Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ Κ Α Ρ Α Ι Σ Κ Α Κ Η Σ,ο στρατηγός της Λ Ε Υ Τ Ε Ρ Ι Α Σ,β΄μέρος
Ο θρύλος και ο μύθος του Καραΐσκάκη,του στρατηγού της Λευτεριάς,του γιου της καλόγριας, του πιο σημαντικού καπετάνιου του Αγώνα,μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Μιαούλη,ίσως κρύβει την αληθινή και μεγάλη εικόνα του. Η θυελλώδη ζωή του από την στιγμή που γεννιέται μέχρι και τον θάνατό του στο Φάληρο στις 23 Απριλίου 1827 αποτυπώνει ανάγλυφα και συνοψίζει όλη την πορεία του Αγώνα.Πολυμήχανος άνδρας, φιλόδοξος κλέφτης, ριψοκίνδυνος πολεμιστής, άνθρωπός του καιρού του που όμως θα μεταμορφωθεί από ανυπότακτο κλέφτη σε φλογερό επαναστάτη και θα στρατευτεί στην ιδέα να γίνει ο τόπος Πατρίδα λεύτερη, και να γίνουν Έλληνες, οι Ρουμελιώτες, οι Μοραΐτες, οι νησιώτες…
Αδύναμος σωματικά από τις κακουχίες,σχεδόν άρρωστος, επιστρατεύοντας τη δύναμη του μυαλού του με την αθυροστομία του απέναντι σε εχθρούς αλλά και φίλους όποτε χρειαζόταν,αλλά και αυτοσαρκαζόμενος σκληρά, παθιάστηκε και ρίχτηκε πρώτος στη μάχη για να δείξει εμπράκτως ότι τα αξιώματα υπάρχουν για να υπηρετούμε το κοινό καλό ριψοκινδυνεύοντας, όχι για να απολαμβάνουμε την ασφάλειά τους και τα ακριβά τους δώρα.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Διαβάστε το πρώτο μέρος ... https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/06/blog-post_21.html
Προσπαθώντας να εδραιώσει την αρματολική εξουσία του στα Άγραφα ο Καραϊσκάκης είχε ουσιαστικά αποτραβηχτεί από τα βασικά μέτωπα του πολέμου.Την εποχή αυτή ισχυροποιείται η Ελληνική Διοίκηση υπό τον Μαυροκορδάτο και δημιουργεί ένα δίκτυο οπλαρχηγών που στηρίζουν τις επιλογές της.Ο Καραϊσκάκης βρίσκεται έξω από αυτό,συγκροτεί σώμα ενόπλων,συνεργάζεται με άλλους δυσαρεστημένους οπλαρχηγούς και εγκαθίσταται μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλα στο Αιτωλικό.Ταυτόχρονα διατηρεί επικοινωνία με τον Ανδρούτσο, τον Κολοκοτρώνη και άλλους αντικυβερνητικούς καθώς και με τον Ομέρ Βρυώνη.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η σύγκρουση με τον Μαυροκορδάτο
Οι σχέσεις του με τη Διοίκηση θα επιδεινωθούν περισσότερο τον Απρίλιο του 1824,όταν στρατιώτες του συλλαμβάνουν δύο προεστούς και οχυρώνονται στο Αιτωλικό,κινήσεις που εκλαμβάνονται ως στάση,σε μια εποχή που είναι έντονες οι εμφύλιες συγκρούσεις. Παράλληλα διαρρέει μια επιστολή του προς τον Ομέρ Βρυώνη και εξυφαίνεται εναντίον του χαλκευμένη κατηγορία ότι διαπραγματεύεται μαζί του την καταστολή της επανάστασης στη Δυτική Ρούμελη.
Κατηγορείται για προδοσία δικάζεται και καταδικάζεται να εγκαταλείψει την περιοχή.Με την ομάδα του, αν και άρρωστος,επιχειρεί να καταλάβει τα Άγραφα.Στην κρίσιμη μάχη που γίνεται στα μέσα Μαΐου 1824 στο μοναστήρι της Βράχας βρίσκεται περικυκλωμένος από χριστιανούς και μουσουλμάνους οπλαρχηγούς και με δυσκολία διαφεύγει προς το Καρπενήσι.Θα του ζητηθεί να υπογράψει μια δήλωση συγγνώμης.Πράγματι θα γράψει σχετικά: «Eμένα η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω. Δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα πολλά ήταν ή από τους αφορισμούς όπου μου εκάμετε, και σας παρακαλώ να με συγχωρέσει η Διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί και να μου σταλεί και μια ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως..»
Από την εποχή αυτή η δράση του Καραΐσκάκη προσανατολίζεται ολοένα και πιο πολύ στην ενσωμάτωσή του στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς.Λίγο πριν οι τύχες του αγωνιζόμενου έθνους περάσουν οριστικά στα χέρια των πολιτικών, ο μεγάλος επαναστάτης θα συλλάβει βαθύτερα το νόημα του εθνικού απελευθερωτικού Αγώνα: «Η πατρίς είναι μία, παντού είναι ο αυτός αγών, ή Ρούμελη ή Πελοπόννησος, το ίδιο κάνει!»
Αυτό το νόημα έχει και η επιστολή που στέλνει. Ο Μαυροκορδάτος δε θα ανταποκριθεί,ο Καραϊσκάκης θα καταφύγει στο Ναύπλιο,εκμεταλλευόμενος και την δραστηριοποίηση του Κωλέττη θα αποκατασταθεί επίσημα και θα τοποθετηθεί τον Ιούλιο του 1824 στο στρατόπεδο των Σαλώνων.
Αλλαγή στάσης
Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος περιγράφει με ενάργεια αυτήν την μεταμόρφωση του Καραισκάκη:
«Εν αρχή της επαναστάσεως ο Καραϊσκάκης είναι ουδέν άλλο, ειμή εις των παλαιών κλεπτών και αρματωλών, ους παρεσκεύασεν η προηγούμενη εποχή κοινά έχων προς τους πλειοτέρους αυτών τα τε προτερήματα και τα ελαττώματα, και τη αλήθεια προς πολλούς εξ αυτών παραβαλλόμενος, πλειότερα ίσως αναδεικνύων τα ελαττώματα ή τα προτερήματα, οι τρόποι του είναι βάναυσοι, οι λόγοι πολλάκις αισχροί, η ηθική αξία της κυβερνητικής του έθνους ενότητος, ακατάληπτος έτι αυτώ, η όλη φιλοτιμία του περιορίζεται εις το να λάβη το αρματωλίκι των Αγράφων. Άλλα περί το 1825, ο αυτός άνθρωπος, ανυψούται βαθμηδόν υπέρ το κοινόν μέτρον των κατά την Ρούμελην συναδέλφων αυτού, φέρων εις μέσον αξιώσεις υψηλοτέρας και γενναιοτέρας…[…] Ο γιος της καλογριάς ήταν αλαβάστρινο βάζο (αγγείον αλαβάστρινον) και η ομορφιά του μπορούσε να αναδειχθεί μόνο με τη φωτιά μέσα του (ου το κάλλος δεν ηδύνατο να αποβή κατάδηλον ειμή ότε ήπτετο φλόξ εντός αυτού..[…] Τοιούτος ην και ο Καραϊσκάκης.) Οι φλόγες του Αγώνα, οι έσχατοι κίνδυνοι της πατρίδας και η φιλοτιμία ανέδειξαν πράγματι το πατριωτικό ανάστημα του ανδρός».
Σε παρατήρηση κάποιου κυβερνητικού ότι μέχρι τότε δεν είχε κάνει το χρέος του προς την Πατρίδα όπως έπρεπε,είπε:
«Όταν θέλω γίνομαι άγγελος και όταν θέλω διάβολος. Εις το εξής έχω απόφασιν να γένω άγγελος».
Είναι η εποχή που έχουν οξυνθεί οι εμφύλιες συγκρούσεις στην Πελοπόννησο και ο Καραϊσκάκης με δική του πρωτοβουλία θέλοντας να επιδείξει νομιμοφροσύνη προς τη Διοίκηση τον Δεκέμβρη του 1824 θα περάσει στον Μοριά και θα αγωνιστεί κατά των «ανταρτών».Με τη λήξη του εμφυλίου θα συμμετάσχει στην πολιορκία του κάστρου της Πάτρας, του μόνου σημείου που κατέχουν οι Τούρκοι στην Πελοπόννησο.Η πολιορκία λήγει με την άφιξη τον Φλεβάρη του 1825 της στρατιάς του Ιμπραήμ.
Η πρώτη μάχη εναντίον του Αιγύπτιου πασά θα δοθεί στο Κρεμμύδι και θα καταλήξει σε συντριβή των ελληνικών δυνάμεων. Η Διοίκηση Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου θα διαλέξει ως αρχηγό τον ακατάλληλο για μάχη στη στεριά Υδραίο καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, παραμερίζοντας έμπειρους οπλαρχηγούς όπως ο Καραϊσκάκης. Τα στρατιωτικά του σώματα και ο ίδιος ο Ρουμελιώτης καπετάνιος θα πάρουν μέρος στη μάχη βαστώντας τις θέσεις τους και πολεμώντας γενναία.Αμέσως μετά Ρουμελιώτες και Σουλιώτες οπλαρχηγοί επιστρέφουν στη βάση τους στην Ανατολική Ρούμελη.Στο μεταξύ έχει συλληφθεί από τον Γκούρα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και παρά την έκκληση που γίνεται από τον Καραΐσκάκη θα εκτελεστεί.Μεγάλο μέρος των παλικαριών θα ενταχθεί στις δυνάμεις του Καραΐσκάκη και θα πάρεις μέρος στις επόμενες επιχειρήσεις των ετών 1825-1827.
Ο Καραϊσκάκης στο ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Τον Μάιο του 1825 ξεκινά η τρίτη και πλέον συστηματική πολιορκία του Μεσολογγίου.Τον Ιούλιο θα ανατεθεί στον Καραΐσκάκη η διεύθυνση των επιχειρήσεων στα μετόπισθεν του Κιουταχή, έξω από το Μεσολόγγι,ενώ μετά από ένα χρόνο θα του ανατεθεί η Γενική Αρχηγία των δυνάμεων της Ρούμελης.Είναι αναβαπτισμένος πια αναγνωρισμένος μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών και μέχρι τον θάνατό του τον Απρίλιο του 1827 θα αναλάβει αρχηγικούς ρόλους.
Στις 25 Ιουλίου του 1825 ο Καραϊσκάκης μαζί με άλλους οπλαρχηγούς και σε συνεννόηση με τους πολιορκημένους σχεδιάζει μια συντονισμένη νυχτερινή επίθεση για να πλήξει το στρατόπεδο του Κιουταχή,φτάνοντας ακόμα και στη σκηνή του.Η επιχείριση θα προκαλέσει ζημιές στον εχθρό,οι επιτιθέμενοι όμως δεν θα φτάσουν μέχρι τον Τούρκο αρχηγό. Με επίκεντρο την περιοχή της Αμφιλοχίας όπου εγκαθιστά το στρατόπεδό του, ο Καραϊσκάκης οργανώσει αιφνιδιαστικές επιθέσεις για να πλήξει τις εφοδιοπομπές του Κιουταχή,αναγκάζοντας τον να αναδιπλωθεί σε θέσεις περισσότερο απομακρυσμένες από το Μεσολόγγι.
Στο επόμενο διάστημα θα ατονήσει η δράση του,κάποιοι από τους στρατιώτες του με τον Κίτσο Τζαβέλα θα εισέλθουν στην πόλη,ο Κιουταχής θα οργανωθεί καλύτερα.Ο ανταγωνισμός Μαυροκορδάτου-Κωλέτη θα επιφέρει διαίρεση και διχόνοια και μεταξύ των στρατιωτικών που δυστυχώς δε θα μπορέσουν να βοηθήσουν αποτελεσματικά τους Μεσολογγίτες, στην ηρωική τους έξοδο στις 10 Απριλίου 1826.
Ο Καραϊσκάκης προσπαθεί να πείσει τη φρουρά του Μεσολογγίου να μείνει στο στρατόπεδό του για να οργανώσει καλύτερα την αντιμετώπιση του Κιουταχή.Κάτι τέτοιο δε θα γίνει, καθώς είναι κουρασμένοι και αγανακτισμένοι, θεωρούν ότι προδόθηκαν και αποφασίζουν να πάνε προς την Πελοπόννησο.Ο Καραϊσκάκης θα μείνει, και με άλλους οπλαρχηγούς προσπαθεί να σταματήσει την προέλαση του Κιουταχή πολεμώντας στα τέλη του Μάη στο μοναστήρι της Βαρνάκοβας.
Η κατάσταση είναι κρίσιμη,ο Κιουταχής κατευθύνεται προς την Αθήνα και η Διοίκηση ορίζει τον Καραΐσκάκη αρχιστράτηγο της Δυτικής Ελλάδας για να τον αντιμετωπίσει.Δεν είναι πια ο διωγμένος από την Πατρίδα αρματολός, αλλά ο Στρατάρχης της Ρούμελης. Ενταγμένος πλήρως στους μηχανισμούς της Διοίκησης,η προτεραιότητά του ο τόπος του δεν είναι μόνο τα Άγραφα,αλλά το Μεσολόγγι,η Ρούμελη και ο Μοριάς,η πατρίδα ολόκληρη...
Αρχηγός στη Ρούμελη-Η πολιορκία της Ακρόπολης
Ο αυστηρός και παρατηρητικός Φίνλεϋ -αυτόπτης μάρτυς στην πολιορκία της Ακρόπολης που υπηρετούσε τότε ως εθελοντής ναύτης γνώρισε από κοντά όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές των επιχειρήσεων. Μεταξύ άλλων, μάς παραδίδει και μια φυσιογνωμική περιγραφή του Ρουμελιώτη οπλαρχηγού:
«Ήτο εις εκ των ανδρειοτάτων και δραστηριωτάτων ανδρών ων είχε φεισθή ο πόλεμος […] αι στρατιωτικαί αρεταί του ήσαν αι εμπρέπουσαι εις αρχηγόν ατάκτων συμμοριών. […]»
«Κατά την όψιν και το παράστημα ήτο μεσαίου αναστήματος, ισχνός, μελαψός και βλοσυρός, με λαμπρόν εμψυχωμένον όμμα, όπερ κατεμαρτύρει την ύπαρξιν βοημικού αίματος εις τας φλέβας του. Οι χαρακτήρες του εν αναπαύσει ανελάμβανον την όψιν της ταλαιπωρίας, την οποίαν συνήθως διεδέχετο γοργόν, ανήσυχον βλέμμα.»
Έξι χρόνια μετά τον μεγάλο ξεσηκωμό,η επανάσταση ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί.Δεν είχε ηττηθεί αποφασιστικά, αλλά η παρουσία του Ιμπραήμ στον Μοριά και του Κιουταχή στη Ρούμελη έδειχνε ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και το μέλλον δυσοίωνο. Τον Ιμπραήμ, αφού θυσίασε τον εαυτό του ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι πολεμώντας τον,προσπαθούσε ο Κολοκοτρώνης να τον παρενοχλεί,αποφεύγοντας τη μάχη.Στη Ρούμελη το καλοκαίρι του 1826 η οργάνωση εκστρατείας στην Αττική φάνταζε δύσκολη υπόθεση.Οι οπλαρχηγοί,οι τοπικοί αλλά και οι Ρουμελιώτες και Σουλιώτες που είχαν καταφύγει στο Μοριά φιλονικούσαν μεταξύ τους για τίτλους και προνόμια.Η μόνη θετική εξέλιξη ήταν η μεταβολή της διπλωματικής θέσης Άγγλων και Ρώσων υπέρ των ελληνικών θέσεων,ωστόσο η αποκόμιση ωφελειών από το γεγονός αυτό είχε ως προϋπόθεση την συνέχιση και εντατικοποίηση της πολεμικής δράσης από τη μεριά των Ελλήνων.
Ο Καραϊσκάκης τον Ιούνιο του 1826 περνάει στον Μοριά, συναντά τον Κολοκοτρώνη με το οποίο συντονίζει τη δράση του και αφού παίρνει την αρχιστρατηγία,αναγνωρισμένος πια ως ο μόνος που μπορεί να ηγηθεί της επιχείρισης στη Ρούμελη, προσπαθεί να πείσει Ρουμελιώτες και Σουλιώτες να τον ακολουθήσουν.Στα τέλη του Ιούλη του 1826 ξεκινά από το Ναύπλιο με μόνο 600 άνδρες,σταδιακά θα τον ακολουθήσουν και άλλοι.Στην Ελευσίνα,όπου συγκροτεί το στρατόπεδό του ενώνεται με το τακτικό σώμα του Κάρολου Φαβιέρου αλλά και με άλλους οπλαρχηγούς.Η δύναμή του αριθμεί τώρα περίπου 4000 άνδρες.Στις 3 Αυγούστου του 1826 ο Κιουταχής καταλαμβάνει την Αθήνα,αναγκάζοντας τους υπερασπιστές της να κλειστούν στην Ακρόπολη.
Τις επόμενες μέρες θα γίνουν σκληρές μάχες ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους στην περιοχή του Χαϊδαρίου με απώλειες και από τις δυο μεριές.Τακτικός στρατός και οι οπλοφόροι των καπεταναίων θα δυσκολευτούν να συνεργαστούν. Ο Καραϊσκάκης θα επιστρέψει στην Ελευσίνα,ενώ ο Φαβιέρος θα πάει στη Σαλαμίνα.
Στο διάστημα που ο Καραϊσκάκης προσπαθούσε να οργανώσει το στράτευμά του είχε μία απρόοπτη συνάντηση με τον Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης και ο Κιουταχής ευρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι ο ένας στον άλλον χωρίς να το περιμένουν, σε «ουδέτερο έδαφος» στο καράβι του ναυάρχου Δεριγνύ,εντελώς συμπτωματικά και χωρίς να έχει προσχεδιαστεί η αντάμωσή τους.Εκεί αντάλλαξαν χαρακτηριστικές φράσεις.
Ο Δεριγνύ εσύστησε τον ένα προς τον άλλο στρατηγό. Έκαμε τις συστάσεις.
Ο Καραϊσκάκης επροχώρησε δύο βήματα προς τον Κιουταχή «κλίνων την κεφαλήν και φέρων την δεξιάν χείρα επί του στήθους εις ένδειξιν χαιρετισμού». Και εκάθησε. Έκλινε την κεφαλήν και ο Κιουταχής αγερώχως, και ωμίλησε πρώτος αλβανιστί: «Τι κάνεις, Καραϊσκάκη. Ήλπιζα να ρθεις στα Μπιτόλια να με προσκυνήσεις και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια από την Αθήνα ως την Άρτα». Αυτό ήταν ένα είδος πρότασης του Κιουταχή προς τον Έλληνα στρατηγό (έμμεση πρόταση…).
- Εγώ να σε προσκυνήσω; Του απάντησε ο Καραϊσκάκης. Αν είσαι Ρούμελη Βαλεσή (= αρχιστράτηγος της Ρούμελης) εσύ, είμαι και εγώ Ρούμελη Βαλεσής. Και αν ήξερε η Διοίκησίς μου ότι μιλούμε τώρα μαζί, θα με κρεμούσε και μένα και δεκαπέντε χιλιάδες στρατεύματα που έχω στην Ελευσίνα.
(Σκόπιμα ο μεγάλος αριθμός…)
- Και πως μπορεί να σε κρεμάσει; Είπε ο Κιουταχής.
- Μήπως δεν σε κρεμάει εσένα ο σουλτάνος όταν θέλει; Ναι ή όχι;
- Ναι, γιατί τον έχω βασιλιά. Λοιπόν με κρεμάει και μένα η η Διοίκησις, γιατί την έχω Βασίλισσα.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου