Η Πορεία για τη Μεγάλη Ελλάδα,η κήρυξη του πολέμου-οι στρατοί και η διάταξη των αντιπάλων
Η βαλκανική χερσόνησος, η πολύπαθη αυτή περιοχή, ένα μωσαϊκό εθνοτήτων,
γλωσσών και θρησκειών, έμοιαζε με μπαρουταποθήκη που από καιρό συσσώρευε
εύφλεκτα υλικά· τελικά θα εκραγεί το φθινόπωρο του 1912. Η Ελλάδα, «σαν έτοιμη
από καιρό», θα ωφεληθεί από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, σχεδόν
διπλασιάζοντας την έκτασή της και τον πληθυσμό της. Στην ηγεσία του στρατού
βρισκόταν ο στρατηλάτης Διάδοχος Κωνσταντίνος, ενώ στο διπλωματικό και πολιτικό
πηδάλιο ο ανερχόμενος και δυναμικός Ελευθέριος Βενιζέλος. Σε πνεύμα
συνεργασίας, και με την παρουσία στον θρόνο του συνετού βασιλιά Γεωργίου Α΄, η
Ελλάδα θα επιτύχει νίκες χάρη στη στρατηγική οργάνωση, την αποφασιστικότητα του
λαού της και τις επιτυχημένες συμμαχίες με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη. Τα
αποτελέσματα θα σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή, με την απελευθέρωση ιστορικών
ελληνικών περιοχών, όπως η Μακεδονία, η Ήπειρος και τα νησιά του Αιγαίου, και
θα θέσουν τα θεμέλια για τον ρόλο της χώρας ως σημαντικής δύναμης στην περιοχή.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
διαβάστε το πρώτο μέρος https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/09/1912-1913.html
Οι στρατοί των αντιπάλων
Η Βουλγαρία ( 4 εκ. πληθυσμός), που από το 1908 είχε γίνει ανεξάρτητο κράτος, διέθετε 300.000 στρατιώτες με 4.000 ιππείς και 720 πυροβόλα. Είχε 9 τακτικές μεραρχίες με δύναμη 180.000 αντρών, και δύο εφεδρικές. Όλες μαζί αποτελούσαν πέντε στρατιές με την εξής τοποθέτηση: τρεις στη Θράκη με προσανατολισμό προς την Κων/πολη, και δύο στην Μακεδονία, εκ των οποίων η μία θα κατευθυνόταν προς την Θεσ/νίκη-Αν. Μακεδονία και η άλλη θα στρεφόταν προς τη Δυτ. Μακεδονία και θα δημιουργούσε κοινό μέτωπο με τους Σέρβους.
Η Σερβία ( 2,5 εκ. πληθυσμός) είχε 220.000 στρατιώτες με 3.000 ιππείς και 500 πυροβόλα. Διέθετε 5 τακτικές μεραρχίες με δύναμη 80.000 αντρών και 5 εφεδρικές. Οι δύο στρατιές θα κατευθύνονταν νότια προς τα Σκόπια, ενώ η τρίτη ανατολικά, σε συνεργασία με του Βούλγαρους.
Το Μαυροβούνιο( 300.000 πληθυσμός) είχε 35.000 άντρες και 80
πυροβόλα. Θα πολεμούσε σε τοπικό επίπεδο λόγω της μικρής του δύναμης.
Η Ελλάδα (2,5 εκ. πληθυσμός) με 120. 000 στρατό και 180 πυροβόλα με 4 μεραρχίες πεζικού που μπορούσαν με την επιστράτευση να γίνουν 7 και 1 ταξιαρχία πεζικού με 1000 ιππείς. Οι δυνάμεις είχαν κατανεμηθεί γεωγραφικά σε δυο μέρη:
-στο στρατό Θεσσαλίας με τον κύριο όγκο του στρατεύματος (4 μεραρχίες που θα γίνουν 7 και μια ταξιαρχία ιππικού), συνολικά 100.000 άντρες.
-στο στρατό Ηπείρου που είχε τοποθετηθεί 1 ταξιαρχία πεζικού και μερικά συντάγματα και τάγματα, συνολικά 10.000 άνδρες.
Για τις αξιόμαχες ναυτικές δυνάμεις που έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα,θα γίνει εκτενής αναφορά,σε επόμενο άρθρο που θα περιλαμβάνει και τις ναυτικές επιχειρήσεις.
Στον πόλεμο αυτόν, για πρώτη φορά θα κάνει την εμφάνισή της η Πολεμική Αεροπορία. Η Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, ήταν το μοναδικό βαλκανικό κι από τα ελάχιστα κράτη στον κόσμο, που διέθεταν πολεμικά αεροπλάνα. Τέσσερα αεροπλάνα τύπου Φαρμάν 50 ίππων, τα οπoία θα εκτελούσαν αποστολές αναγνώρισης, προσφέροντας πληροφορίες για τις θέσεις και τις κινήσεις του εχθρού. Λίγο αργότερα απέκτησε κι ένα υδροπλάνο.
Το ερώτημα που απασχολούσε όλους ήταν το εξής; Διέθετε πράγματι η Ελλάδα τις δυνάμεις εκείνες για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες του πολέμου;
H ήττα στα 1897,με τον τρόπο που έγινε είχε αφήσει βαριά σκιά στο στράτευμα, Από τις αρχές όμως του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 1909, έγιναν προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του στρατού και του ναυτικού. Ο στρατός μέσα σε λίγα χρόνια απέκτησε σύγχρονο πυροβολικό, υλικό στρατοπεδίας επικοινωνιών και μηχανικού, εξαρτήσεις, επαναληπτικά τυφέκια Mάνλιχερ και από το 1911 πολυβόλα. Η οργάνωσή του έγινε σε μεραρχιακή βάση και η εκπαίδευσή του ακολούθησε τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Βελτιώθηκε η ποιότητα των αξιωματικών και εμπεδώθηκε πνεύμα δικαιοσύνης και πειθαρχίας. Το 1897 η Ελλάδα είχε 50.000 στρατιώτες με 20 φυσίγγια για κάθε άνδρα, με αξιωματικούς ανεκπαίδευτους και άκαπνους. Το 1912 έχει 120.000 στρατιώτες με καλή οργάνωση και στελεχιακή κατάρτιση, ένα στράτευμα που μπορούσε σχετικά σύντομα να κινητοποιηθεί. Ο ίδιος άνεμος εκσυγχρονισμού φύσηξε και στο ναυτικό που κοντά στα τρία παλιά θωρηκτά, προστέθηκαν 4 μεγάλα και 10 μικρά αντιτορπιλικά, ένα υποβρύχιο και βέβαια το θωρηκτό "Γ. Αβέρωφ".
Αθροιστικά οι τέσσερις βαλκανικές χώρες παρέτασσαν 675.00 άντρες σε 31
μεραρχίες με 1480 πυροβόλα συν τον ελληνικό στόλο.Απέναντι στον συνασπισμό
αυτόν, τι είχε άραγε να αντιπαραθέσει η Τουρκία;Στο βαλκανικό έδαφος είχαν
συγκεντρωθεί 300.000 στρατιώτες με 850 πυροβόλα και άλλα 750 τοπομαχικά. Βέβαια
στην ασιατική Τουρκία υπήρχαν άλλοι 250.000 άντρες, των οποίων όμως; η
συγκέντρωση και η μεταφορά ούτε εύκολη ούτε και γρήγορη θα ήταν εξαιτίας και
της παρουσίας του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο
Η διάταξη των τουρκικών δυνάμεων
Πέρα από την σαφή αριθμητική μειονεξία του τουρκικού στρατού, τα μεγαλύτερο πρόβλημα για τους Τούρκους ήταν ύπαρξη τριών διαφορετικών μετώπων (βουλγαρικό, ελληνικό, και σερβομαυροβουνιώτικο) με ελάχιστη μεταξύ τους επικοινωνία και μεγάλη διασπορά δυνάμεων. Στην Θράκη οι Τούρκοι είχαν παρατάξει 200.000 στρατιώτες για να αποκρούσουν τους Βούλγαρους τους οποίους υπολόγιζαν περισσότερο. Η προέλαση του βουλγαρικού στρατού απειλούσε την Κων/πολη και την επικοινωνία και τον ανεφοδιασμό των βαλκανικών περιοχών από την ασιατική Τουρκία. Εδώ θα δινόταν η κύρια μάχη σύμφωνα με τιε τουρκικές εκτιμήσεις. Τους Σέρβους και Μαυροβούνιους θα αντιμετώπιζαν 110.000 άντρες ενώ τους Έλληνες θα πολεμούσαν μόνο 50.000 άντρες. Συνεπώς ο τουρκικός στρατός, ιδιαίτερα στο μέτωπο της Θεσσαλίας, είναι φανερό ότι υστερούσε στο πεζικό, ήταν ισοδύναμος στο ιππικό και είχε μικρό προβάδισμα στο πυροβολικό.
Από τις συμμαχικές δυνάμεις την δυσκολότερη και σημαντικότερη αποστολή
επωμίζονταν οι Βούλγαροι. Στόχος του ήταν να εφορμήσουν προς την Κων/πολη. Στα
άλλα δύο μέτωπα, Έλληνες και Σέρβοι, θα έπρεπε να αποκλείσουν και να
εξολοθρεύσουν τον κοινό εχθρό.
Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων
Οι Μεγάλες Δυνάμεις αιφνιδιάζονται από το πολύπλοκο πλέγμα των βαλκανικών συμμαχιών και από την ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα γεγονότα στους Βαλκανικούς Πολέμους. Για ένα διάστημα παραμένουν αδρανείς, καθώς η καθεμιά υπολογίζει προσεκτικά τις κινήσεις της άλλης, αποφεύγοντας την άμεση εμπλοκή σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να διαταράξει τις ισορροπίες στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η στάση της τσαρικής Ρωσίας, η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί σε καμία περίπτωση γερμανική ή αυστριακή διείσδυση στα Βαλκάνια. Η Ρωσία έβλεπε τις σλαβικές εθνότητες της περιοχής ως φυσικούς συμμάχους της στο πλαίσιο του πανσλαβισμού και διεκδικούσε τον ρόλο του προστάτη τους· γεγονός που ενίσχυε τις υποψίες και τις αντιθέσεις με την Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Από την άλλη, η Αγγλία και η Γαλλία, αν και παραδοσιακά επιφυλακτικές απέναντι στις βαλκανικές εξελίξεις, παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, προσπαθώντας να αποτρέψουν την ενίσχυση των Κεντρικών Δυνάμεων.
Η αδυναμία των Μεγάλων Δυνάμεων να προβλέψουν την ταχύτητα και την έκταση των επιτυχιών των βαλκανικών κρατών απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ανέδειξε την κλονισμένη τους επιρροή στην περιοχή και προανήγγειλε ότι τα Βαλκάνια θα μετατρέπονταν σύντομα σε πεδίο μεγάλων διεθνών ανταγωνισμών, ως μέρος του Ανατολικού Ζητήματος. Η αστάθεια αυτή, σε συνδυασμό με τις φιλοδοξίες κάθε δύναμης, έσπειρε τον σπόρο των αντιπαραθέσεων που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγούσαν στην έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Κωνσταντίνος αρχιστράτηγος
Το Κίνημα του 1909, εκφράζοντας το αντιβασιλικό πνεύμα της εποχής, είχε
απομακρύνει —και μάλιστα με νόμο— τον Διάδοχο Κωνσταντίνο από την αρχηγία του
στρατεύματος. Ο Βενιζέλος, ωστόσο, ανατρέπει την απόφαση αυτή και τον
επαναφέρει στην ηγεσία, παρά το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος είχε ευθύνη
για την ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και αρκετοί αξιωματικοί δεν
επιθυμούσαν την επιστροφή του. Είναι σίγουρο ότι ήθελε να ενισχύσει την εθνική
ομοψυχία αλλά παράλληλα εκτιμούσε πολύ τις στρατιωτικές ικανότητες του
Κωνσταντίνου,ενώ πάντα υπολόγιζε και στον εξισορροπητικό ρόλο του βασιλιά
Γεώργιου του Α΄.
Ο ίδιος ο Βενιζέλος, ως πρωθυπουργός αλλά και υπουργός των Στρατιωτικών, ανέλαβε τη γενική εποπτεία και την ανώτατη ευθύνη της προετοιμασίας για τον επικείμενο πόλεμο. Ο Κωνσταντίνος αποδέχτηκε σιωπηρά αυτή την υπεροχή του πολιτικού ηγέτη ή τουλάχιστον την παρέβλεψε, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη στρατιωτική οργάνωση και στη διοίκηση του στρατεύματος.
Παρά τη συνεργασία τους εκείνη την περίοδο, η αρμονική συνύπαρξη των δύο ανδρών αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση. Οι διαφορετικές αντιλήψεις τους για τη σχέση πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, αλλά και οι βαθύτερες ιδεολογικές τους διαφορές, θα έρθουν σύντομα στην επιφάνεια, προοιωνίζοντας τις συγκρούσεις που θα διχάσουν την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Η κήρυξη του πολέμου
Τις πρώτες
πρωινές ώρες της 5ης Οκτωβρίου του 1912 ο Έλληνας πρεσβευτής στην Πόλη
ανακοίνωσε στον Τούρκο υπουργό των Εξωτερικών την κήρυξη του πολέμου.
Στρατός και λαός αλλά κα ο απανταχού αλύτρωτος ελληνισμός, δέχτηκαν με
ενθουσιασμό την είδηση. Η προσέλευση εφέδρων αλλά και εθελοντών, ακόμα και
ομογενών από το εξωτερικό ήταν τόσο μεγάλη που έδωσε τη δυνατότητα συγκρότησης
ανεξάρτητων αποσπασμάτων και ταγμάτων που ανέλαβαν επικουρικό ρόλο. Με πίστη
και αισιοδοξία στις δυνάμεις της, μέσα σε κλίμα σύμπνοιας και ενότητας,
παρόμοιο με το κλίμα που επικράτησε τον Οκτώβρη του 1940, η Ελλάδα
έμπαινε στον πόλεμο έχοντας συνάψει συμμαχία, έστω και με ρίσκο. Το σχέδιο
προέβλεπε γρήγορη προέλαση, με σαφείς στόχους: την ένωση με την Κρήτη, την
κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Μακεδονίας, την κατάληψη της
Ηπείρου και την επικράτηση στο Αιγαίο.
Το διάγγελμα του βασιλέως Γεωργίου
ΠΡΟΣ
ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΜΟY
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Α΄
Αθήναι,5 Οκτωβρίου 1912
Ο
πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Ελευθέριος
Βενιζέλος
Τα μέλη
5η Οκτωβρίου 1912, μέρα και ώρα ιστορική…
--- Ο
Διάδοχος Κωνσταντίνος απηύθηνε ημερήσια διαταγή στις 5 Οκτωβρίου 1912.
«Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Στρατιώται
Η ακεραιότης της πατρίδος απειλείται. Των υποδούλων αδελφών ημών
κινδυνεύει η ύπαρξις και ο Ελληνικός στρατός συνεκεντρώθη εις τα σύνορα, όπως
υπερασπίση την τιμήν της Ελλάδος. Του στρατού τούτου η Α.Μ. ο βασιλεύς ημών
ηυδόκησε να τάξη εμέ Αρχηγόν.
Αναλαμβάνω σήμερον μετά θάρρους και πεποιθήσεως την Αρχηγίαν υμών,
διότι γνωρίζω ότι ηγούμαι ανδρών αποφασισμένων να καταστήσωσι σεβαστά τα δίκαιά
μας.
Η προς υμάς πεποίθησίς μου ενισχύεται ακόμη και εκ του ότι εν
καιρώ ειρήνης εξησκήθητε εις την πολεμικήν δράσιν και χειρίζεσθε τα τελειότερα
τυφέκια και τα τελειότερα πυροβόλα. Εμμείνατε μέχρι τέλους εις την ιδέαν ότι
δια των όπλων σας θα επιβάλλετε όταν διαταχθείτε, την θέλησιν του κράτους και
ότι ουδεμία στέρησις ουδέν εμπόδιον θα είναι ικανά να μειώσωσι την δύναμιν της
αποφάσεώς σας, επιμένοντας μέχρι τέλους και μετά σιδηράς πειθαρχίας
συσσωματωμένοι περί τους Αρχηγούς σας.
Ζήτω ο Βασιλεύς
Κωνσταντίνος Διάδοχος».
Νέο σκηνικό
Με δύναμη περίπου 80.000 ανδρών και 80 πυροβόλων, ο ελληνικός στρατός εισέβαλε από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία, περνώντας από τα Στενά του Σαρανταπόρου τον Οκτώβριο του 1912. Απέναντί τους, ο Οθωμανός στρατηγός Χασάν Ταχσίν Πασάς διέθετε γύρω στους 25.000 άνδρες και 70 πυροβόλα. Οι ομοιότητες με τον πόλεμο του 1897 ήταν προφανείς: ίδια τοποθεσία, αριθμητική υπεροχή του ενός εκ των δύο αντιπάλων. Μόνο που αυτή τη φορά η υπεροχή ανήκε ξεκάθαρα στον ελληνικό στρατό, ο οποίος, πέρα από τον καλύτερο εξοπλισμό και την καλύτερη οργάνωση, διέθετε και ταξιαρχία ιππικού – όπλο που οι Οθωμανοί δεν είχαν στη διάθεσή τους.
Η μεγάλη διαφορά, όμως, ήταν ότι το 1912 δεν πολεμούσε μόνο η Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, ολόκληρη η Βαλκανική Χερσόνησος είχε πάρει φωτιά: Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο επιτίθεντο ταυτόχρονα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανοίγοντας πολλαπλά μέτωπα και διασπώντας τις οθωμανικές δυνάμεις. Έτσι, ο αγώνας δεν είχε τον χαρακτήρα μιας μεμονωμένης ελληνοτουρκικής αναμέτρησης, αλλά αποτελούσε μέρος μιας γενικευμένης συμμαχικής εκστρατείας που έμελλε να αλλάξει τον χάρτη της περιοχής.
Όλες οι συγκυρίες του πολέμου θα αποδειχθούν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την Ελλάδα. Το ελληνικό μέτωπο ήταν το πλέον απομακρυσμένο και πίσω από αυτό δεν βρίσκονταν ζωτικά κέντρα του αντιπάλου. Βρισκόταν, λοιπόν, στην τελευταία σειρά προτεραιότητας για τους Τούρκους.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αναγκασμένη να διασκορπίσει τις δυνάμεις της σε πολλά μέτωπα. Το κυριότερο από αυτά βρισκόταν πολύ μακριά από τα τότε ελληνοτουρκικά σύνορα: η Θράκη. Εκεί η επίθεση του ισχυρού βουλγαρικού στρατού απειλούσε ευθέως την ίδια την Κωνσταντινούπολη, σε σημείο μάλιστα που οι Τούρκοι ήταν αναγκασμένοι να μεταφέρουν δυνάμεις από την Ασία για να την υπερασπιστούν.
Έτσι, οι Βούλγαροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρότατες τουρκικές δυνάμεις, ενώ την ίδια ώρα οι σύμμαχοί τους –οι Έλληνες και οι Σέρβοι– προήλαυναν σχεδόν ανενόχλητοι, καταλαμβάνοντας μεγάλες εκτάσεις και πληθυσμούς. Η δυσαρέσκεια των Βουλγάρων καταγράφηκε από την πρώτη στιγμή, βάζοντας τις βάσεις για τη διάλυση της Βαλκανικής Συμμαχίας λίγο αργότερα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου