περιλάμβαναν την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τη Σμύρνη αλλά και από τμήμα της Ανατολικής Θράκης, προτάσεις οι οποίες δεν ικανοποιούσαν την Ελλάδα. Παρά ταύτα, ακόμη και αυτές απορρίφθηκαν από τον Κεμάλ,ο οποίος,ενισχύοντας και οργανώνοντας τον στρατό του,ήταν πεπεισμένος  ότι μπορούσε να πετύχει την πλήρη στρατιωτική νίκη. 

Στην ίδια τη Σμύρνη η ανησυχία ήταν διάχυτη. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία της οργάνωσης «Μικρασιατική Άμυνα» με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου, η οποία ζητούσε την αυτονόμηση της Ιωνίας σε περίπτωση ελληνικής αποχώρησης.Επρόκειτο ασφαλώς για μια πατριωτική κίνηση  που προσέγγισε άμεσα τον αρχιστράτηγο Παπούλια,που ενέπνεε εμπιστοσύνη και είχε μείνει μακριά από φατρίες και ίντριγκες, προκειμένου να ηγηθεί της κίνησης.Οι δυνατότητες βεβαίως να επιζήσει ένα τέτοιο κρατίδιο ήταν μηδαμινές.Η πρωτοβουλία υπονομεύτηκε άμεσα από τον Αρμοστή Γεωργιάδη,ο οποίος κατέθεσε την ιδέα ενός «Μικρασιατικού Κράτους» υποτελούς στον Σουλτάνο. Ωστόσο, ούτε αυτή η πρόταση προχώρησε, καθώς δεν βρήκε διεθνή υποστήριξη.

Το κλίμα γινόταν ολοένα πιο βαρύ, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεχόταν συνεχείς πιέσεις. Η κατάσταση οδήγησε σε αλλαγές στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία: τον Μάρτιο του 1922 ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης διαδέχθηκε τον Δημήτριο Γούναρη στην πρωθυπουργία, ενώ τον Μάιο ο Γεώργιος Χατζηανέστης αντικατέστησε τον Αναστάσιο Παπούλα στη διοίκηση του στρατού στη Μικρά Ασία,μια κίνηση που  προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια και στο στράτευμα αλλά και στους Μικρασιάτες.

Η ελληνική κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το ηθικό στο εσωτερικό και να πιέσει τον αντίπαλο, άφησε να διαρρεύσει η πιθανότητα επιθετικής ενέργειας εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια κίνηση  τακτικής και εντυπώσεων παρά για ρεαλιστικό σχέδιο επιχειρήσεων.Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο: αντί να κάμψει τον αντίπαλο, η ενέργεια αυτή συνέβαλε στην επίσπευση της μεγάλης τουρκικής αντεπίθεσης που εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 1922 και οδήγησε στην κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου.

Η αντεπίθεση των Τούρκων

Στις 13 Αυγούστου 1922 άρχισε η μεγάλη τουρκική αντεπίθεση στις θέσεις του Αφιόν Καραχισάρ και του Τουλού Μπουνάρ. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε καταφέρει να συγκεντρώσει περίπου 120.000 άνδρες, πάνω από 300 πυροβόλα και περίπου 30 αεροπλάνα. Διέθετε έμπειρα στελέχη που είχαν πολεμήσει σε πολλά μέτωπα, ακόμα και εναντίον δυνάμεων της Αντάντ, και γνώριζαν καλά την περιοχή. Αν και υπήρχαν ελλείψεις σε όπλα και υλικά, ο Κεμάλ είχε επενδύσει πολλά στη χρήση του πυροβολικού. Υπήρχε ισχυρή αποφασιστικότητα για άμυνα μέχρις εσχάτων, ενώ τα επιχειρησιακά σχέδια στηρίζονταν πολύ στην εκμετάλλευση των επιτυχιών της πρώτης κρούσης, ιδίως από το ιππικό, που διέσπαζε τις ελληνικές γραμμές προκαλώντας προβλήματα στον ανεφοδιασμό.

Από την άλλη μεριά υπήρχε ένας στρατός κουρασμένος, καθηλωμένος, φτωχός σε οργάνωση, σε αποφασιστικότητα και σε ιδέες. Λίγα από τα στελέχη του είχαν εμπειρία σύγχρονων στρατιωτικών αναμετρήσεων. Οι μονάδες ήταν δυσκίνητες και με δυσκολίες στην επικοινωνία και συνεργασία, ενώ υπήρχε εγκληματική άγνοια της ποιότητας του αντιπάλου. Οι μαχητές είχαν εξαντληθεί από τις ατελείωτες πορείες στην καμένη γη της Ανατολίας, ενώ η απόσταση από τα κέντρα ανεφοδιασμού καθιστούσε κάθε επιχείρηση ολοένα και πιο επισφαλή. Οι γραμμές επικοινωνίας ήταν μακρές και εύθραυστες, το ηθικό μειωμένο, και η πολιτική αβεβαιότητα στο εσωτερικό της Ελλάδας επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το στράτευμα.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες,η στρατηγική πρωτοβουλία χάθηκε.Ο στρατός περιορίστηκε στην άμυνα,χωρίς σαφή προοπτική νίκης ή επιστροφής. Η αναμονή έμοιαζε ατελείωτη, και όσο ο χρόνος κυλούσε κανείς πια δεν πίστευε σε τίποτα. Μόνο φανατικοί βασιλικοί συνέχιζαν να πιστεύουν στο αήττητο του βασιλικού στρατού. Με άλλα λόγια, ο στρατός είχε ηττηθεί προτού αρχίσει η τελική μάχη.

Οι πληροφορίες για την προετοιμασία των Τούρκων υπήρχαν, κι όμως δεν είχαν καταστρωθεί σοβαρά σχέδια άμυνας. Μια προσεκτική ματιά στον χάρτη οδηγούσε εύκολα στο συμπέρασμα ότι η τόσο «εξέχουσα» θέση του Αφιόν, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος του στρατού, ήταν ουσιαστικά προβληματική· και αυτό γιατί το άκρο δεξιά του βρισκόταν μόλις 5 με 6 χιλιόμετρα από τη σιδηροδρομική γραμμή, το μοναδικό μέσο ανεφοδιασμού. Ήταν λοιπόν φανερό ότι ο εχθρός θα χτυπούσε εκεί, με σκοπό να αποκόψει και να κυκλώσει τις ελληνικές δυνάμεις.

 Η κατάρρευση του Μετώπου

Στις 13 Αυγούστου,ημέρα εκδήλωσης της μεγάλης τουρκικής αντεπίθεσης, όλα τα παραπάνω στοιχεία έδωσαν καταιγιστική τροπή στα γεγονότα.Η μαζική και άριστη χρήση  του πυροβολικού,η διαρκώς τροφοδοτούμενη με εφεδρείες επίθεση και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις του ιππικού εξάρθρωσαν σε ελάχιστο χρόνο το ελληνικό μέτωπο νοτίως του Αφιόν Καραχισάρ. Η αδυναμία συγκράτησης των τουρκικών επιθέσεων στην πρώτη γραμμή επέβαλε στον ελληνικό στρατό την εγκατάλειψη της στατικής άμυνας,τη μετακίνηση και τον ελιγμό.Τότε όμως φάνηκαν όλα τα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί τον τελευταίο χρόνο.

Οι ήδη δυσκίνητες δυνάμεις βρέθηκαν στα όρια της παράλυσης. Δίπλα στον στρατό προσκολλήθηκαν άμαχοι πληθυσμοί, αιφνιδιασμένοι από τις εξελίξεις. Τη στιγμή που απαιτούνταν ευελιξία, συνεργασία και γρήγορες αντιδράσεις, όλα λειτουργούσαν αντίθετα μέσα στον πανικό και υπό τις επιθέσεις των Τούρκων ιππέων.

Στις 15 Αυγούστου δεν υπήρχε πια μέτωπο. Ο κύριος όγκος των δυνάμεων, το Α΄ και το Β΄ Σώμα Στρατού, έχασαν την οργανωτική συνοχή τους. Οι στρατιώτες συγκροτούσαν ομάδες γύρω από έμπιστους αξιωματικούς, ενώ από κοντά ακολουθούσαν οι άμαχοι. Η προσπάθεια εγκατάστασης νέας αμυντικής γραμμής ήταν αδύνατη, ακόμη και σε σημεία όπου θα μπορούσε να γίνει, εξαιτίας της γενικής ασυνεννοησίας, της έλλειψης συντονισμού αλλά και ηγεσίας. Το Επιτελείο εξέδιδε διαταγές και αναζητούσε τους διοικητές. Στις 20 Αυγούστου η ομάδα του στρατηγού Τρικούπη κυκλώθηκε και αναγκάστηκε να παραδοθεί με 5.000 άνδρες.

Η υποχώρηση γρήγορα πήρε τη μορφή γενικευμένης άτακτης φυγής, ενώ καταγράφηκαν φαινόμενα απείθειας και άρνησης στρατιωτών να πολεμήσουν.Δεν έλειψαν και ορισμένες επονείδιστες πράξεις όπως πυρπολήσεις σπιτιών και εκτελέσεις αμάχων από υποχωρούντες Έλληνες στρατιώτες. 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ήταν απόλυτα θετικό γεγονός η ασφαλής αποχώρηση από το λιμάνι του Τσεσμέ μεγάλου αριθμού Ελλήνων στρατιωτών, που οφειλόταν βέβαια και στην κόπωση των Τούρκων πεζικάριων και την αδυναμία τους για καταδίωξη.Στη βόρεια πλευρά του μετώπου, στο Εσκί Σεχίρ όπου δεν εκδηλώθηκε τουρκική επίθεση, μεγάλος όγκος του στρατού συγκεντρώθηκε στην Προύσα και, με τη συνδρομή του ναυτικού, μεταφέρθηκαν στην ευρωπαϊκή ακτή περίπου 60.000 στρατιώτες και πολλοί άμαχοι.

Μόνο η Ανεξάρτητη Μεραρχία, στην οποία ανήκε το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Νικόλαου Πλαστήρα, δεν διαλύθηκε όπως οι περισσότερες ελληνικές μονάδες, αλλά διατήρησε τη συνοχή της. Αποκομμένη από τον κύριο όγκο του στρατού, κινήθηκε ανεξάρτητα προς βορρά, διασχίζοντας μέσα σε περίπου είκοσι ημέρες πάνω από 600 χιλιόμετρα, με το 5/42 να πολεμά συνεχώς ως οπισθοφυλακή. Παρά τις κακουχίες και τις συγκρούσεις, έφτασε συντεταγμένα στην Πάνορμο της Προποντίδας, όπου επιβιβάστηκε σε πλοία και μεταφέρθηκε στη Θράκη, αποτελώντας τη μοναδική μεγάλη μονάδα που διέσωσε την πειθαρχία και το αξιόμαχό της μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε πανικόβλητος προς τα δυτικά, εγκαταλείποντας πόλεις και χωριά. Το μέγεθος της καταστροφής ήταν αδύνατο να αξιολογηθεί: πάνω από 23.000 νεκροί, χιλιάδες ανάπηροι και αγνοούμενοι. Ο άμαχος ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας παραδόθηκε ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία των τουρκικών δυνάμεων και των ατάκτων Τσετών. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέφυγαν στις παραλιακές πόλεις της Ιωνίας, ελπίζοντας να σωθούν από τα πλοία του ελληνικού στόλου και των Συμμάχων.

Στις 26 Αυγούστου ολοκληρώθηκε η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη. Την επόμενη ημέρα, στις 27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου, οι κεμαλικές δυνάμεις εισήλθαν στην πόλη. Λίγες ημέρες αργότερα ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά που κατέκαψε το μεγαλύτερο μέρος της Σμύρνης και σφράγισε με τον πιο τραγικό τρόπο τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Συνεχίζεται...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις