Προς Θεσσαλονίκη-Η μάχη των Γ Ι Α Ν Ν Ι Τ Σ Ω Ν

                                            

Προς Θεσσαλονίκη…

Η Μάχη των Γιαννιτσών, που δόθηκε στις 19 και 20 Οκτωβρίου 1912, υπήρξε η σημαντικότερη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και καθόρισε την πορεία του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία. Πριν από τη μάχη είχε προηγηθεί η διαφωνία ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διάδοχο Κωνσταντίνο σχετικά με την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει ο στρατός. Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι από στρατιωτική άποψη έπρεπε ο ελληνικός στρατός  στραφεί βόρεια, προς το Μοναστήρι, προκειμένου να ενωθεί με τον σερβικό,παγιδεύοντας και εξουδετερώνοντας έτσι τις τουρκικές δυνάμεις. Ο Βενιζέλος,έχοντας βάσιμες πληροφορίες  ότι οι Βούλγαροι σκόπευαν να κινηθούν προς την Θεσσαλονίκη,και όντας σίγουρος ότι η κατοχή της πόλης θα κρινόταν από τις δυνάμεις που θα έμπαιναν πρώτες  υποστήριζε την άμεση πορεία προς τη Θεσσαλονίκη.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

 Η διαφωνία ανάμεσα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διάδοχο Κωνσταντίνο κορυφώθηκε με μια σειρά δραματικών τηλεγραφημάτων που αντάλλαξαν από τις 12 έως τις 14 Οκτωβρίου 1912. Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε τη συνέχιση της προέλασης προς το Μοναστήρι, ενώ ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι πρωταρχικός στόχος έπρεπε να είναι η Θεσσαλονίκη, πριν προλάβουν να την καταλάβουν οι βουλγαρικές δυνάμεις. Τελικά επικράτησε η άποψη του Βενιζέλου και ο ελληνικός στρατός στράφηκε προς τη Θεσσαλονίκη. Η απόφαση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912.

Τα ξημερώματα της 15ης Οκτωβρίου το σύνολο σχεδόν του ελληνικού στρατού, εκτός από την 5η Μεραρχία, κινήθηκε προς την περιοχή της Θεσσαλονίκης. Στο ορεινό πέρασμα της Καστανιάς, στο Βέρμιο, εξουδετερώθηκε η οργανωμένη τουρκική αντίσταση και στις 16 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις εισήλθαν στη Βέροια και την Κατερίνη. Στις δύο πόλεις Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι είχαν ήδη έρθει σε συνεννόηση, ώστε να αποφευχθούν επεισόδια και λεηλασίες σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Η ταχεία προέλαση των βαλκανικών στρατών είχε διασπάσει τις οθωμανικές δυνάμεις, οι οποίες πολεμούσαν σε διαφορετικά μέτωπα χωρίς δυνατότητα αποτελεσματικής σύμπτυξης και ανεφοδιασμού. Οι πληροφορίες που διέθετε το Δεύτερο Γραφείο του Γενικού Στρατηγείου για τις κινήσεις του εχθρού δεν ήταν  ακριβείς. Προέρχονταν από αναγνωρίσεις του ιππικού, από ντόπιους κατοίκους, αλλά και από Έλληνες στρατιώτες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό και είχαν αυτομολήσει. Οι επιτελείς γνώριζαν ότι οι Τούρκοι είχαν συμπτυχθεί βόρεια του Αλιάκμονα και γι' αυτό όλες οι μονάδες της στρατιάς διατάχθηκαν να πραγματοποιήσουν αναγνωρίσεις προς τον Αξιό και τον Λουδία.

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς διατάχθηκε να κινηθεί βόρεια των Γιαννιτσών δείχνει ίσως ότι το Γενικό Στρατηγείο δεν ανέμενε τη διεξαγωγή μιας μεγάλης μάχης. Σύντομα αποδείχθηκε ότι τα Γιαννιτσά αποτελούσαν την κύρια αμυντική τοποθεσία των Οθωμανών και ότι εκεί είχε συγκεντρωθεί ο κύριος όγκος του στρατού του Ταχσίν Πασά για την υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης.

Οι Οθωμανοί είχαν συγκεντρώσει περίπου 25.000 άνδρες και 70–80 πυροβόλα και επέλεξαν την πεδιάδα των Γιαννιτσών για να αναμετρηθούν με τους Έλληνες, παρότι μειονεκτούσαν αριθμητικά. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Τα Γιαννιτσά αποτελούσαν ισχυρή αμυντική τοποθεσία, καθώς προστατεύονταν από τη λίμνη και τα έλη στα νότια, το Πάικο στα βόρεια και τις διαβάσεις προς τον Λουδία στα ανατολικά. Πέρα από αυτό ήταν σημαντικό θρησκευτικό κέντρο των μουσουλμάνων της Μακεδονίας, η πόλη είχε ιδιαίτερη συμβολική σημασία για τον Ταχσίν Πασά και τους άνδρες του.

Θεωρητικά  θα μπορούσαν να είχαν συμπτυχθεί πίσω από τον πλημμυρισμένο Αξιό, αξιοποιώντας τον ως φυσικό αμυντικό εμπόδιο.Δεν το έκαναν... Ο Τούρκος πασάς επέλεξε να δώσει τη μάχη στα Γιαννιτσά, θεωρώντας ότι το έδαφος της περιοχής προσέφερε καλύτερες δυνατότητες άμυνας και καθυστέρησης της ελληνικής προέλασης προς τη Θεσσαλονίκη. Η απώλεια  βέβαια των Γιαννιτσών θα άφηνε ουσιαστικά ανοικτό τον δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη για τις ελληνικές δυνάμεις.


Η Μάχη των Γιαννιτσών (19–20 Οκτωβρίου 1912)

Ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος οδήγησε τις πέντε μεραρχίες του στις 19 Οκτωβρίου συγκεντρωτικά εναντίον των Τούρκων. Η εντολή προς την 6η Μεραρχία ήταν να επιχειρήσει πλευροκόπηση στο δεξί τμήμα της εχθρικής παράταξης, ενώ η 7η Μεραρχία θα κινούνταν προς την περιοχή του Λουδία, με σκοπό να απειλήσει τις γραμμές υποχώρησης του εχθρού. Παράλληλα, η Ταξιαρχία Ιππικού ανέλαβε αποστολές αναγνώρισης και κάλυψης των πλευρών της Στρατιάς.

Η περιοχή των Γιαννιτσών παρείχε σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα για τον αμυνόμενο. Περικλειόταν βόρεια από το όρος Πάικο και νότια από τη βαλτώδη λίμνη των Γιαννιτσών (η οποία αποξηράνθηκε το 1932), γνωστή από τον Μακεδονικό Αγώνα και από το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα Τα Μυστικά του Βάλτου. Η περιοχή νότια της λίμνης χαρακτηριζόταν από εκτεταμένα έλη και βαλτότοπους, γεγονός που υποχρέωνε τον επιτιθέμενο να κινηθεί σε περιορισμένες κατευθύνσεις, εύκολα ελεγχόμενες από τον αμυνόμενο.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912, ο στρατός του Ταξίν Πασά, αποτελούμενος από πέντε μεραρχίες ελλιπούς σύνθεσης — δεκατρία τάγματα πεζικού, οκτώ ίλες ιππικού και επτά πυροβολαρχίες με τριάντα πυροβόλα — είχε οχυρωθεί σε ύψωμα περίπου 130 μέτρων, από το οποίο μπορούσε να ελέγχει ολόκληρη την πεδιάδα. Οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει τα υψώματα και τα βαλτοτόπια γύρω από την πόλη των Γιαννιτσών, οργανώνοντας την άμυνά τους στη γραμμή Γιαννιτσά–Λουδίας. Πίσω από τη γραμμή αυτή βρίσκονταν οι γέφυρες του Λουδία και η σιδηροδρομική γραμμή προς το Πλατύ, οι οποίες αποτελούσαν τη βασική οδό υποχώρησης προς τη Θεσσαλονίκη.

Ήταν η πρώτη και ίσως η τελευταία μεγάλη σύγκρουση σε ολόκληρη τη μακεδονική εκστρατεία, μια πραγματική μάχη εκ συναντήσεως. Στη μάχη αυτή αναδείχθηκε το αξιόμαχο του ελληνικού στρατεύματος: η ακρίβεια και η ταχύτητα των ελιγμών, η πειθαρχία, η εύστοχη βολή και η σωστή εκτίμηση των αποστάσεων.

Ήταν μια μάχη κανονιών αλλά και αυτοθυσίας, όπου το επιθετικό πνεύμα των Ελλήνων υπερίσχυσε παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, καθώς καταρρακτώδης βροχή σκέπαζε το πεδίο της μάχης. Οι Έλληνες στρατιώτες βάδισαν ακάλυπτοι μέσα σε μια φλεγόμενη ζώνη πυρός, υπό τα πυρά του εχθρού που είχε παραταχθεί σε πλατύ μέτωπο και διέθετε πολυβόλα και πυροβολικό.

Γύρω στο μεσημέρι οι ελληνικές μεραρχίες κατάφεραν να καταλάβουν σημαντικές θέσεις και να συνδεθούν μεταξύ τους. Οι Οθωμανοί όμως συνέχιζαν να ελέγχουν υψώματα που δέσποζαν στην περιοχή και επέτρεπαν τον έλεγχο ολόκληρου του πεδίου της μάχης. Οι επιθέσεις είχαν προκαλέσει μεγάλες απώλειες, ακόμη και μεταξύ των αξιωματικών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στιγμές αταξίας και σύγχυσης, τις οποίες οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν για να ανακαταλάβουν ορισμένες θέσεις και ερείσματα.

Την κρίσιμη στιγμή  δράση ανέλαβε ο διοικητής του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, αντισυνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος. Μπήκε επικεφαλής τμημάτων που είχαν χάσει τους διοικητές τους, ανακατέλαβε τα χαμένα εδάφη και οργάνωσε νέα προώθηση για την κατάληψη καίριων θέσεων του τουρκικού πυροβολικού. Οι Έλληνες στρατιώτες χρειάστηκε πολλές φορές να πραγματοποιήσουν εφόδους με τη λόγχη για να καταλάβουν τις εχθρικές οχυρώσεις. Παρά τις δυσκολίες του εδάφους και τη συνεχή βροχή, η αποφασιστικότητα και η ανδρεία τους επέτρεψαν τη σταδιακή κάμψη της τουρκικής αντίστασης.

Παράλληλα, στο ανατολικό τμήμα του πεδίου της μάχης εξελισσόταν αγώνας για τον έλεγχο των διαβάσεων του Λουδία. Οι Οθωμανοί είχαν ενισχύσει τις γέφυρες του ποταμού και τη σιδηροδρομική γραμμή στο Πλατύ, καθώς από εκεί περνούσε η κύρια οδός υποχώρησης προς τη Θεσσαλονίκη. Η 7η Μεραρχία και η Ταξιαρχία Ιππικού κινήθηκαν προς την περιοχή της Γιδάς με σκοπό να απειλήσουν αυτές τις διαβάσεις. Ωστόσο, οι δυσκολίες του εδάφους, η έντονη βροχόπτωση και η αδυναμία εξεύρεσης ασφαλών σημείων διάβασης δεν επέτρεψαν την άμεση κατάληψη των γεφυρών. Έτσι, κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας της μάχης, οι οθωμανικές δυνάμεις διατήρησαν ανοικτή τη βασική οδό υποχώρησής τους προς τη Θεσσαλονίκη.

Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, οι ελληνικές μεραρχίες είχαν κατορθώσει να προωθηθούν σημαντικά και να βελτιώσουν τη διάταξή τους, χωρίς όμως να έχουν διασπάσει οριστικά την εχθρική άμυνα. Οι διαταγές ήταν σαφείς και προέβλεπαν τη συνέχιση της επίθεσης το πρωί της επόμενης ημέρας. Στα ανατολικά, οι γέφυρες του Λουδία εξακολουθούσαν να αποτελούν κρίσιμο στόχο, καθώς από την τύχη τους θα εξαρτιόταν αν ο στρατός του Ταξίν Πασά θα μπορούσε να διαφύγει οργανωμένα προς τη Θεσσαλονίκη ή θα εγκλωβιζόταν ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις και τα φυσικά εμπόδια της περιοχής.













Το σχέδιο επίθεσης λειτούργησε άψογα στην πρώτη του φάση: η 6η Μεραρχία ολοκλήρωσε την κυκλωτική της κίνηση και οι Οθωμανοί υποχώρησαν άτακτα πέρα από τον Αξιό ποταμό, εγκαταλείποντας πτώματα, πολεμικό υλικό και εφόδια. Ωστόσο, μετά τη μάχη, η πόλη των Γιαννιτσών, εκτός από τη χριστιανική της συνοικία, παραδόθηκε στις φλόγες.

Τα Γιαννιτσά αποτελούσαν την τελευταία γραμμή άμυνας των Οθωμανών στη Μακεδονία, απέχοντας μόλις οκτώ ώρες πεζή από τη Θεσσαλονίκη. Η ελληνική νίκη εκεί άνοιξε οριστικά τον δρόμο για την απελευθέρωση της μακεδονικής πρωτεύουσας.

Στο τέλος της ημέρας, οι ελληνικές απώλειες είχαν ανέλθει σε 188 νεκρούς και 785 τραυματίες, ενώ οι τουρκικές σε 250 νεκρούς, 1.000 τραυματίες και 3.000 αιχμαλώτους. Στα ελληνικά χέρια περιήλθαν 11 κανόνια του εχθρού και πολεμικές σημαίες.

Ωστόσο, ο ελληνικός στρατός δεν εκμεταλλεύτηκε πλήρως τη νίκη. Δεν καταδίωξε τους πανικόβλητους εχθρούς, λόγω κακής συνεννόησης μεταξύ της 7ης Μεραρχίας –που είχε προχωρήσει επιτυχώς ως τον Λουδία– και της Ταξιαρχίας Ιππικού, καθώς έλειπε ο μεταξύ τους σύνδεσμος. Έτσι, οι τουρκικές δυνάμεις στο σύνολό τους συμπτύχθηκαν ανενόχλητες προς τις γέφυρες του Αξιού. Το χειρότερο ήταν ότι έστειλαν αποσπάσματα πίσω και ανατίναξαν τις γέφυρες, καθιστώντας δύσκολη την περαιτέρω προέλαση του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη.



5η Μεραρχία η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής στρατιάς.

Η 5η Μεραρχία είχε λάβει εντολή να κινηθεί προς την Πτολεμαΐδα και το Αμύνταιο, ακόμη και προς το Μοναστήρι, εφόσον οι συνθήκες το επέτρεπαν. Σκοπός της ήταν να καλύψει τις επιχειρήσεις στην πεδιάδα των Γιαννιτσών από πιθανή τουρκική πλαγιοκόπηση. Ωστόσο, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να υποστεί ήττα, γιατί θα εξέθετε τα νώτα ολόκληρης της ελληνικής στρατιάς σε σοβαρό κίνδυνο.

Ο Τούρκος αρχιστράτηγος της περιοχής, Ριζάτ πασάς, που αντιμετώπιζε τον σερβικό στρατό, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της 5ης Μεραρχίας στα νώτα του, αποφάσισε να κινηθεί επιθετικά εναντίον της. Επί δύο ημέρες οι ελληνικές δυνάμεις πολέμησαν αμυνόμενες και στο τέλος αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Ευτυχώς για τους Έλληνες, οι Τούρκοι μετά την επιτυχία τους στράφηκαν εκ νέου προς το σερβικό μέτωπο. Εκεί, όμως, υπέστησαν καθοριστική ήττα από τον σερβικό στρατό. Ένα μέρος των δυνάμεών τους παραδόθηκε, ενώ ο Παβίτ πασάς με άλλο τμήμα υποχώρησε προς την Κορυτσά και από εκεί στα Ιωάννινα, όπου θα δινόταν η επόμενη μεγάλη μάχη…

 Η διάβαση του Αξιού

Στην πορεία προς τη Θεσσαλονίκη, εμπόδιο δεν ήταν πια τα υπολείμματα του τουρκικού στρατού, αλλά η υπερκόπωση των ανδρών και κυρίως η διάβαση του Αξιού. Οι Τούρκοι, υποχωρώντας από τα Γιαννιτσά, είχαν καταστρέψει την ξύλινη γέφυρα του δρόμου Γιαννιτσών–Θεσσαλονίκης, ενώ προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές και στις δύο σιδηροδρομικές γέφυρες της Χαλκηδόνας και του Πολυκάστρου.

Η Στρατιά δεν διέθετε τις κατάλληλες γεφυροσκευές. Υπήρχε μεν παλαιό υλικό γεφυροσκευών, αγορασμένο από την Αυστρία, αλλά ήταν βαρύ, δύσχρηστο και κατάλληλο μόνο για μεγάλα ποτάμια.

Η καθυστέρηση της πορείας προς τη μακεδονική πρωτεύουσα οδήγησε σε νέα έντονη σύγκρουση του Βενιζέλου με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο μέσω ανταλλαγής τηλεγραφημάτων. Όλες οι πληροφορίες που έφταναν στην Αθήνα μιλούσαν για ταχεία εξόρμηση της βουλγαρικής στρατιάς προς τη Θεσσαλονίκη. Οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να παραδώσουν την πόλη. Ο Βενιζέλος αδημονούσε: η Θεσσαλονίκη έπρεπε να καταληφθεί αμέσως, πριν φτάσουν οι Βούλγαροι.


              Αρχηγόν Στρατού.
Παραγγέλλεσθε να αποδεχτείτε προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις ταύτην άνευ χρονοτριβής. Καθιστώ υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής.
Υπουργός Στρατιωτικών Ε. Βενιζέλος
 


Η ζεύξη του Αξιού

  Τα υλικά γεφυροσκευής θα βρεθούν τελικά με επιτάξεις και μισθώσεις από τις γύρω περιοχές. Στις 24 Οκτωβρίου, μέσα σε χιονόβροχο, ο στρατός περνά τον ποταμό και προσεγγίζει σε απόσταση αναπνοής τη Θεσσαλονίκη...


Συνεχίζεται...



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις