Εικονομαχία,η κρίση που συγκλόνισε την αυτοκρατορία,β΄μέρος
Η Εικονομαχία ήταν ίσως η μεγαλύτερη θρησκευτική και πολιτική διαμάχη που ταλαιπώρησε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα. Ξεκίνησε τον 8ο αιώνα ως ζήτημα λατρείας σχετικά με την προσκύνηση των ιερών εικόνων, αλλά εξελίχθηκε παράλληλα με κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αίτια.
Το 726 μ.Χ. ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απαγόρευσε τη λατρεία των εικόνων, θεωρώντας τη μορφή ειδωλολατρίας.Ο γιος του, Κωνσταντίνος Ε΄, συνέχισε ακόμη πιο αυστηρά την πολιτική αυτή και το 754 καταδίκασε επίσημα τις εικόνες στη Σύνοδο της Ιερείας.Μέχρι την εποχή του Λέοντα Δ΄ (775–780), η Εικονομαχία συνεχιζόταν, αλλά με πιο ήπια στάση, χωρίς όμως να έχει επιλυθεί οριστικά το ζήτημα.
Διαβάστε το πρώτο μέρος ...
Ειρήνη η Αθηναία και η πρώτη αναστήλωση των εικόνων
Ο Λέων Δ΄ ήταν ένας συνετός νέος 25 ετών. Χωρίς να αποκηρύξει την εικονομαχία, επιχείρησε να κατευνάσει τους εικονολάτρες, τερματίζοντας τις διώξεις. Ο πρόωρος θάνατος του Λέοντα Δ΄ (8 Σεπτεμβρίου 780) έφερε στον θρόνο τον γιο του, Κωνσταντίνο ΣΤ΄, σε ηλικία μόλις δέκα ετών. Χρέη αντιβασιλέως ανέλαβε η Ειρήνη, σύζυγος του Λέοντα και μητέρα του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, που καταγόταν από την εικονόφιλη Αθήνα.
Η Ειρήνη ήταν μια σκληρή γυναίκα, αλλά με ισχυρή θέληση. Αφού κατέστειλε συνωμοσία που προερχόταν από εικονομαχικά στοιχεία, αντικατέστησε τον Πατριάρχη με πρόσωπο της αρεσκείας της και προχώρησε στο αποφασιστικό βήμα για την επαναφορά της λατρείας των εικόνων. Οι αλλαγές που επήλθαν έγιναν έπειτα από αργές αλλά σταθερές και αποφασιστικές κινήσεις.
Η Ειρήνη συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, καλώντας όλους τους ενδιαφερόμενους θρησκευτικούς ηγέτες. Μετά από μια πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια, η Σύνοδος συγκλήθηκε ξανά στη Νίκαια το 787, όπου αποκηρύχθηκε η εικονομαχία. Η λατρεία των εικόνων επιβεβαιώθηκε εκ νέου. Το ισχυρό επιχείρημα ήταν ότι η ενσάρκωση του Υιού του Θεού νομιμοποιούσε την απεικόνιση του Χριστού, όπως εμφανίστηκε στη γη. Η εικόνα, λοιπόν, του Χριστού, της Παναγίας αλλά και των Αγίων μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο λατρευτικής πρακτικής με την απόδοση τιμών.
Η απόφαση της Ειρήνης να επαναφέρει τις εικόνες δεν φαίνεται να υπαγορεύτηκε μόνο από θρησκευτική ευλάβεια. Όταν ο γιος της, Κωνσταντίνος ΣΤ΄, θέλησε να απεξαρτηθεί από την κηδεμονία της και να κυβερνήσει μόνος, εκείνη δεν δίστασε να τον τυφλώσει και να γίνει ουσιαστικά η πρώτη γυναίκα αυτοκράτειρα. Η παρουσία της στον θρόνο συνδέθηκε με σημαντικές εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη. Το 800 ο εικονόφιλος Πάπας ανακήρυξε αυτοκράτορα στη Ρώμη τον Καρλομάγνο, με το επιχείρημα ότι ο θρόνος των Ρωμαίων ήταν κενός, αφού μια γυναίκα, η Ειρήνη, δεν μπορούσε να κατέχει αυτόν τον τίτλο. Ο ίδιος ο Καρλομάγνος συζήτησε το ενδεχόμενο να συνάψει γάμο μαζί της, για να λυθεί το πρόβλημα. Η Ειρήνη εξέταζε σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο, ελπίζοντας ότι με έναν τέτοιο γάμο θα ισχυροποιούσε τη θέση της και θα επέκτεινε τις συμμαχίες της στη Δύση. Την πρόλαβε, όμως, μια ομάδα αυλικών που τη συνέλαβε και ανακήρυξε αυτοκράτορα τον λογοθέτη Νικηφόρο.
Β΄ Φάση της Εικονομαχίας
Το 815, με επέμβαση του στρατού, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ο Λέων Ε΄. Προερχόμενος και ο ίδιος από τον στρατό, ο οποίος διατηρούσε ακμαίο το εικονομαχικό του φρόνημα, είχε πειστεί ότι οι περιπέτειες της αυτοκρατορίας από τη βασιλεία της Ειρήνης μέχρι τις ημέρες του οφείλονταν στην κυριαρχία της ακραίας εικονόφιλης μερίδας, επικεφαλής της οποίας ήταν οι μοναχοί. Επέλεξε νέο Πατριάρχη και, με την έγκρισή του, χαρακτηρίστηκε ως Οικουμενική η εικονομαχική Σύνοδος της Ιέρειας. Οι εικόνες απομακρύνθηκαν και πάλι με αυτοκρατορική διαταγή.
Η αντίσταση των εικονολατρών αυτή τη φορά ήταν ισχυρή, με επικεφαλής τον ηγούμενο της Μονής του Στουδίου, Θεόδωρο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εικονομάχοι, παρά την κυριαρχία τους, δεν κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους την πλειονότητα των Βυζαντινών. Σύμφωνα με τους εικονόφιλους θεολόγους, οι πιστοί επιθυμούσαν να λατρεύουν όχι τις εικόνες, αλλά τα πρόσωπα που απεικονίζονταν σε αυτές, αποκλείοντας το επιχείρημα της ειδωλολατρίας που επικαλούνταν η αντίπαλη παράταξη. Μέσα από τις εικόνες, ο Χριστός και οι Άγιοι έμοιαζαν πραγματικοί και παρόντες. Η λατρεία μέσω των εικόνων ήταν μια πολύ ισχυρή και αρχαία παράδοση της Εκκλησίας.
Παρά την υποστήριξη της εικονομαχίας από τον στρατό και το κράτος, ο λαός ήταν επιφυλακτικός. Το μοναδικό ισχυρό επιχείρημα των εικονομάχων ήταν οι στρατιωτικές επιτυχίες, που θεωρούνταν απόδειξη της θεϊκής εύνοιας.
Ο νέος βασιλιάς Μιχαήλ, ο επονομαζόμενος Τραυλός, ο οποίος θεωρείται ότι ήταν μάλλον αδιάφορος για τα θεολογικά ζητήματα, προσπάθησε να ισορροπήσει την κατάσταση. Ανακάλεσε από την εξορία τους εικονόφιλους Νικηφόρο και Στουδίτη, αλλά διατήρησε τις κατά των εικόνων διατάξεις της Συνόδου του 815 και δεν αποκατέστησε τον Νικηφόρο στον πατριαρχικό θρόνο όταν αυτός χήρεψε. Επέτρεψε, όμως, την κατ’ ιδίαν προσκύνηση των εικόνων σε σπίτια ή μοναστήρια. Είναι εύλογο ότι οι αποφάσεις του δυσαρέστησαν ιδιαίτερα την εικονόφιλη παράταξη, αλλά δεν ικανοποίησαν ούτε την εικονομαχική, η οποία υποστήριζε την ολοκληρωτική εξαφάνιση των εικόνων. Η αντίσταση του Θεοδώρου Στουδίτη συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του, το 826.
Ευφροσύνη, η δεύτερη εικονόφιλη αυτοκράτειρα
Επί βασιλείας Μιχαήλ Β΄ εμφανίζεται η σύζυγός του, αυτοκράτειρα Ευφροσύνη, η δεύτερη γυναίκα που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ζήτημα των εικόνων. Η Ευφροσύνη, με εικονόφιλη ανατροφή, διατήρησε ιδιωτικά την πίστη της. Ίδρυσε και ενίσχυσε αρκετά μοναστήρια, μέσα σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον, με την αυτοκρατορική αυλή χωρισμένη σε δύο αντίπαλα μέρη.
Θεόφιλος – Θεοδώρα
Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ, Θεόφιλος, δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα, όπως ο πατέρας του. Ενστερνιζόταν απόλυτα τις εικονομαχικές θέσεις και επιβεβαίωσε με έμφαση την απαγόρευση της λατρείας των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή τους. Οι εικονομαχικές του πεποιθήσεις ενισχύονταν από τις στρατιωτικές του επιτυχίες, αλλά και από τον θάνατο ενός ισχυρού Άραβα χαλίφη τη στιγμή που ετοίμαζε εκστρατεία εναντίον της Πόλης.
Το 833 αναγόρευσε Πατριάρχη τον δάσκαλό του, Ιωάννη τον Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί των μοναστηριών που βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένες περιοχές.
Η παρουσία, όμως, της τρίτης γυναίκας, της γοητευτικής Θεοδώρας, την οποία είχε παντρευτεί ο Θεόφιλος, αποδείχθηκε καθοριστική. Παρά τα αρχικά προβλήματα και τις απειλές, ανέτρεψε για δεύτερη και οριστική φορά την εικονομαχική πολιτική. Παραμένει παράδοξο πώς, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από τον θάνατο του Θεόφιλου, η Εικονομαχία, που αναστάτωσε για περισσότερο από έναν αιώνα την αυτοκρατορία, τερματίστηκε οριστικά χωρίς άλλη αντίδραση.
Η Θεοδώρα επέλεξε για τη θέση του Πατριάρχη τον εικονόφιλο Μεθόδιο και του ανέθεσε να συνθέσει μια νέα Λειτουργία, ως επισφράγιση της επιστροφής στην ορθή πίστη. Επαναδιατυπώθηκαν οι αποφάσεις της Συνόδου του 787 και η λατρεία των εικόνων αποκαταστάθηκε στις 10 Μαρτίου 843.
Αποτίμηση – Συμπεράσματα
Η Εικονομαχία σήμερα εξετάζεται στο πλαίσιο των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αλλαγών που δρομολογήθηκαν από τις αρχές του 7ου αιώνα. Η απαγόρευση της λατρείας των εικόνων αποτέλεσε την πρόφαση και την αφορμή για ευρύτερες αλλαγές και εξελίξεις.
Οι ιστορικοί προσπαθούν να βρουν τους λόγους και τις αιτίες της Εικονομαχίας και πιστεύουν ότι:
-οι εικονομάχοι αυτοκράτορες επιδίωκαν να αλλάξουν την κοινωνία και να μειώσουν τη δύναμη των μοναστηριών. Συγκεκριμένα, στόχευαν στην κατάργηση της δουλοπαροικίας, σε μια στοιχειώδη ανεξιθρησκία, στην ανύψωση της θέσης της γυναίκας και στην αναδιοργάνωση της διοίκησης και του στρατού·
-οι εικονομάχοι επηρεάστηκαν από το Ισλάμ, το οποίο απαγορεύει την απεικόνιση του Θεού και των ιερών προσώπων·
-οι εικονομάχοι αυτοκράτορες υποστήριζαν ότι η πολιτική εξουσία έπρεπε να ελέγχει την Εκκλησία και όχι το αντίθετο.
Τα έργα των εικονομάχων συγγραφέων δεν διασώθηκαν. Συνεπώς, όσα γνωρίζουμε σήμερα για την περίοδο αυτή προέρχονται κυρίως από εικονόφιλους ιστορικούς. Το βέβαιο είναι ότι, μετά το τέλος της Εικονομαχίας, οι πρωτεργάτες της είχαν την τύχη των ηττημένων: ο Λέων χαρακτηρίστηκε «Ίσαυρος» και ο γιος του Κωνσταντίνος «Κοπρώνυμος». Τα πολεμικά τους κατορθώματα ξεχάστηκαν, η νομοθεσία τους χαρακτηρίστηκε ασήμαντη από τη Μακεδονική Δυναστεία και καταργήθηκε, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που επιχείρησαν αγνοήθηκαν.
Η Εικονομαχία θεωρήθηκε σκοτεινή περίοδος, από την οποία άξιζε να θυμάται κανείς μόνο τον τελικό θρίαμβο της Ορθοδοξίας και τα μαρτύρια των ομολογητών της πίστης. Τα θετικά στοιχεία της περιόδου αποσιωπήθηκαν και τα πρόσωπα συκοφαντήθηκαν. Γι’ αυτό η ψύχραιμη ιστορική ματιά επιχειρεί σήμερα να φωτίσει αυτή την ιδιαίτερα σημαντική περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου