Η Πορεία για τη ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ


Φλόγες πολέμου και Ελευθερίας στα Βαλκάνια

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η Εδαφική Επέκταση του Ελληνικού Κράτους (1912–1913)

 

 

 Το  πρωινό της 29ης Οκτωβρίου o βασιλιάς Γεώργιος έμπαινε θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη που έβγαινε μέσα από μια μακρά περίοδο σκλαβιάς. Στο σιδηροδρομικό σταθμό τον υποδεχόταν ολόκληρη η A΄ Μεραρχία του ελληνικού στρατού, παρατεταγμένη σε όλο το μήκος της βασιλικής διαδρομής ως το διοικητήριο της πόλης.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

           Ο βασιλιάς ήταν έφιππος και συνοδευόταν από τον αρχιστράτηγο και  δαφνοστεφανωμένο από τις μεγάλες νίκες Διάδοχο Κωνσταντίνο και από τους πρίγκιπες και τους ανώτατους αξιωματικούς. Τα πυροβόλα βαρούσαν. Τα πλοία σφύριζαν στο λιμάνι. Κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος κατά μήκος της διαδρομής. Οι  Έλληνες, με τις σημαίες στα χέρια, επευφημούσαν.Τούρκοι, Εβραίοι και Λεβαντίνοι παρακολουθούσαν  με αμηχανία και   καχυποψία.  Η Άλωση της πόλης  από τους Τούρκους έγινε στις 28 Φεβρουαρίου 1430. Η απελευθέρωση  στiς 26 Οκτωβρίου 1912. Είχαν μεσολαβήσει 482 χρόνια σκλαβιάς. Ανήμερα του Αι-Δημήτρη, πολιούχου της πόλης, στη Θεσσαλονίκη  κυμάτιζε  η γαλανόλευκη.Είναι η κορυφαία στιγμή των βαλκανικών πολέμων που θα αλλάξουν την εικόνα της νεώτερης Ελλάδας.

Πριν τον πόλεμο…

    Οι βαλκανικοί πόλεμοι, όπως και κάθε ιστορικό γεγονός, δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως αυτοτελές και αυτόνομο γεγονός, ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα. Συνδέονται με μια σειρά από γεγονότα που συμβαίνουν τη ίδια εποχή ή λίγο πρωτύτερα από την έναρξη του πολέμου.



Στον εξωτερικό τομέα….

Στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα είχε πλέον ωριμάσει ο χρόνος για το ξαναμοίρασμα του κόσμου από τις μεγάλες Δυνάμεις της γης. Η επέκταση της Αγγλίας και της Γαλλίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη –ιδιαίτερα μετά το 1875– υπήρξε εντυπωσιακή. Δημιούργησαν αποικιακές αυτοκρατορίες τεράστιας έκτασης, αναζητώντας ζωτικό οικονομικό χώρο, πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες τους, αλλά και αγορές για τη διάθεση των προϊόντων τους. Παράλληλα, επένδυσαν τεράστια κεφάλαια στις αποικίες, οικοδομώντας σιδηροδρομικά δίκτυα, λιμάνια και υποδομές που ενίσχυαν την οικονομική τους κυριαρχία.

Σε αντίθεση με την πολιτική αυτών των δύο Δυνάμεων, η Γερμανία –η τρίτη μεγάλη δύναμη της εποχής– βρέθηκε εγκλωβισμένη. Η καθυστερημένη είσοδός της στον αποικιακό ανταγωνισμό την άφησε με ελάχιστα εδάφη και περιορισμένες δυνατότητες οικονομικής εξάπλωσης. Παρά την εντυπωσιακή βιομηχανική της ανάπτυξη, η χώρα αισθανόταν ότι ασφυκτιά μέσα στα στενά όρια που της είχαν επιβληθεί από την ισορροπία δυνάμεων. Έτσι, η Γερμανία οδηγήθηκε στην πεποίθηση ότι μόνο με τη ριζική ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη θέση που της αναλογούσε.

Η λύση που επιλέγει είναι αυτή του πολέμου. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει όχι μόνο να διεκδικήσει αποικιακά εδάφη και νέες αγορές, αλλά και να ανατρέψει ολόκληρη την παγκόσμια τάξη που είχε διαμορφωθεί προς όφελος των αντιπάλων της. Επιπλέον, οι στρατιωτικοί συσχετισμοί φαίνονται, στα μάτια των γερμανικών ηγεσιών, ευνοϊκοί: η ταχεία βιομηχανική ανάπτυξη και η στρατιωτική οργάνωση έχουν πολλαπλασιάσει τους απόλυτους αριθμούς και τις δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων της.

 Γύρω από τις μεγάλες Δυνάμεις διαμορφώνονται σταθερές στρατιωτικές και διπλωματικές συμμαχίες: από τη μία πλευρά αναπτύσσεται η Τριπλή Συμμαχία —γνωστή και ως Κεντρικές Δυνάμεις— που σχηματίζεται το 1882 και συγκεντρώνει τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία. Από την άλλη πλευρά συγκροτείται βήμα-βήμα η λεγόμενη Εγκάρδια Τριπλή Συνεννόηση (Entente), η οποία ολοκληρώνεται με την τελική σύγκλιση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας στις αρχές του 20ού αιώνα (η συμμαχία θεωρείται ολοκληρωμένη τον Αύγουστο του 1907).

Οι συμμαχίες αυτές δεν ήταν απλώς διπλωματικές πράξεις· είχαν ως αποτέλεσμα την πόλωση της ευρωπαϊκής πολιτικής σφαίρας. Μικρότερες χώρες, είτε από ανάγκη ασφαλείας είτε από εδαφικά και εθνικά συμφέροντα, συνασπίζονται γύρω από τα δύο μπλοκ, κάνοντας την ήπειρο ένα πλέγμα αμοιβαίων δεσμεύσεων και υποχρεώσεων. Ταυτόχρονα, η κούρσα εξοπλισμών —ιδιαίτερα ο ναυτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στη Βρετανία και στη Γερμανία— και οι επαναλαμβανόμενες διεθνείς κρίσεις (διπλωματικές συγκρούσεις, τοπικοί πόλεμοι στα Βαλκάνια, αποικιακά επεισόδια) αυξάνουν την αμοιβαία καχυποψία και μειώνουν τα περιθώρια ήπιας διευθέτησης.

Με αυτές τις δυνάμεις και τους συσχετισμούς βάδιζε η Ευρώπη προς τη βίαιη, πολεμική λύση των αντιθέσεων, όχι μόνο ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις αλλά και στις μικρότερες χώρες. Οι αντιθέσεις αυτές δεν ήταν αποκλειστικά οικονομικές· είχαν και εθνικό, γλωσσικό, φυλετικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό χαρακτήρα. Η συσσώρευση αιτημάτων, αδικιών και βλέψεων δημιούργησε ένα εκρηκτικό υπόβαθρο, το οποίο φούντωνε με κάθε νέα κρίση που ξεσπούσε στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

 Η «ώρα της εκκαθάρισης» των διεθνών λογαριασμών φαινόταν να πλησιάζει. Οι συνθήκες ήταν πλέον πρόσφορες: οι στρατιωτικές συμμαχίες είχαν σφίξει τον κλοιό των δεσμεύσεων, οι εξοπλισμοί είχαν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ οι λαοί, επηρεασμένοι από εθνικιστικά ιδεώδη, πίστευαν συχνά ότι η πολεμική σύγκρουση θα αποτελούσε το μέσο για την επίλυση ιστορικών διαφορών. Μέσα σε αυτό το κλίμα, όλοι ανέμεναν τις εξελίξεις· και πράγματι, δεν θα αργούσαν να έρθουν.

Στο εσωτερικό...

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί όρθια μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Είχε προηγηθεί η εκσυγχρονιστική πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη, ωστόσο η διεθνής συγκυρία και η υπερχρέωση της χώρας –για την οποία και ο ίδιος έφερε ευθύνη– οδήγησαν την οικονομία σε κρίση και τελικά στη χρεοκοπία του 1893. Παράλληλα, η πολιτική ζωή χαρακτηριζόταν από έντονες αντιπαραθέσεις, μικροκομματικά συμφέροντα και έλλειψη σταθερού προσανατολισμού.

Η κοινωνία διατηρούσε τον αγροτικό και φτωχό της χαρακτήρα, με περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες. Την ίδια στιγμή, τα μεγάλα εθνικά ζητήματα –ιδιαίτερα το κρητικό– δημιουργούσαν συνεχώς εντάσεις και τροφοδοτούσαν το κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού.

Οι προσπάθειες του Τρικούπη για την οργάνωση και τον εξοπλισμό του στρατού, καθώς και για την άρτια εκπαίδευση των στελεχών του, ανακόπηκαν. Στο προσκήνιο ήρθε η «Εθνική Εταιρεία», μια μυστική οργάνωση που επιδίωξε να παίξει εξωθεσμικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική της χώρας, προωθώντας πιο επιθετικές επιλογές απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία,σε συνδυασμό με την αδημονία του λαού –ο οποίος, κάτω από την επίδραση της Μεγάλης Ιδέας,περίμενε με ανυπομονησία την απελευθέρωση νέων εδαφών– οδήγησαν την κυβέρνηση του  Θ. Δηλιγιάννη σε επικίνδυνες επιλογές.  

                           Το στοιχειωμένο 1897  

Η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έριξε βαριά τη σκιά της στα κατοπινά χρόνια.Ανέλπιστα οι εδαφικοί όροι ήταν επιεικείς,οι οικονομικοί όμως ήταν επαχθέστατοι,η χώρα τέθηκε υπό   διεθνή οικονομικό έλεγχο.  Το οξύτατο θέμα της Κρήτης, η δεινή οικονομική κατάσταση, η αδημονία λαού και στρατού για την επέκταση της πατρίδας, οι κακοί πολιτικοί και διπλωματικοί  χειρισμοί, καθώς και η ελλιπής οργάνωση και συγκρότηση του στρατού, περιγράφουν το σκηνικό αυτής της ήττας, η οποία θα ξετύλιγε το κουβάρι των μετέπειτα εξελίξεων.

  Μετά την ήττα του 1897 κρίθηκε αναγκαία η αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης ανέλαβε την πρωτοβουλία για τον εκσυγχρονισμό του και ανέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο την ευθύνη της αναδιοργάνωσης. Με τη συνεργασία ξένων στρατιωτικών αποστολών εισήχθησαν νέα πρότυπα εκπαίδευσης και βελτιώθηκε ο εξοπλισμός και η οργάνωση. Η συμβολή του Κωνσταντίνου, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις του Θεοτόκη, έθεσαν τις βάσεις που οδήγησαν στις νίκες των Βαλκανικών Πολέμων.

Η οθωμανική αυτοκρατορία και τα Βαλκάνια

Φαινόταν ότι η πολεμική σπίθα θα άναβε στα Βαλκάνια. Στην αχανή Οθωμανική Αυτοκρατορία δρούσαν παράλληλα δύο διαλυτικές δυνάμεις που θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στην αποσύνθεσή της. Από τη μια, ο σφοδρός ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων στον εμπορικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Οι Δυνάμεις αυτές δεν επιθυμούσαν την πλήρη διάλυση της Αυτοκρατορίας αλλά την εκμετάλλευσή της προς όφελος των συμφερόντων τους. Από ένα σημείο και μετά, όμως, αυτό κατέστη αδύνατο και η στάση τους άλλαξε, πάντα εναρμονιζόμενη με τις στρατηγικές τους επιδιώξεις, όπως συμβαίνει με κράτη που ακολουθούν ξεκάθαρες πολιτικές.

Από την άλλη, η παρηκμασμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, στηριγμένη σε ξεπερασμένες δομές και νόρμες φεουδαρχικού χαρακτήρα, ήταν θέμα χρόνου να καταρρεύσει. Το ευρωπαϊκό κυρίως τμήμα της περιλάμβανε υπόδουλες εθνότητες, των οποίων οι αντιδράσεις θα γίνονταν ολοένα και πιο ανεξέλεγκτες. Τα βαλκανικά κράτη, μικρά και ανίσχυρα κατά τη δημιουργία τους, όσο αναπτύσσονταν στρατιωτικά και οικονομικά, ήταν αναπόφευκτο να στραφούν προς τη διεκδίκηση εδαφών της Αυτοκρατορίας, τόσο για την εξασφάλιση ζωτικού οικονομικού χώρου όσο και για την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πληθυσμών τους.  

                       Ο Μακεδονικός Αγώνας

Στις αρχές του 20ού αιώνα, με επίκεντρο τη Μακεδονία αλλά και άλλες περιοχές, οι χριστιανικοί λαοί των Βαλκανίων ανταγωνίζονταν με σφοδρότητα για τη δημιουργία ερεισμάτων και τη μελλοντική επικράτησή τους. Η μεγάλη αυτή περιοχή είχε εξαιρετικά σύνθετη και ανάμεικτη εθνολογική σύνθεση, γεγονός που όξυνε τον ανταγωνισμό. Ιδιαίτερα σκληρή υπήρξε η αντιπαράθεση με τη Βουλγαρία. Η βουλγαρική προπαγάνδα και τρομοκρατία, με τη στήριξη της Βουλγαρικής Εξαρχίας, έλαβαν μεγάλες διαστάσεις. Οι Βούλγαροι επιδίωκαν να προσεταιριστούν ολόκληρους πληθυσμούς, οι οποίοι, αν και διαφοροποιούνταν γλωσσικά (π.χ. σλαβόφωνοι), διατηρούσαν ωστόσο ελληνική εθνική συνείδηση. Ως αντίδραση, οι Έλληνες οργάνωσαν και απέστειλαν ένοπλα σώματα που δρούσαν με τη μορφή αντάρτικου πολέμου, σηματοδοτώντας την απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα.Στον ανταγωνισμό αυτόν ενεπλάκησαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, όλα σχεδόν τα κράτη της Βαλκανικής Χερσονήσου: Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Αλβανοί, Ρουμάνοι και Μαυροβούνιοι. Προσωρινή ανακωχή έφερε η Επανάσταση των Νεότουρκων (1908), η οποία ευαγγελιζόταν ισονομία και ισοπολιτεία για όλους τους λαούς της Αυτοκρατορίας· προσδοκία που, ωστόσο, δεν εκπληρώθηκε ποτέ.


Νεότουρκοι

  Πράγματι το κίνημα των Νεότουρκων ήταν μια προσπάθεια της ανερχόμενης αστικής τάξης να διεκδικήσει την εξουσία. Συσπειρώνει τα προοδευτικά στοιχεία της τουρκικής κοινωνίας ενώ πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οι Τούρκοι αξιωματικοί. Ωστόσο, οι Νεότουρκοι όπως θα φανεί  καθυστερημένα, επιδιώκουν την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης στη χειμαζόμενη αυτοκρατορία. Αυτό θα αργήσουν  να το κατανοήσουν οι βαλκανικοί λαοί, που αρχικά θα παρασυρθούν από τις διακηρύξεις της νέας τουρκικής εξουσίας περί ισότητας και δικαιοσύνης.


Το Κίνημα στο Γουδί     

Το Κίνημα στο Γουδί (1909), με πρωτοβουλία των Ελλήνων αξιωματικών και σε απόλυτη εναρμόνιση με το λαϊκό αίσθημα, στρεφόταν ενάντια στο φθαρμένο πολιτικό κατεστημένο και ζητούσε βαθιές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική και οικονομική πολιτική, καθώς και την ανασυγκρότηση του στρατού και του στόλου, ώστε να προετοιμαστεί η Ελλάδα για τις εξελίξεις στη Βαλκανική. Αν και ο Γεώργιος Θεοτόκης είχε αφήσει θετική προσωπική εικόνα ως έντιμος και μετριοπαθής πολιτικός, που προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις και συνέβαλε στην οργάνωση στρατού και στόλου, οι προσπάθειές του κρίθηκαν ανεπαρκείς για τις απαιτήσεις της εποχής και ο ίδιος ταυτίστηκε με το παλαιοκομματικό σύστημα που έπρεπε να ξεπεραστεί. Η κατάληξη του Κινήματος με την πρόσκληση στον Ελευθέριο Βενιζέλο να αναλάβει την πρωθυπουργία αποδεικνύει τον καταλυτικό ρόλο της επέμβασης του στρατού την κρίσιμη στιγμή, αλλά και σηματοδοτεί τη μετάβαση από την εποχή της μετριοπάθειας του Θεοτόκη σε μια νέα δυναμική ηγεσία που θα προχωρούσε στις αναγκαίες αλλαγές.

                                Ο Βενιζέλος

            Ο Βενιζέλος είναι ένας εντελώς διαφορετικός πολιτικός που ξεφεύγει από τα πρότυπα του πολιτικού της εποχής. Είναι κοσμοπολίτης, ανοιχτός σε νέα ρεύματα και ιδέες, φιλελεύθερος και οραματιστής, με επαφές με διεθνείς παράγοντες και γνώστης της διεθνούς πολιτικής.. Βλέπει  ότι όλος ο κόσμος μπαίνει σε μια φάση αλλαγής. Αυτή η αλλαγή θα ξεκινούσε από τα Βαλκάνια. Η αγωνία του ήταν μήπως η Ελλάδα μείνει στο περιθώριο και δεν προλάβει τις εξελίξεις.Ο κύριος σκοπός του Κρητικού πολιτικού ήταν να εκσυγχρονίσει το κράτος,να εξυγιάνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς και να οργανώσει στρατό και στόλο ικανό για την άμυνα της χώρας,αφού όπως πολύ σωστά διέβλεπε,ο πόλεμος με την Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αναπόφευκτος.


Οι λαοί των Βαλκανίων μπροστά στη μεγάλη πρόκληση


Η ιδέα για τη συνεργασία, ακόμα και την ένωση, των βαλκανικών λαών είναι πολύ παλιά· ανάγεται ήδη στην εποχή του Ρήγα Φεραίου, ίσως και παλαιότερα. Οι προσπάθειες για συνεννόηση και κοινή δράση δεν έλειψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ωστόσο, οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί και οι εδαφικές διεκδικήσεις δημιούργησαν ανυπέρβλητα, προς στιγμήν, εμπόδια, όπως φάνηκε κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Το Κίνημα των Νεότουρκων το 1908, με τις αρχικές του υποσχέσεις για ισονομία και μεταρρυθμίσεις, συνέβαλε προσωρινά στη βελτίωση των σχέσεων των βαλκανικών κρατών. Σύντομα όμως οι ελπίδες διαψεύστηκαν, και η ιδέα της συνεργασίας επανήλθε με νέα ένταση.

Τώρα ήταν η στιγμή που τα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο) εμφανίζονταν έτοιμα να εκδιώξουν τον «Ασιάτη κατακτητή» από την Ευρώπη. Η ιδέα του αγώνα πήρε και στοιχεία ιερού πολέμου: του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου, κάτι που κινητοποίησε τους λαούς της περιοχής και τόνωσε το φρόνημά τους.

Επρόκειτο όμως για μια συμμαχία που στηριζόταν περισσότερο στην ανάγκη και λιγότερο στην ειλικρινή εμπιστοσύνη. Ήταν γεμάτη καχυποψία, καθώς τα κράτη της Βαλκανικής έβλεπαν το καθένα τα δικά του συμφέροντα και τις δικές του εδαφικές βλέψεις. Μοιραία, η ένταση αυτή θα οδηγήσει σύντομα στη μεταξύ τους σύγκρουση, όπως φάνηκε στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913.


Κήρυξη ιταλοτουρκικού πολέμου

    Το ντόμινο των εξελίξεων στα Βαλκάνια ενεργοποιεί η ιταλική επίθεση  στην Τουρκία  (Σεπτέμβρης του 1911). Ήταν μια επεκτατική κίνηση μιας μεγάλης δύναμης που προσπαθούσε να εξασφαλίσει εδάφη και αγορές μέσα στο  διεθνή ανταγωνισμό. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή  στην Β. Αφρική ενώ ο ιταλικός στόλος έφτασε ως τα Δαρδανέλια. Η κατάληξη του πολέμου κλόνισε  την αυτοπεποίθηση του τουρκικού στρατού και κατέδειξε στους Βαλκάνιους ότι είχε φτάσει  η ώρα για την αποτίναξη του τούρκικου ζυγού.

Οι χειρισμοί του Βενιζέλου

  Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος  ωριμάζει την ιδέα  της βαλκανικής συνεργασίας για την από κοινού επίθεση εναντίον της Τουρκίας. Όλοι οι χειρισμοί του Βενιζέλου, ιδιαίτερα στο ευαίσθητο Κρητικό Ζήτημα- έφτασε στο σημείο να μην δεχτεί την Ένωση- αποσκοπούν στην καθυστέρηση της έναρξης της σύγκρουσης. Τρεις είναι οι άξονες της δράσης του: Θέλει να ολοκληρώσει το στρατιωτικό και κυρίως το ναυτικό εξοπλισμό, να βελτιώσει τα οικονομικά του κράτους και  να προωθήσει τη βαλκανική συμμαχία που οραματίζεται.

  Ήδη από τις 29 Φεβρουαρίου 1912 οι Βούλγαροι έχουν συνάψει συμμαχία με τους Σέρβους κατά της Τουρκίας. Η συμμαχία προβλέπει ότι σε περίπτωση πολέμου οι Βούλγαροι θα έμπαιναν στον πόλεμο με 200.000 στρατό ενώ οι Σέρβοι με 150.000.Η συμφωνία είναι μυστική. Ο Βενιζέλος την μαθαίνει καθυστερημένα. Αφού κάνει μια αποτυχημένη κίνηση να προσεγγίσει την Ιταλία, στρέφεται προς την Βουλγαρία. Γνωρίζει καλά ότι το κλειδί των εξελίξεων το κρατά η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της περιοχής.    


Στροφή προς τη Βουλγαρία

  Παρά την βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών μετά την λήξη του Μακεδονικού Αγώνα, οι Βούλγαροι παρέμεναν επιφυλακτικοί στο ενδεχόμενο στρατιωτικής συνεργασίας. Η στάση τους αυτή οφειλόταν, όχι στις εθνικές διαφορές αλλά στην εδραιωμένη άποψή τους, ότι το ελληνικό στράτευμα ήταν μειωμένης μαχητικής  ικανότητας και επομένως οποιαδήποτε συνεργασία με την  Ελλάδα λίγα πράγματα θα μπορούσε να  προσφέρει.

  Ο Βενιζέλος, αξιοποιώντας και τις διεθνείς γνωριμίες του, προσπαθεί να προσεγγίσει τους Βούλγαρους. Από τις αρχές του 1912, και ενώ εντείνονται οι επαφές των δυο πλευρών, φαίνεται  ότι οι Βούλγαροι αναθεωρούν τις αρχικές τους απόψεις.  Μέσα σε ένα επιδεινωμένο βαλκανικό περιβάλλον, με εξέγερση των Αλβανών, κινήσεις των Μαυροβουνίων, σeρβοβουλγαρική συμμαχία  και οξυμένο το εσωτερικό μέτωπο, με τους Κρήτες  να αναζητούν επιτακτικά την ένωσή τους με την Ελλάδα, με τα Δωδεκάνησα, τη Χίο και τη Σάμο να είναι σε αναβρασμό λόγω των Ιταλικών κινήσεων στο Αιγαίο, είναι ξεκάθαρο ότι ο πόλεμος είναι προ των πυλών…

Η βαλκανική συμμαχία

Στις 16 Μαΐου 1912 υπογράφεται στη Σόφια η ελληνοβουλγαρική συμφωνία. Οι τρεις βασικές βαλκανικές χώρες σχημάτιζαν μέτωπο κατά της Τουρκίας. Η ιδιαιτερότητα   της Συμμαχίας ήταν ότι ο βασικός πυλώνας ήταν η Βουλγαρία η οποία συνδεόταν με συμφωνία με την Σερβία και την Ελλάδα. Μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας δεν είχε υπογραφεί καμιά συμφωνία. Βούλγαροι και Σέρβοι είχαν ξεκάθαρα οριοθετήσει τα εδαφικά οφέλη που θα είχαν σε περίπτωση πολέμου. Οι Σέρβοι θα έπαιρναν τα Σκόπια και τις περιοχές ως την Αδριατική ενώ οι Βούλγαροι όλη σχεδόν τη Μακεδονία, από τον Αξιό ως το Αιγαίο και τη Μαύρη θάλασσα. Η ελληνοβουλγαρική όμως συμφωνία δεν έκανε καμιά αναφορά σε εδαφικές διεκδικήσεις. Προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης από μέρους της Τουρκίας, αλλά περιόριζε την υποχρέωση των Βούλγαρων σε φιλική  ουδετερότητα, στον ενδεχόμενο πολέμου με αφορμή το Κρητικό Ζήτημα.



To τολμηρό εγχείρημα του Βενιζέλου

 Η κριτική που ασκείται στον Βενιζέλο είναι έντονη. Πώς δέχεται να μπει στον πόλεμο χωρίς να έχει εξασφαλίσει συμφωνία  για το μοίρασμα των εδαφών σε περίπτωση νίκης;

  Όλο το σχέδιο του Κρητικού πολιτικού είχε και ρεαλιστικές αλλά και ριψοκίνδυνες πλευρές. Οι Βούλγαροι δεν θα υπέγραφαν τη συμφωνία, αν η Ελλάδα έθετε θέμα εδαφικών διεκδικήσεων. Εξακολουθούσαν να υποτιμούν το αξιόμαχο του ελληνικού στρατεύματος. Πίστευαν ότι με την έναρξη του πολέμου οι Έλληνες θα αναλώνονταν σε τοπικές μικροσυγκρούσεις, στα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Θεσσαλία. Στο μόνο που έδιναν σημασία ήταν ο ρόλος του στόλου της Ελλάδας στον επερχόμενο πόλεμο. Πράγματι το νεότευκτο θωρηκτό <<Αβέρωφ>> έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να κυριαρχήσει στο Αιγαίο και να οδηγήσει σε ναυτικό αποκλεισμό της Τουρκίας. Έτσι οι Τούρκοι μόνο στη Θράκη από την Προποντίδα και τον Βόσπορο θα μπορούσαν να μεταφέρουν στρατό  ενώ τα λιμάνια του Β. Αιγαίου θα ήταν αποκλεισμένα. Ακριβώς γι αυτόν τον λόγο τις παραμονές της σύγκρουσης, οι Τούρκοι προσπάθησαν να δελεάσουν την Ελλάδα προτείνοντας την παραχώρηση  της Κρήτης, κάτι όμως που ο Βενιζέλος θα αρνηθεί, αφού είχε ήδη δρομολογηθεί η βαλκανική συμμαχία.

  Ο στρατός του 1912 δεν είχε καμιά σχέση με αυτόν του 1897. Επιπλέον υπήρχαν προϋποθέσεις για επικράτηση στη θάλασσα. Σύμφωνα με το σχέδιο του Βενιζέλου ( ανάλυση  στο υπουργικό συμβούλιο,Απρίλης 1912) οι πολεμικές επιχειρήσεις θα πάρουν την εξής μορφή: οι Βούλγαροι θα στραφούν προς την Αδριανούπολη και τον Έβρο. Οι Σέρβοι προς τα Σκόπια ενώ ο ελληνικός στρατός προς την Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες. Η διανομή θα γίνει κατόπιν με βάση τη στρατιωτική κατοχή.

 Η πολιτική συμφωνία επικυρώνεται με την υπογραφή στρατιωτικής σύμβασης (Σεπτέμβρης 1912). Η σύμβαση, που διαπραγματεύτηκε ο τότε λοχαγός Ι. Μεταξάς, όριζε ότι η Ελλάδα θα έμπαινε στον πόλεμο με 110.000- 120/000 στρατό ενώ η Βουλγαρία με 300.000. Σερβία και Μαυροβούνιο είχε συμφωνηθεί να κινητοποιήσουν 180.0000 και 35.000 στρατό αντίστοιχα.

Συνεχίζεται...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις