Φίλιππος της Μακεδονίας,ο θεμελιωτής της μακεδονικής ισχύος,Β΄ μέρος
«Και στον Φίλιππο που μόλις είχε κυριεύσει την Ποτίδαια ήρθαν ταυτόχρονα τρία μηνύματα. Το πρώτο ότι οι Ιλλυριοί νικήθηκαν από τον Παρμενίωνα σε μεγάλη μάχη, το δεύτερο ότι με άλογο ιππασίας νίκησε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και το τρίτο ότι γεννήθηκε ο Αλέξανδρος»
Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Αλέξανδρος-Καίσαρ
Όταν ανέλαβε την εξουσία το 359 π.Χ., παρέλαβε ένα βασίλειο αποδυναμωμένο και περικυκλωμένο από εχθρούς. Με γρήγορες διπλωματικές κινήσεις και αποφασιστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εξουδετέρωσε τους άμεσους κινδύνους από Ιλλυριούς και Παίονες, σταθεροποιώντας τα σύνορα.Μέσα σε λίγα χρόνια, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ενεργό του παρέμβασή του στον ελληνικό κόσμο.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η σταθεροποίηση της εξουσίας (359–355 π.Χ.)
Τα τέσσερα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας κατόρθωσε να σταθεροποιήσει την εξουσία του και να διευθετήσει τα σύνορα του κράτους του. Υπερίσχυσε μάλιστα της Αθήνας στο ζήτημα της κατοχής των προνομιακών παραλίων της Μακεδονίας,εξασφαλίζοντας σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα. Στην κατάσταση παρακμής στην οποία είχαν περιέλθει οι άλλοτε κραταιές ελληνικές πόλεις,ο Φίλιππος δεν είχε ουσιαστικά να φοβηθεί ούτε τη Θήβα, ούτε την Αθήνα, ούτε τη Σπάρτη. Η Αθήνα και η Σπάρτη είχαν χάσει μεγάλο μέρος της υλικής και ηθικής τους δύναμης, ενώ μόνο η Θήβα διατηρούσε ακόμη σχετική ισχύ. Έχοντας δημιουργήσει μια εξαιρετικά αποτελεσματική στρατιωτική μηχανή, ήταν εύλογο να φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στον ελληνικό χώρο και να επιβάλει τη δική του ηγεμονία.
Εξωτερική πολιτική και διπλωματία
Η εξωτερική πολιτική του νέου βασιλιά της Μακεδονίας χαρακτηριζόταν από ευελιξία και ρεαλισμό, καθώς συνδύαζε τη στρατιωτική ισχύ με τη διπλωματία. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι η επέκταση του κράτους του και η επιβολή της ηγεμονίας του δεν μπορούσαν να βασιστούν αποκλειστικά στη βία και στον πόλεμο, αλλά απαιτούσαν συμμαχίες, πολιτικούς χειρισμούς και έξυπνη εκμετάλλευση των τοπικών συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποίησε συστηματικά τις συμμαχίες, τους πολιτικούς γάμους και την πρακτική των ομήρων. Οι γάμοι του με γυναίκες από ισχυρές οικογένειες ή γειτονικά βασίλεια ενίσχυαν τη θέση του και εξασφάλιζαν πολιτικές συμμαχίες, ενώ η ανταλλαγή ή κράτηση ομήρων λειτουργούσε ως εγγύηση συμφωνιών και μέσο ελέγχου συμμάχων και υποτελών λαών.
Ο πιο σημαντικός μεταξύ άλλων γάμος του,αυτός με την Ολυμπιάδα, πριγκίπισσα των Μολοσσών της Ηπείρου εξασφάλιζε συμμαχία με την Ήπειρο και σταθερότητα στα δυτικά σύνορα της Μακεδονίας. Ο γάμος αυτός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, καθώς από αυτόν γεννήθηκε ο Αλέξανδρος, ο μελλοντικός διάδοχος του θρόνου.
Θράκη και Θεσσαλία (περ. 357–352 π.Χ.)
Στη Θράκη, παρά τις δυσκολίες, ο Φίλιππος κατόρθωσε με συνδυασμό στρατιωτικών και διπλωματικών κινήσεων να την εντάξει στη σφαίρα επιρροής του έως τον ποταμό Έβρο. Ιδιαίτερη σημασία είχαν και οι επεμβάσεις του στη Θεσσαλία. Εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές συγκρούσεις των θεσσαλικών πόλεων, παρουσιάστηκε αρχικά ως σύμμαχος και προστάτης, καταφέρνοντας τελικά να αποκτήσει καθοριστική επιρροή στην περιοχή. Η Θεσσαλία αποτέλεσε τη βάση για την επέκτασή του προς τον νότο και την ενοποίηση του ελληνικού χώρου.
Η Χαλκιδική και η κατάκτηση της Ολύνθου (357–348 π.Χ.)
Ιδιαίτερη σημασία είχε η πολιτική του Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας στη Χαλκιδική, όπου βασικός του στόχος ήταν η αποδυνάμωση της παρουσίας των νοτίων Ελλήνων. Τα μακεδονικά παράλια είχαν μεγάλη οικονομική και εμπορική σημασία, ενώ ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι πόλεις της Αμφίπολης και της Ολύνθου. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. οι πόλεις αυτές είχαν γνωρίσει περιόδους εξάρτησης από την Αθήνα, αλλά και φάσεις έντονης αντιπαλότητας μαζί της.
Με την κατάληψη της Αμφίπολης το 357 π.Χ., ο Φίλιππος στέρησε από την Αθήνα ένα σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό κέντρο, εξασφαλίζοντας παράλληλα πολύτιμους φυσικούς πόρους, όπως τα μεταλλεία του Παγγαίου. Επόμενα βήματά του υπήρξαν η κατάληψη της Πύδνας, της Ποτίδαιας και της Μεθώνης, γεγονός που του επέτρεψε να ελέγξει τα περισσότερα παράλια της Μακεδονίας.
Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του Κοινού των Χαλκιδέων, με κέντρο την Όλυνθο, το οποίο αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στα σχέδιά του στην περιοχή. Μετά από συστηματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, κατέλαβε και κατέστρεψε την Όλυνθο το 348 π.Χ., θέτοντας οριστικά τη Χαλκιδική υπό μακεδονικό έλεγχο. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων αυτών, ο Φίλιππος τραυματίστηκε σοβαρά και έχασε το ένα του μάτι.
Την ίδια περίοδο, οι Αθηναίοι, σκιά της άλλοτε κραταιάς ναυτικής δύναμης, δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά στις εξελίξεις. Οι επιτυχίες του Φιλίππου ανησύχησαν τους Ιλλυριούς και τους Παίονες, οι οποίοι συνασπίστηκαν εναντίον του, αλλά ηττήθηκαν από τον ικανό στρατηγό Παρμενίωνα. Την ίδια χρονιά, το άρμα του Φιλίππου κατέλαβε την πρώτη θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες, γεγονός που ενίσχυσε το κύρος του. Ο Μακεδόνας βασιλιάς βρισκόταν τότε σε ιδιαίτερα ευνοϊκή στιγμή της ζωής του, καθώς περίπου την ίδια περίοδο (356π.Χ.) γεννήθηκε και ο γιος του, Αλέξανδρος.
Ο Γ΄ Ιερός Πόλεμος (356–346 π.Χ.)
Βασικός στόχος του Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας ήταν να αποτρέψει τη δημιουργία συμμαχίας μεταξύ Αθηναίων και Θηβαίων, η οποία θα δυσχέραινε τα σχέδιά του στον ελληνικό χώρο. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ευνοϊκές για τον βασιλιά της Μακεδονίας.
Η επέμβαση του Φιλίππου στον Γ΄ Ιερό Πόλεμο (356–346 π.Χ.) αποτέλεσε καθοριστικό βήμα για την ενίσχυση της θέσης του στον ελληνικό χώρο. Θηβαίοι και Φωκείς είχαν εμπλακεί σε έναν ιερό πόλεμο στο όνομα της θρησκευτικής τάξης της Δελφικής Αμφικτυονίας. Ιερός Πόλεμος ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις για την παραβίαση ή τον έλεγχο ιερών χώρων, κυρίως του ιερού των Δελφώνς. Ο Φίλιππος, κατόπιν πρόσκλησης, παρενέβη ως ρυθμιστής και προστάτης των ιερών νόμων.
Με τη νίκη του επί των Φωκέων και την απόκτηση της θέσης τους στη Δελφική Αμφικτυονία το 346 π.Χ., απέκτησε θεσμική νομιμοποίηση και ενεργό ρόλο στις υποθέσεις της κεντρικής Ελλάδας.
Η σύναψη πρόσκαιρης ειρήνης με τους Αθηναίους αποτέλεσε έναν επιτυχημένο διπλωματικό ελιγμό, ο οποίος φανέρωνε περισσότερο την αδυναμία της άλλοτε κραταιάς πόλης παρά μια πραγματική εξισορρόπηση δυνάμεων. Λίγα χρόνια αργότερα, το 340 π.Χ., οι Αθηναίοι, φοβούμενοι ότι ενδεχόμενη διέλευση των Μακεδόνων από τις Θερμοπύλες θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο την πόλη τους, παραβίασαν τη συμφωνία, οδηγώντας εκ νέου τις εξελίξεις προς τη σύγκρουση.
Οι αντιδράσεις στην Αθήνα
Ο Ισοκράτης και ο Δημοσθένης έζησαν την ίδια ιστορική περίοδο και έδρασαν στην Αθήνα, εκφράζοντας όμως δύο εντελώς αντίθετες πολιτικές στάσεις απέναντι στον βασιλιά της Μακεδονίας.Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στην πολιτική, αλλά αφορούσε και το ζήτημα της ελληνικότητας των Μακεδόνων.
Ο Δημοσθένης, Αθηναίος ρήτορας, ήταν αντίθετος στη μακεδονική πολιτική, επειδή θεωρούσε ότι η συνεχής επέκταση του Φιλίππου Β΄ απειλούσε τα πρωτεία της Αθήνας. Πίστευε ότι η μακεδονική μοναρχία ήταν ασύμβατη με τα δημοκρατικά πολιτεύματα και ότι η αποδοχή της θα οδηγούσε στην απώλεια της αθηναϊκής ανεξαρτησίας. Για τον λόγο αυτό, μέσω των λόγων του, καλούσε τους Αθηναίους σε ενεργό αντίσταση. Η πρόσκαιρη συμμαχία της Αθήνας με τη Θήβα, δύο παραδοσιακών εχθρών, μπορεί να θεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό και δικό του πολιτικό επίτευγμα.
Υπήρχε, ωστόσο, και μια μικρότερη ομάδα ανθρώπων που έβλεπαν θετικά τον Φίλιππο, ως τον ηγέτη που θα μπορούσε να ενώσει τον ελληνικό κόσμο σε μια ισχυρή ένωση. Μεταξύ αυτών ξεχώριζε ο Ισοκράτης, ο οποίος απηύθυνε προς ολόκληρο τον ελληνισμό το εγκύκλιο γράμμα του με τίτλο «Φίλιππος», διακηρύσσοντας ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς είχε την ικανότητα να ενώσει τις ελληνικές πόλεις σε έναν κοινό εθνικό αγώνα εναντίον των Περσών.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ελληνική κοινή γνώμη υπήρχε ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. η άποψη ότι η μακεδονική βασιλική δυναστεία είχε ελληνική καταγωγή, καθώς θεωρούνταν απόγονοι του Άργους και των Τημενιδών. Κατά συνέπεια, όσα υποστήριζε ο Ισοκράτης βρίσκονται πλησιέστερα στην ιστορική πραγματικότητα σε σύγκριση με τον χαρακτηρισμό «βάρβαροι Μακεδόνες», τον οποίο χρησιμοποιούσε ο Δημοσθένης κυρίως για να κινητοποιήσει στρατιωτικά τους Αθηναίους.
Ο Ισοκράτης θεωρούσε ότι οι Μακεδόνες αποτελούσαν φύλο με ελληνικό τρόπο ζωής και πολιτισμό. Η προσπάθεια των Μακεδόνων βασιλέων, και ιδιαίτερα του Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας, να ενισχύσουν τις πολιτιστικές σχέσεις με τον ελληνικό νότο είναι εμφανής, αν κρίνει κανείς από τους πολλούς πνευματικούς ανθρώπους που φιλοξενήθηκαν στη βασιλική αυλή της Πέλλα.
Δεν πρέπει, τέλος, να παραβλέπεται το γεγονός ότι ο πιο μορφωμενος Έλληνας της εποχής, ο Αριστοτέλης, ο οποίος ανέλαβε και την εκπαίδευση του Αλεξάνδρου, καταγόταν από τη Μακεδονία, γεγονός που επιβεβαιώνει τους στενούς πνευματικούς και πολιτιστικούς δεσμούς της με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.
Συνοπτικά, η ελληνικότητα της Μακεδονίας τεκμηριώνεται από τα πολλά κοινά στοιχεία της με τον ελληνικό κόσμο: κατοικούνταν από παλιά από φυλές συγγενικές με τον Ελληνισμό, οι βασιλιάδες της είχαν ελληνική καταγωγή, η γλώσσα της ήταν πολύ κοντά στην ελληνική, ενώ η τέχνη, η παιδεία και η επιστήμη απέκτησαν καθαρά ελληνικό χαρακτήρα,χωρίς βέβαια να φτάσουν στα επίπεδα και στην υψηλή ποιότητα της εποχής της μεγάλης ακμής του εληνικού κόσμου.Μαζί με αυτό υπήρχαν και άλλα διακριτά στοιχεία που έδειχαν τη διαφορετικότητά της. Η Μακεδονία ήταν ένα ενιαίο και εκτεταμένο βασίλειο με μονάρχη, χωρίς καμία σχέση με το σύστημα των πόλεων-κρατών στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.Στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση κυρίαρχο ρόλο είχαν η αριστοκρατία των ευγενών και η ισχυρή βασιλική εξουσία, σε αντίθεση με τα δημοκρατικά ή ολιγαρχικά πολιτεύματα των περισσότερων ελληνικών πόλεων.
Από την κρίση στη Χαιρώνεια (339–338 π.Χ.)
Ωστόσο, οι διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις που είχαν διαμορφωθεί στην Αθήνα, όπως εκφράστηκαν από τον Δημοσθένη και τον Ισοκράτη, αντικατόπτριζαν το γενικότερο κλίμα έντασης που επικρατούσε στον ελληνικό κόσμο και οδήγησαν τελικά σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Μακεδονία.
Το 339 π.Χ., με την έκρηξη νέου Ιερού Πολέμου, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας επενέβη εκ νέου στις υποθέσεις της κεντρικής Ελλάδας. Αυτή τη φορά, η Αθήνα και η Θήβα, παρά την παραδοσιακή τους εχθρότητα, συνασπίστηκαν εναντίον του, εμπλέκοντας μάλιστα και τους Πέρσες, καθώς αντιλαμβάνονταν τη μακεδονική επέκταση ως κοινή απειλή.
Ο Φίλιππος είχε τη δικαιολογία που επιζητούσε· εισέβαλε στην κεντρική Ελλάδα και έφθασε στη Βοιωτία. Τρόμος κατέλαβε τους Αθηναίους, οι οποίοι συγκρότησαν ισχυρό στρατό για να τον αντιμετωπίσουν και να αποτρέψουν τη μακεδονική εισβολή στην Αττική.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε το 338 π.Χ. με τη Μάχη της Χαιρώνειας, κατά την οποία ο Φίλιππος Β΄ πέτυχε αποφασιστική νίκη, επιβάλλοντας οριστικά την ηγεμονία του στον ελληνικό κόσμο.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου