H ζωή και η προσωπικότητα του Σωκράτη


Ο Σωκράτης, γιος του γλύπτη Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 470 π.Χ. Δεν σπούδασε συστηματικά. Γνώρισε τις ιδέες των Σοφιστών και επηρεάστηκε από τη διδασκαλία του Αναξαγόρα, χωρίς όμως να ανήκει στη σχολή τους. Τη φιλοσοφία την αντιλαμβανόταν ως μια αποστολή και υπηρεσία στον Θεό, έχοντας σκοπό να αφυπνίσει τους ανθρώπους.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Στη ζωή του υπήρξε απλός, λιτός,σχεδόν φτωχός. Έκανε οικογένεια και απέκτησε τρεις γιους. Σύμφωνα με ορισμένες αρχαίες πηγές είχε δύο συζύγους. Δεν πήρε ποτέ χρήματα, δεν ζήτησε ποτέ τιμές και αξιώματα. Τον διέκρινε η ηθική, η τιμιότητα, η ευσέβεια, η εξυπνάδα, η ηρεμία,ο αυτισαρκασμός. Συμμετείχε σε τρεις εκστρατείες του Πελοποννησιακού Πολέμου, στην Ποτίδαια (432-429 π.Χ.), στο Δήλιο (424 π.Χ.) και στην Αμφίπολη (422 π.Χ.), δείχνοντας αυταπάρνηση και γενναιότητα.

Άνθρωποι που δεν τον γνώριζαν καλά μπορεί να τον παρεξηγούσαν. Άλλοτε ήταν στοχαστικός και αμίλητος, άλλοτε πολύ κοινωνικός και ομιλητικός, επιδιώκοντας τη συνομιλία με τους ανθρώπους.

Εξωτερικά, όπως και ο ίδιος σημειώνει, ήταν κακάσχημος και σχεδόν πάντα ατημέλητος, σε μια Αθήνα που έδινε μεγάλη σημασία στην καλαισθησία. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ήταν απόκοσμος. Και τις συναναστροφές επιδίωκε και όπου τον καλούσαν πήγαινε. Ακόμη και στο γυμναστήριο σύχναζε για να γυμνάζεται και να συνομιλεί. Σε μια εποχή που οι άνθρωποι αρρώσταιναν συχνά, η μετρημένη και λιτή ζωή του Σωκράτη του εξασφάλιζε καλή υγεία.

Ταξίδεψε ελάχιστα, παραμένοντας σχεδόν συνεχώς στην Αθήνα, συζητώντας με τους συμπολίτες του και βοηθώντας τους να βρουν την αλήθεια. Πολλοί Αθηναίοι τον εκτιμούσαν για το ήθος του, τις ιδέες του και τον τρόπο ζωής του, δεν έλλειπαν ωστόσο και αυτοί που τον φθονούσαν ή δεν συμφωνούσαν με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Έτσι εξηγείται και η διακωμώδησή του από τον Αριστοφάνη, αλλά και το επίσημο κατηγορητήριο που αργότερα διατυπώθηκε εναντίον του και τον οδήγησε στη δίκη και στον θάνατο.

Έζησε στην περίοδο της ακμής αλλά και της παρακμής της αθηναϊκής δημοκρατίας. Βίωσε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και τις μεγάλες πολιτικές αναταραχές που ακολούθησαν, γεγονότα που επηρέασαν βαθιά την εποχή του.

Είναι γνωστό ότι δεν έγραψε ποτέ του τίποτα. Ό,τι γνωρίζουμε γι' αυτόν οφείλεται κυρίως στους μαθητές του, τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, αλλά και σε άλλους συγγραφείς της αρχαιότητας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους μαθητές του συγκαταλέγεται και ο Αντισθένης, ιδρυτής αργότερα της Κυνικής Σχολής.

Κατά τον Εντ Τσέλερ είχε κριτική σκέψη και οξύνοια, νηφάλιο ορθολογισμό, βαθιά θρησκευτικότητα αλλά και μυστική πίστη. Η κατηγορία που τον οδήγησε στον θάνατο δεν αφορούσε την αθεΐα αλλά την ασέβειά του προς τους παραδοσιακούς θεούς.

Πίστευε ότι υποχρέωσή του, καθήκον που του αποδόθηκε από τον Θεό, ήταν να κάνει τον συνάνθρωπό του καλύτερο, άριστο. Αυτό το επιχειρούσε με τον διάλογο και με την προσωπική επαφή (διαλεκτική μέθοδος), αλλά και με το παράδειγμα του τρόπου ζωής του. Παράλληλα εφάρμοζε τη μαιευτική μέθοδο, προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει το θέμα της συζήτησης. Με συνεχείς ερωτήσεις οδηγούσε τον συνομιλητή του να ανακαλύψει μόνος του την αλήθεια, όπως ακριβώς η μαία βοηθά στη γέννηση ενός παιδιού. Χαρακτηριστικό στοιχείο της διδασκαλίας του ήταν και η σωκρατική ειρωνεία, δηλαδή η προσποίηση άγνοιας, ώστε να φανεί τελικά η άγνοια του συνομιλητή και η γνώση του ίδιου.

Στην Αγορά, όπου σύχναζε, συναντούσε ανθρώπους όλων των ηλικιών. Τον κατηγόρησαν βέβαια ότι συναναστρέφεται με νέους και ότι η διδασκαλία του τους διαφθείρει. Συζητούσε τα πάντα, ό,τι μπορούσε να έχει σχέση με τον άνθρωπο, την κοινωνία και την πολιτεία, αποφεύγοντας μόνο τα φυσικά φαινόμενα. Πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας είναι πέρα από τις προσωπικές απόψεις, είναι αντικειμενική και σε αυτήν θεμελιώνεται η επιστήμη. Χαρακτηριστική ήταν και η στάση του απέναντι στη γνώση, που αποδίδεται στη γνωστή φράση «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», δηλαδή «ένα μόνο γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτε».

Αρετή και σοφία κατά τον Σωκράτη ταυτίζονται. Από τη σοφία απορρέουν όλες οι άλλες αρετές και αποτελεί το υπέρτατο αγαθό. Μετά από αυτήν τοποθετούνται η δύναμη, η δόξα, η ρώμη, η ομορφιά, ο πλούτος, οι ηδονές των αισθήσεων κ.ά.

Υπήρξε άνθρωπος δημοκρατικών πεποιθήσεων. Δεν συνεργάστηκε ούτε υπάκουσε σε εντολές τυράννων ή ολιγαρχικών, κάτι που προοδευτικά τον έκανε στόχο διώξεων και περιορισμών.

Στον βίο του δύο είναι τα χαρακτηριστικά, όσο και αινιγματικά, στοιχεία που προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον. Πρώτον, ο δελφικός χρησμός σύμφωνα με τον οποίο κανείς άνθρωπος δεν ήταν σοφότερος από τον Σωκράτη. Ο φίλος του Χαιρεφώντας είχε ρωτήσει το Μαντείο των Δελφών αν υπάρχει σοφότερος άνθρωπος και η Πυθία απάντησε αρνητικά. Ο ίδιος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να κατανοήσει τη σημασία αυτού του χρησμού. Το δεύτερο είναι το «δαιμόνιο», αυτή η παράξενη εσωτερική φωνή που πάντα τον προειδοποιούσε τι πρέπει να αποφεύγει και τι να μην κάνει.

Οι αντιδράσεις που προκαλούσε με τη διδασκαλία του ήταν πολλές. Εκείνο που κυρίως ενοχλούσε ήταν ο ελεγκτικός τρόπος της διδασκαλίας του. Ο ίδιος έλεγε ότι είναι η αλογόμυγα που τσιμπά τους ανθρώπους για να τους ξυπνήσει από τον λήθαργό τους. Άλλη αιτία των αντιδράσεων ήταν ότι ξεσήκωνε τους νέους και τους δίδασκε πράγματα που ήταν αντίθετα με τα πιστεύω των γονιών τους. Οι περιπτώσεις δύο από τους βασικούς κατηγόρους του, του Άνυτου και του Λύκωνα, είναι χαρακτηριστικές. Μαζί τους συμμετείχε και ο ποιητής Μέλητος, ο οποίος υπέβαλε την επίσημη κατηγορία εναντίον του.

Ο πραγματικός και βαθύτερος λόγος των κατηγοριών που του αποδόθηκαν ήταν ότι στη διδασκαλία του Σωκράτη η πολιτική και κοινωνική ηγεσία της εποχής έβλεπε έναν λόγο νεωτερικό, προοδευτικό, με στοιχεία διαφωτισμού. Το γεγονός ότι δύο μαθητές του, ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας, έβλαψαν με την πολιτική τους σταδιοδρομία την πόλη της Αθήνας συνέβαλε επίσης στην καταδίκη του μεγάλου φιλοσόφου.

Ο Σωκράτης στάθηκε αλύγιστος ενώπιον της αθηναϊκής δικαιοσύνης, κατηγορούμενος άδικα για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά των νέων. Παρά τις κατηγορίες και την πίεση που δεχόταν, υπερασπίστηκε με θάρρος την αλήθεια και τις αρχές του. Η συνείδησή του δεν του επέτρεπε να αρνηθεί όσα δίδασκε ούτε να αδικήσει για να σώσει τη ζωή του. Στη δίκη έμεινε πιστός σε όσα υποστήριζε σε όλη του τη ζωή. Δεν παρακάλεσε τους δικαστές, δεν κατηγόρησε άδικα κανέναν και δεν χρησιμοποίησε νομικά τεχνάσματα. Με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια απολογήθηκε και, όταν άκουσε την καταδικαστική απόφαση, τη δέχθηκε αδιαμαρτύρητα. Πιστός στους νόμους της πόλης, αρνήθηκε ακόμη και την ευκαιρία να δραπετεύσει από τη φυλακή, ήπιε το κώνειο και πέθανε. Ήταν το πρώτο έτος της 95ης Ολυμπιάδας, το φθινόπωρο του 399 π.Χ. Η θυσία του δεν σήμανε το τέλος της διδασκαλίας του· αντίθετα, τον ανέδειξε σε διαχρονικό σύμβολο ηθικής, γενναιότητας και πίστης στις αρχές του.

Η διδασκαλία του Σωκράτη επηρέασε βαθιά την εξέλιξη της φιλοσοφίας. Μέσα από τους μαθητές του διαμόρφωσε ολόκληρη την αρχαία ελληνική σκέψη και άσκησε επιρροή που φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Σήμερα θεωρείται ο κορυφαίος φιλόσοφος ανάμεσα στους μέγιστους φιλοσόφους της ανθρωπότητας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις