Η Μάχη των Πλαταιών – Η τελική ήττα των Περσών


Η νικηφόρα μάχη των Ελλήνων απέναντι στους Πέρσες στις Πλαταιές σηματοδοτεί το τέλος της περσικής εισβολής. Είχε προηγηθεί η συντριβή του περσικού στόλου στη Σαλαμίνα, που ανάγκασε τον Ξέρξη να εγκαταλείψει την ελληνική χερσόνησο, αφήνοντας πίσω ικανό σε αριθμό και στελέχη στράτευμα με αρχηγό τον Μαρδόνιο και εντολή να επιχειρήσει να υποτάξει τις ελληνικές πόλεις. Οι ελληνικές πόλεις, παρά την προσπάθεια του Μαρδονίου να διασπάσει την ενότητά τους προσεγγίζοντας τους Αθηναίους, θα παραμείνουν ενωμένες και, υπό την καθοδήγηση του Σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία, θα κατανικήσουν τον εχθρό στις Πλαταιές, βάζοντας τέλος στα επεκτατικά σχέδια των Περσών.



 γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Ο Μαρδόνιος ήταν συγγενής του Μεγάλου Βασιλιά και ο πιο φανατικός υποστηρικτής της περσικής εκστρατείας στην Ελλάδα. Έχοντας ως βάση τη Θεσσαλία και τη φιλική Βοιωτία, παρέμεινε τον χειμώνα εκεί, απ’ όπου μπορούσε να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό και τη συντήρηση του στρατεύματός του από τις ελεγχόμενες από τους Πέρσες ευρωπαϊκές επαρχίες. Ουσιαστικά έλεγχε μια μεγάλη έκταση από τη Θράκη ως τις παρυφές της Αττικής. Σε όλη αυτή την έκταση ουδείς αμφισβητούσε την κυριαρχία του· η μόνη πόλη που απαίτησε ανεξαρτησία ήταν η Ποτίδαια στη Χαλκιδική. Όσον αφορά τον περσικό στόλο, ένα μέρος του, που είχε ουσιαστικά διαφύγει από τη Σαλαμίνα, αγκυροβόλησε στη Σάμο, επιτηρώντας και τους Ίωνες. Ο ελληνικός στόλος, υπό την αρχηγία του Λεωτυχίδη και του Ξάνθιππου, ναυλοχούσε στην Αίγινα.

Την άνοιξη του 479 π.Χ., στη Θεσσαλία, ο Μαρδόνιος προετοίμαζε τις δυνάμεις του για την τελική σύγκρουση με τους Έλληνες. Στη διάθεσή του είχε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ένα στράτευμα περίπου 300.000 ανδρών· οι μελετητές θεωρούν τον αριθμό υπερβολικό και αντιπροτείνουν περίπου 60.000, μεταξύ των οποίων τους «Αθάνατους» αλλά και άλλα επίλεκτα σώματα του περσικού στρατού,ιππικό αλλά και Έλληνες από τις πόλεις που είχαν μηδίσει. Πριν όμως ηχήσουν τα όπλα, ο Πέρσης στρατηγός κινήθηκε διπλωματικά, επιχειρώντας να διασπάσει το μέτωπο των ελληνικών πόλεων.

Προσεγγίζει τους Αθηναίους μέσω του βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρου, προσπαθώντας να τους απομακρύνει από την ελληνική συμμαχία, υποσχόμενος γενναίες αποζημιώσεις για τις καταστροφές στην Αττική, αλλά και την ανάληψη από την Αθήνα της επικυριαρχίας στην Ελλάδα υπό την υψηλή επίβλεψη του Πέρση βασιλιά. Ο Μαρδόνιος –που πρώτα είχε κάνει παρόμοιες προτάσεις σε αντίζηλες πόλεις της Σπάρτης, όπως το Άργος, χωρίς όμως αποτέλεσμα– γνώριζε πολύ καλά ότι, παρά τη δεινή θέση της πόλης τους, η οποία ήταν ουσιαστικά κατεστραμμένη και κινδύνευε ανά πάσα στιγμή από νέα καταστροφική περσική επίθεση, οι Αθηναίοι πολύ δύσκολα θα δέχονταν τις προτάσεις του.

Κι αν ακόμη αυτό δεν συνέβαινε, ο Μαρδόνιος επένδυε στη γενικευμένη καχυποψία που θα προκαλούνταν, αλλά και στο ότι οι Αθηναίοι θα πίεζαν να πολεμήσουν οι Έλληνες όχι στον καλά οχυρωμένο Ισθμό, αλλά σε περιοχή εγγύτερη της Αττικής, δηλαδή στη Βοιωτία, που θα εξασφάλιζε καλύτερα την προστασία της πόλης τους. Ο ίδιος ο Μαρδόνιος επιθυμούσε η μάχη να δοθεί στην ανοιχτή πεδιάδα της Βοιωτίας, ώστε να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το ιππικό του.

Για να πιέσει περισσότερο την κατάσταση, δυνάμεις των Περσών εισέβαλαν και πάλι στην Αττική, καταστρέφοντας ό,τι είχε απομείνει στην έρημη πόλη, αφού πρώτα οι Αθηναίοι είχαν προλάβει για δεύτερη φορά να την εγκαταλείψουν.

Τελικά, οι Σπαρτιάτες, παρά τη γνωστή αναβλητικότητά τους, εκτιμώντας και τη στάση των Αθηναίων, αφού πρώτα ολοκλήρωσαν την οχύρωση του Ισθμού και φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι αλλάξουν γνώμη, αποφάσισαν να κινηθούν. 

Συγκεντρώθηκε έτσι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη για να αναχαιτιστεί ο Μαρδόνιος. Το στράτευμα που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο περιλάμβανε αρκετές χιλιάδες περιοίκους, χιλιάδες άλλους Πελοποννήσιους οπλίτες και —το σημαντικότερο— 5.000 Σπαρτιάτες, πλαισιωμένους από βοηθούς είλωτες· κάτι πρωτόγνωρο που δεν είχε ξαναγίνει μέχρι τότε. Αρχηγός ήταν ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, ο οποίος εκτελούσε χρέη επιτρόπου του νεαρού βασιλιά Πλείσταρχου, ανήλικου ακόμη γιου του Λεωνίδα.

Ο Παυσανίας, έχοντας κατά νου ότι ίσως ήταν προτιμότερο να δοθεί μάχη με τους Πέρσες εκτός Ισθμού ώστε να εξουδετερωθεί ο περσικός κίνδυνος μια και καλή, κινήθηκε ταχύτατα για να συναντήσει μεγάλη δύναμη 8.000 Αθηναίων με επικεφαλής τον Αριστείδη στην περιοχή της Ελευσίνας. Εκεί, πιθανότατα για να ενισχυθεί η ελληνική ομοψυχία, δόθηκε ο περίφημος «Όρκος των Πλαταιών». Μαθαίνοντας τις κινήσεις των Ελλήνων, ο Μαρδόνιος υποχώρησε με τον στρατό του στη Βοιωτία, στη βόρεια όχθη του Ασωπού, όπου το ομαλό ανάγλυφο ευνοούσε το ιππικό του. Εκεί διέταξε την κατασκευή πρόχειρου στρατοπέδου εκστρατείας για καλύτερη κάλυψη και ασφάλεια.

Το ελληνικό στράτευμα έλαβε θέση σε φυσικά οχυρή τοποθεσία, στις βόρειες υπώρειες του Κιθαιρώνα, απέναντι από τους Πέρσες· ανάμεσά τους βρισκόταν μόνο ο ποταμός Ασωπός. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων οπλιτών ανερχόταν σε 38.700 — υπερτριπλάσιος από εκείνον των Θερμοπυλών — ενώ υπήρχαν και αρκετές χιλιάδες είλωτες και ελαφρά οπλισμένοι.

Το παιχνίδι της υπομονής- Η πρώτη σύγκρουση

Ο Παυσανίας, με εξασφαλισμένο τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και νερό και έχοντας καταλάβει όλες τις ορεινές διαβάσεις του Κιθαιρώνα, δεν είχε λόγο να επισπεύσει τη σύγκρουση. Αντίθετα, η ισχυρή στρατιά του Μαρδονίου, λόγω των δολιοφθορών που έκαναν οι Φωκείς στις εφοδιοπομπές, κάποια στιγμή θα αντιμετώπιζε προβλήματα ανεφοδιασμού, αφού της απέμενε μόνο η βοιωτική γη. Στον στόλο δεν μπορούσε να υπολογίζει· το κυριότερο, όμως, ήταν ότι επιθυμούσε να πετύχει μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη. Αυτό θα μπορούσε να το πετύχει αν κατάφερνε να παρασύρει τους Έλληνες στην ανοιχτή πεδιάδα. Για να το επιτύχει αυτό, ανέθεσε στον Μασίστιο, επικεφαλής του ιππικού, να επιτεθεί στους Έλληνες, χωρίς να είναι βέβαιος για την επιτυχία του εγχειρήματος. Πράγματι, οι Πέρσες ιππείς επιτέθηκαν ορμητικά σε αδύνατα σημεία της ελληνικής φάλαγγας, προκαλώντας προβλήματα στην πλευρά των Μεγαρέων. Η επέμβαση μιας αθηναϊκής δύναμης από τοξότες και λίγους ιππείς ήταν καθοριστική. Το πρώτο που χτυπήθηκε ήταν το άλογο του Μασίστιου, που ανασηκώθηκε στα δύο πόδια και έριξε τον αναβάτη του. Ο θάνατος του Πέρση αριστοκράτη προκάλεσε μεγάλη θλίψη στους Πέρσες. Τον νεκρό, από την άλλη, αφού τελικά, μετά από μάχη, έμεινε στα χέρια των Ελλήνων, τον περιέφεραν —ενώ φορούσε ακόμη τη χρυσοστόλιστη πανοπλία του— ως τρόπαιο πάνω σε άρμα σε όλο το ελληνικό στρατόπεδο, γεγονός που ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή τους.


Ο Μαρδόνιος μπορεί να στενοχωρήθηκε για τον θάνατο του γενναίου Μασίστιου, όμως πέτυχε τον σκοπό του: η ελληνική ηγεσία αποφάσισε να μετακινηθεί χαμηλότερα, προς την περιοχή των Πλαταιών, όπου υπήρχε πηγή νερού.Aλλά και οι Πέρσες,μόλις αντιλήφθηκαν την αλλαγή θέσης των Ελλήνων μετακινήθηκαν λίγο δυτικά απέναντι τους με μόνο σύνορο να τους χωρίζει τον Ασωπό ποταμό.

Η παράταξη των δυο αντιπάλων

Οι Έλληνες αναπτύχθηκαν σε μέτωπο περίπου πέντε χιλιομέτρων· με μέτωπο ίσου μήκους παρατάχθηκαν και οι Πέρσες. Στο δεξί κέρας στάθηκαν οι Σπαρτιάτες με τους Τεγεάτες δίπλα τους, στο κέντρο οι λοιποί Πελοποννήσιοι μαζί με τους Μεγαρείς και στο αριστερό κέρας οι Αθηναίοι με τους Πλαταιείς. Απέναντί τους, βόρεια του Ασωπού, στην ανοιχτή βοιωτική πεδιάδα και μπροστά από το οχυρωμένο στρατόπεδο, ο Μαρδόνιος παρέταξε τους Πέρσες: στο δεξί κέρας τους επίλεκτους Πέρσες με τον ίδιο επικεφαλής, αντικριστά στους Σπαρτιάτες· στο κέντρο Μήδους, Σάκες, Βακτριανούς και άλλα ασιατικά σώματα· και στο αριστερό κέρας τους Έλληνες συμμάχους του (κυρίως Βοιωτούς/Θηβαίους), απέναντι από τους Αθηναίους. Εξαιτίας της νυχτερινής μετακίνησης των Ελλήνων προς ασφαλέστερα σημεία με νερό, οι γραμμές τους το ξημέρωμα δεν ήταν πλήρως συνεχείς· ωστόσο η κύρια αναμέτρηση διαμορφώθηκε ουσιαστικά σε «Σπαρτιάτες εναντίον Περσών» και «Αθηναίοι εναντίον Θηβαίων».



Η αναμονή συνεχίστηκε για τις επόμενες επτά ημέρες, με καθημερινές θυσίες προς τους θεούς. Με προτροπή του Θηβαίου Τιμογενίδη οι Πέρσες επιχείρησαν να ελέγξουν τα στενά του Κιθαιρώνα και αιχμαλώτισαν μία εφοδιοπομπή — γεγονός που προβλημάτισε τους Έλληνες, οι οποίοι όμως παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους. Ο Μαρδόνιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο και, παρά την αντίθετη γνώμη των Θηβαίων αλλά και του Αρτάβαζου, που πρότειναν υποχώρηση στη Θήβα και αναμονή, αποφάσισε άμεση επίθεση. Τα σχέδιά του έγιναν γνωστά στους Έλληνες μέσα στη νύχτα από τον βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο, ο οποίος — είτε από φυλετικά κίνητρα είτε από την εκτίμηση ότι οι Έλληνες θα είναι οι νικητές — προχώρησε σε αυτή την κίνηση.

Σύμφωνα με όσα μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, μόλις ξημέρωσε ο Παυσανίας ζήτησε αλλαγή θέσεων μεταξύ Σπαρτιατών και Αθηναίων, ώστε οι Αθηναίοι — που γνώριζαν τον περσικό τρόπο πολέμου από τη μάχη του Μαραθώνα — να τεθούν απέναντι στους Πέρσες. Κάτι τέτοιο, πέρα από το ότι δεν είναι βέβαιο ιστορικά, τελικά δεν έγινε, καθώς η πληροφορία έφτασε στον Μαρδόνιο, ο οποίος αναπροσάρμοσε και αυτός την παράταξή του.

Είχαν ήδη περάσει δώδεκα ημέρες από τότε που οι δύο αντίπαλοι αντιπαρατέθηκαν στη Βοιωτία. Με το πρώτο φως άρχισαν σποραδικές περσικές επιθέσεις με ακόντια και βέλη. Η απώλεια όμως της πηγής Γαργαφίας — από την οποία υδρευόταν ολόκληρο το ελληνικό στράτευμα και την οποία κατέλαβαν οι Πέρσες ιππείς — σήμανε συναγερμό στο ελληνικό στρατόπεδο και άλλαξε τα δεδομένα. Ο Παυσανίας, σε σύσκεψη με τους επιτελείς του, αποφάσισε τη νυχτερινή υποχώρηση του στρατού προς τις Πλαταιές, στην τοποθεσία «Νησί», ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος διάλυσης της παράταξης κατά την κίνηση. Μόλις έφταναν εκεί, ένα τμήμα θα κατευθυνόταν προς τα περάσματα του Κιθαιρώνα για να τα ανακαταλάβει και να ανοίξει τον δρόμο για τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό. Όλη τη μέρα οι Έλληνες παρέμειναν παρατεταγμένοι, αποκρούοντας κυρίως τις επιθέσεις του περσικού ιππικού, καθώς ο Μαρδόνιος δεν τόλμησε να δώσει μάχη σώμα με σώμα.

Μόλις έπεσε το σκοτάδι, άρχισε η υποχώρηση των Ελλήνων. Μέσα στη νύχτα και έπειτα από την κούραση της μάχης αποδείχθηκε προβληματική, με αρκετές αστοχίες. Πρώτοι υποχώρησαν όσοι βρίσκονταν στο κέντρο (Κορίνθιοι, Μεγαρείς κ.ά.), οι οποίοι όμως, αντί να βαδίσουν προς το «νησί», κατευθύνθηκαν προς την πόλη των Πλαταιών και στρατοπέδευσαν κοντά σε αυτήν. Επόμενη αστοχία ήταν η μεγάλη καθυστέρηση στην υποχώρηση των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, που κάλυπταν το δεξί και το αριστερό άκρο της ελληνικής παράταξης. Αιτία φέρεται να ήταν η άρνηση του Σπαρτιάτη αξιωματικού Αμομφάρετου να υποχωρήσει, με το επιχείρημα ότι έτσι θα ντροπιαζόταν η Σπάρτη. Το ενδεχόμενο αυτό, όπως το παραδίδει ο Ηρόδοτος, δύσκολα γίνεται αποδεκτό,πιθανότερο είναι είτε να επρόκειτο για σχέδιο του Παυσανία ώστε η κίνηση να εκληφθεί ως άτακτη υποχώρηση και να παρασύρει τους Πέρσες σε επίθεση, είτε για αναπροσαρμογή της ελληνικής διάταξης, μετά την πληροφορία ότι το κέντρο είχε πάρει λανθασμένη κατεύθυνση.Άλλωστε το τέχνασμα της προσποιητής υποχώρησης ήταν κάτι που το ήξεραν καλά οι Σπαρτιάτες και μπορούσαν να το εφαρμόσουν με πειθαρχία και επιτυχία ακόμα και κατά τη διάρκεια της μάχης.


Η Μάχη αρχίζει

Οι Αθηναίοι, με διαταγή του Παυσανία, καλύπτουν το κενό που άφησαν στο κέντρο οι Πελοποννήσιοι, και όλοι υποχωρούν σε νέες θέσεις: οι πρώτοι κοντά στις σημερινές Ερυθρές και οι δεύτεροι κοντά σε ένα ιερό της Δήμητρας που υπήρχε εκεί. Ο Αμομφάρετος, αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια, αποφασίζει τελικά να αποχωρήσει και αυτός με τους άνδρες του, καθώς πλέον έχει ξημερώσει και οι κινήσεις τους είναι ορατές στους Πέρσες.

 



     Όταν οι Πέρσες έφτασαν στο σημείο όπου το προηγούμενο βράδυ βρίσκονταν οι Έλληνες και διαπίστωσαν ότι εκείνοι είχαν υποχωρήσει, κυριεύτηκαν όλοι, από τον αρχηγό τους μέχρι και τον τελευταίο στρατιώτη, από παράλογο θάρρος και περιφρόνηση προς τους αντιπάλους τους. Ο Μαρδόνιος, γεμάτος έπαρση από τη φυγή ακόμα και των Λακεδαιμονίων, αποφάσισε να τους καταδιώξει με τους ιππείς του, χωρίς όμως να σκεφτεί ότι αυτό θα γινόταν σε έδαφος ακατάλληλο για ιππικό. Τόση ήταν η αισιοδοξία τους  για μια εύκολη νίκη, ώστε περνώντας τον Ασωπό διαλύθηκαν οι γραμμές τους, εκτός από την παράταξη των Θηβαίων, που παρέμεινε καλά συντεταγμένη.

Οι Σπαρτιάτες δέχονται πρώτοι την επίθεση του περσικού ιππικού και στη συνέχεια του υπόλοιπου στρατού. Ο Παυσανίας ζητά εσπευσμένα τη συνδρομή των Αθηναίων, οι οποίοι όμως και αυτοί πιέζονται από Έλληνες ιππείς που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες· σχηματίζουν φάλαγγα και συγκρούονται τώρα με τους Θηβαίους. Έτσι, οι Σπαρτιάτες και οι Τεγεάτες αναγκάζονται να πολεμήσουν απέναντι σε πολλαπλάσιους εχθρούς. Δημιουργούνται λοιπόν δύο μέτωπα: το ένα ανάμεσα σε Σπαρτιάτες και Τεγεάτες εναντίον των Περσών, και το άλλο ανάμεσα σε Αθηναίους και Έλληνες που είχαν μηδίσει.

 


Οι Σπαρτιάτες και οι Τεγεάτες, σχηματίζοντας φάλαγγα, περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης από τον Παυσανία, ο οποίος εναγωνίως θυσίαζε στους θεούς αναμένοντας έναν ευνοϊκό οιωνό. Οι Πέρσες, με τις μυτερές ασπίδες τους, σχημάτισαν ένα συνεχές προτείχισμα και, προστατευμένοι πίσω από αυτό, άρχισαν να ρίχνουν βροχή τα βέλη τους. Πολλοί Έλληνες τραυματίστηκαν και η υπομονή τους δοκιμάστηκε σκληρά. Ο Παυσανίας, στρεφόμενος προς το Ηραίο των Πλαταιών που διακρινόταν ολοκάθαρα, έδωσε τελικά το σύνθημα της επίθεσης.

 

Οι Τεγεάτες πρώτοι και έπειτα οι Σπαρτιάτες εξαπέλυσαν την έφοδο. Το προτείχισμα γκρεμίστηκε και η μάχη σώμα με σώμα ξεκίνησε. Οι Πέρσες, χωρίς πλέον κάλυψη, πολεμούσαν γενναία με τα κοντά δόρατα και τα ξίφη τους, σχηματίζοντας μικρές ομάδες που προσπαθούσαν να διασπάσουν τη φάλαγγα. Ωστόσο, οι γραμμές τους συντρίβονταν και οι Έλληνες άρχισαν να τους σφαγιάζουν αλύπητα.

 

Ο ίδιος ο Μαρδόνιος, καβάλα σε λευκό άλογο και συνοδευόμενος από τους σωματοφύλακές του, πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Τότε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ένας Σπαρτιάτης, ο Αρίμνηστος(Αίμνηστος), κατάφερε να τον σκοτώσει. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, ο θάνατος του αρχηγού έφερε πανικό και ηττοπάθεια στους Πέρσες. Υποχώρησαν άτακτα, πέρασαν τον Ασωπό και προσπάθησαν να προστατευτούν μέσα στο οχυρωμένο στρατόπεδό τους.



 Στο μεταξύ στην αριστερή πτέρυγα οι Αθηναίοι συγκρούστηκαν σκληρά με τους Θηβαίους οπλίτες,είχαν όμως σημαντικές απώλειες και όταν έμαθαν τον θάνατο του Μαρδόνιου και την υποχώρηση των Περσών,έκαναν και αυτοί το ίδιο,αποχωρώντας με την προστασία και τον ιππέων τους με ασφάλεια προς τα τείχη της Θήβας.

Σε όλη τη διάρκεια της μάχης ο Αρτάβαζος με τις δυνάμεις του περσικού κέντρου τηρούσε στάση αναμονής που θα στοιχίσει στους Πέρσες.Ο θάνατος του Μαρδόνιου,με τον οποίο σημειωτέον δεν είχε καλές σχέσεις και διαφωνούσε στις επιλογές του,θα κρίνει τη μάχη.Χωρίς να κάνει τίποτα για να βοηθήσει τις περσικές δυνάμεις που υποχωρούσαν,έστρεψε τους άνδρες του προς τη Φωκίδα,εγκαταλείποντας την περιοχή ,κατευθυνόμενος προς τον Ελλήσποντο και την Ασία.Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν επέστρεψε,ο Ξέρξης δεν τον τιμώρησε,αλλά το αντάμοιψε,διότι έσωσε ένα μεγάλο κομμάτι του στρατού.

Από την ελληνική πλευρά δεν ενεπλάκησαν στη μάχη οι δυνάμεις που βρίσκονταν στο κέντρο, καθώς είχαν αποσπαστεί, όπως είπαμε, από τον Παυσανία τη νύχτα και είχαν κινηθεί προς τις Πλαταιές. Ίσως ο Σπαρτιάτης στρατηγός να επιθυμούσε να εμπλακούν στη μάχη τα πιο αξιόμαχα και ομοιογενή τμήματα. Όταν όμως έμαθαν τα νέα της σύγκρουσης, έσπευσαν και εκείνοι προς τα εμπρός, για να συναντήσουν τις υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις. Στο μεταξύ, οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι δέχτηκαν την επίθεση του θηβαϊκού ιππικού, το οποίο εξακολουθούσε να καταδιώκει τους Αθηναίους, και υπέστησαν κάποιες απώλειες.

 

Οι Σπαρτιάτες, οι Τεγεάτες αλλά και οι Αθηναίοι, από κοινού, πολιόρκησαν το οχυρωμένο στρατόπεδο των Περσών. Η τειχομαχία αποδείχθηκε δύσκολη και οι Έλληνες υπέστησαν απώλειες. Τελικά, οι Αθηναίοι κατάφεραν να ανοίξουν ρήγμα σε ένα σημείο του τείχους και από εκεί οι Έλληνες όρμησαν ασυγκράτητοι στο εσωτερικό. Όσοι Πέρσες είχαν καταφύγει στο στρατόπεδο σφαγιάστηκαν, ενώ οι νικητές άρπαξαν ως λάφυρα όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που βρίσκονταν στη μεγάλη σκηνή του Μαρδόνιου,το βασιλικό άρμα και τον θρόνο του.

Οι απώλειες ήταν συντριπτικές για τους Πέρσες σε σύγκριση με εκείνες των Ελλήνων. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι από τον περσικό στρατό σκοτώθηκαν περίπου 200.000, ενώ διασώθηκαν μόλις 40.000 που είχαν αποσυρθεί νωρίτερα υπό τον Αρταβάζο. Από την ελληνική πλευρά οι απώλειες ήταν περιορισμένες, περίπου 1.360 νεκροί, με τους Σπαρτιάτες να μετρούν 91, τους Τεγεάτες 16 και τους Αθηναίους 52.

Άλλες πηγές, όπως ο Πλούταρχος, κάνουν λόγο για 120.000 νεκρούς Πέρσες, ενώ ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει τον αριθμό 100.000, σημειώνοντας ότι οι Έλληνες έχασαν γύρω στους 1.300 άνδρες.Παρά τις διαφοροποιήσεις και πιθανά λάθη στους αριθμούς, όλες οι αρχαίες μαρτυρίες συμφωνούν στο ίδιο βασικό συμπέρασμα: οι Πέρσες υπέστησαν καταστροφικές απώλειες, σε αντίθεση με τους Έλληνες που είχαν συγκριτικά ελάχιστες, γεγονός που υπογραμμίζει το μέγεθος της νίκης στις Πλαταιές.                   

Η 27η Αυγούστου του 479  π.Χ. πλησίαζε προς το τέλος της.Οι Έλληνες,ενωμένοι όσο ποτέ άλλοτε μέχρι τότε,είχαν νικήσει και ήταν λεύτεροι.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις