Από την Απελευθέρωση στα Δεκεμβριανά-Η Ελλάδα στο κατώφλι του Εμφυλίου
Η απελευθέρωση της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1944 και το τέλος της γερμανικής κατοχής, αν και θα ανέμενε κανείς να αποτελέσουν ημερομηνίες γιορτής, ελπίδας και εθνικής ομοψυχίας, σηματοδότησαν αντίθετα την αρχή ενός μεγάλου εμφυλίου πολέμου. Η χώρα εισήλθε σε μια νέα φάση εσωτερικής έντασης, κρίσης και αβεβαιότητας, όπου διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις διεκδικούσαν τον έλεγχο της μεταπολεμικής εξουσίας.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαν συντελεστεί βαθιές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, οι οποίες έφεραν στο προσκήνιο νέες κοινωνικές δυνάμεις, εκφραζόμενες κυρίως μέσα από το ΕΑΜ, που αμφισβητούσαν τις υφιστάμενες δομές και τους φορείς εξουσίας στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η αστική πολιτική τάξη, από την άλλη, απέβλεπε στην επάνοδο στο προπολεμικό πολιτικό καθεστώς. Η ηγεσία του ΕΑΜ–ΚΚΕ, βιώνοντας την Εθνική Αντίσταση ως μια ταξική επανάσταση, πίστευε ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν είτε με την κατάκτηση της εξουσίας είτε, τουλάχιστον, με την ενεργό συμμετοχή της στην πολιτική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας. Για τον λόγο αυτόν, αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην πολιτική και στη στρατιωτική επιλογή.
Κατά την Κατοχή, το ΕΑΜ κατάφερε, χάρη στην αυτοθυσία και τον ακτιβισμό των μελών του, να οργανώσει ένα αξιόλογο αντιστασιακό κίνημα. Ωστόσο, η απελευθέρωση θα πραγματοποιούνταν με διαφορετικούς όρους. Μπορεί η Αντίσταση να έφθειρε τους κατακτητές, αλλά, σε μια γενικότερη θεώρηση, η απελευθέρωση της Ελλάδας υπήρξε προϊόν της συνολικής εξέλιξης του πολέμου. Στον μεταπολεμικό κόσμο διακρίνει κανείς μια αναντιστοιχία ανάμεσα στα καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν και στα αντιστασιακά κινήματα των χωρών τους. Το πολιτικό καθεστώς κάθε χώρας δεν καθορίστηκε από την εσωτερική δυναμική των κινημάτων, αλλά από τις νικήτριες δυνάμεις, οι οποίες επιδίωξαν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα.Στη φιλοναζιστική Βουλγαρία επιβλήθηκε από τους Σοβιετικούς ο κομμουνισμός,ενώ στην Ελλάδα με ισχυρό αριστερό κίνημα ο απελευθερωτικός ρόλος της συμμαχικής Βρετανίας θα καθόριζε τις εξελίξεις.
Επικράτησε η «σιδερένια λογική» των ζωνών στρατιωτικών επιχειρήσεων ως ζωνών πολιτικής επιρροής και καθορισμού των μεταπολεμικών καθεστώτων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ερμηνευθεί και η ανάκληση της βουλγαρικής κατοχής από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, που διέταξε η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία: οι Σοβιετικοί αναγνώριζαν έτσι, με τον πιο σαφή τρόπο, τα προπολεμικά σύνορα και τη συμμαχική ισορροπία στην περιοχή.
Η ηγεσία του ΕΑΜ–ΚΚΕ δεν κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως αυτές τις πολιτικές και διπλωματικές συνθήκες της απελευθέρωσης και εγκλωβίστηκε στις «δάφνες» μιας πραγματικά ηρωικής αντίστασης, θεωρώντας ότι αποτελούσε ισότιμο μέλος των νικητών του πολέμου. Οι Βρετανοί, ως εντολοδόχοι των Συμμάχων στην περιοχή, διαχειρίζονταν τα ελληνικά πράγματα με πνεύμα κυρίαρχου, κάτι που είχε γίνει αρχικά αποδεκτό από όλες τις πλευρές, ακόμη και από το ΕΑΜ–ΚΚΕ.
Η αποικιοκρατική συχνά πολιτική τους στάση, η εμμονή τους στην παλινόρθωση της μοναρχίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία της αστικής τάξης —δεξιάς και φιλελεύθερης— να προσαρμοστεί στις συνθήκες της εποχής, οδήγησαν σε περαιτέρω όξυνση της κρίσης. Από τη μία πλευρά, η Αριστερά δεν κατανόησε το τέλος του ένοπλου αγώνα και την αδυναμία εφαρμογής των σχεδίων της· από την άλλη, η Δεξιά βρέθηκε με μια νίκη που της προσφέρθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί αποτελεσματικά. Η λογική συνέπεια όλων αυτών ήταν η έκρηξη του Εμφυλίου Πολέμου.
Η Κατοχή είχε επιφέρει τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Η μοναρχία είχε χάσει μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς της, καθώς οι περισσότεροι την ταύτιζαν με το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά. Τα αστικά κόμματα, αδρανοποιημένα ήδη από το 1936, αδυνατούσαν να συμβαδίσουν με το πνεύμα της εποχής. Η πολιτική τους δραστηριότητα περιοριζόταν κυρίως γύρω από το ζήτημα του πολιτεύματος, με το σύνολο σχεδόν του παλαιού πολιτικού κόσμου να μη βλέπει θετικά την παλινόρθωση της βασιλείας χωρίς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Ωστόσο, τα προβλήματα της χώρας ήταν βαθύτερα και πολυπλοκότερα. Η Ελλάδα έβγαινε από τον πόλεμο και την Κατοχή μέσα σε συνθήκες καταστροφής και απόλυτης φτώχειας. Ο κίνδυνος εδαφικής συρρίκνωσης προς τον Βορρά, ιδιαίτερα από τη Βουλγαρία, παρέμενε υπαρκτός. Ο υποσιτισμός, η οικονομική εξαθλίωση και το κενό εξουσίας συνιστούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα που ευνοούσε την ανάδυση νέων μορφών πολιτικής και κοινωνικής δράσης.
Στην κατεύθυνση αυτή, το ΚΚΕ και οι δυνάμεις που το πλαισίωναν επιδίωξαν να εκφράσουν τις ανάγκες και τις προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων που είχαν πληγεί περισσότερο από την Κατοχή. Μέσω του ΕΑΜ, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα ευρύ πολιτικοκοινωνικό μέτωπο, το οποίο συνδύαζε την εθνική απελευθέρωση με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή κυριαρχία. Το ΕΑΜ δεν ήταν απλώς ένα αντιστασιακό κίνημα, αλλά και ένας φορέας κοινωνικής ανασύνταξης, που πρόσφερε στους πολίτες την αίσθηση συμμετοχής και αξιοπρέπειας σε μια εποχή διάλυσης.
Η επιρροή του ΕΑΜ–ΚΚΕ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως στην ύπαιθρο, όπου το κράτος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο. Οι λαϊκές επιτροπές, οι οργανώσεις επισιτισμού και οι θεσμοί αυτοδιοίκησης που αναπτύχθηκαν στις «ελεύθερες περιοχές» αποτέλεσαν για πολλούς Έλληνες το πρώτο βίωμα δημοκρατικής συμμετοχής. Αυτή η εμπειρία ενίσχυσε την πεποίθηση πως μετά την απελευθέρωση το ΕΑΜ θα έπρεπε να έχει ουσιαστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.
Από την άλλη πλευρά, η αστική πολιτική ηγεσία και οι βρετανικές αρχές αντιμετώπισαν με καχυποψία αυτή τη ραγδαία κοινωνική μεταβολή. Οι Βρετανοί, επιδιώκοντας τη διατήρηση της Ελλάδας στη σφαίρα της δικής τους επιρροής, θεώρησαν το ΕΑΜ–ΚΚΕ απειλή για τη σταθερότητα και για τα συμφέροντά τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι, οι πολιτικές ισορροπίες που θα καθόριζαν την επόμενη μέρα της απελευθέρωσης άρχισαν να διαμορφώνονται ήδη πριν από το φθινόπωρο του 1944, με φόντο την αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης που προανήγγειλε τον Ψυχρό Πόλεμο.
Λίγο πριν την απελευθέρωση, την άνοιξη του 1944, η χώρα διέθετε τρεις κυβερνήσεις: την ελεγχόμενη από τους Γερμανούς κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη, την «κυβέρνηση του βουνού» του ΕΑΜ και τη νόμιμη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Η Διάσκεψη του Λιβάνου
Για να αποφευχθούν εσωτερικές συγκρούσεις και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις εθνικής συνεννόησης, ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκάλεσε στις 17 Μαΐου 1944, στον Λίβανο, Διάσκεψη των ελληνικών πολιτικών και αντιστασιακών δυνάμεων. Στη διάσκεψη συμμετείχαν εκπρόσωποι της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου, των προπολεμικών κομμάτων και των αντιστασιακών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και το ΕΑΜ, που εκπροσωπούσε ουσιαστικά το ΚΚΕ.
Το ΚΚΕ, αν και αρχικά αντιμετώπισε με επιφύλαξη τη διάσκεψη, αποφάσισε τελικά να συμμετάσχει μέσω των εκπροσώπων του ΕΑΜ (Αλέξανδρος Σβώλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Ανδρέας Τζήμας), αποδεχόμενο τη σοβιετική γραμμή για συνεργασία των Συμμάχων. Το κοινό ψήφισμα που υπογράφηκε προέβλεπε τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, την υπαγωγή όλων των ενόπλων σωμάτων στη μελλοντική κυβέρνηση και τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα μετά την απελευθέρωση.
Αν και φαινομενικά το ψήφισμα άνοιγε τον δρόμο για την εθνική συμφιλίωση, στην πράξη οι διαφορές ανάμεσα στις πλευρές παρέμεναν βαθιές. Για το ΕΑΜ–ΚΚΕ, η συμφωνία σήμαινε αναγνώριση της συμβολής του στην Εθνική Αντίσταση και δικαίωμα συμμετοχής στη μεταπολεμική εξουσία, ενώ για τις αστικές πολιτικές δυνάμεις αποτελούσε έναν προσωρινό συμβιβασμό, απαραίτητο για τη διατήρηση της τάξης και την αποφυγή εμφυλίου.
Ένας εμφύλιος όμως που ουσιαστικά είχε ήδη αρχίσει από το 1943, με τις συγκρούσεις μεταξύ του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ και των Ταγμάτων Ασφαλείας, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο. Στην περιοχή αυτή, όπου τα Τάγματα είχαν οργανωθεί με τη στήριξη των κατοχικών αρχών, οι μάχες πήραν σκληρό χαρακτήρα, με εκτελέσεις, αντεκδικήσεις και πράξεις βίας που άφησαν βαθιά ίχνη στον τοπικό πληθυσμό. Οι συγκρούσεις αυτές δεν στόχευαν μόνο στην εξουδετέρωση των συνεργατών των Γερμανών, αλλά και στη διασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας του ΕΑΜ στην περιοχή ενόψει της απελευθέρωσης. Έτσι, πολύ πριν φύγουν οι κατακτητές, οι βάσεις του εσωτερικού διχασμού είχαν ήδη τεθεί, προοιωνίζοντας τα αιματηρά γεγονότα που θα ακολουθούσαν μετά τον Οκτώβριο του 1944.
Ο
Γεώργιος Παπανδρέου και οι Βρετανοί σύμμαχοι αντιμετώπιζαν με έντονη ανησυχία
την ισχύ του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Φοβούνταν ότι, με την
αποχώρηση των Γερμανών, το ΕΑΜ θα επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία και να
επιβάλει μονομερώς το δικό του πολιτικό καθεστώς. Για τον λόγο αυτόν, ο
Παπανδρέου επέμενε στη συμμετοχή βρετανικών στρατευμάτων στην απελευθέρωση της
Αθήνας, προκειμένου να διασφαλιστεί η τάξη και η επιρροή της νόμιμης κυβέρνησης.
Η Συμφωνία της Καζέρτας
Λίγους μήνες μετά τη διάσκεψη του Λιβάνου, στις 26 Σεπτεμβρίου 1944, υπογράφηκε στην ιταλική πόλη Καζέρτα μια κρίσιμη στρατιωτική συμφωνία ανάμεσα στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, τους εκπροσώπους του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, και τους Βρετανούς συμμάχους. Η επιλογή της Καζέρτας δεν ήταν τυχαία, καθώς εκεί βρισκόταν το στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων της Μεσογείου, και η Ελλάδα, την εποχή εκείνη, δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί πλήρως.
Η συμφωνία προέβλεπε την υπαγωγή όλων των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων —συμπεριλαμβανομένου του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ— υπό τη διοίκηση του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι, που ενεργούσε εξ ονόματος των Συμμάχων. Διακήρυσσε, επίσης, την ανάγκη ενότητας και απαγόρευε ρητά κάθε εμφύλια σύγκρουση.Ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ αναγνώρισαν αμοιβαία τα όρια της επιρροής τους,ο ΕΛΑΣ συμφώνησε να κρατήσει τις δυνάμεις του έξω από την Αττική και να αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του στρατηγού Σπηλιωτοπουλου που διορίστηκε από την κυβέρνηση στρατιωτικός διοικητής Αθηνών. Στην ουσία, η Καζέρτα κατοχύρωσε τον έλεγχο των Βρετανών επί των ελληνικών στρατιωτικών υποθέσεων, περιορίζοντας την αυτονομία του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ,γεγονός που δυσαρέστησε μεγάλο μέρος των στελεχών του.
Η υπογραφή της συμφωνίας προηγήθηκε της συμμετοχής του ΚΚΕ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και αποτέλεσε καθοριστικό βήμα για τη συγκρότησή της. Παράλληλα, όμως, προδιέγραψε και τις μελλοντικές συγκρούσεις, αφού έθεσε τις εαμικές δυνάμεις υπό ξένη διοίκηση και άφησε ανοιχτό το ζήτημα του αφοπλισμού τους.
Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας
Λίγες ημέρες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1944, λίγο πριν την απελευθέρωση, σχηματίστηκε τελικά η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η αρχικά αρνητική στάση του ΚΚΕ άλλαξε λόγω της σοβιετικής πολιτικής που ευνοούσε μια συμβιβαστική στάση από τη μεριά του. Το ΕΑΜ τελικά συμμετείχε επισήμως με έξι υπουργούς, χωρίς όμως να έχει καθαρά κομματική εκπροσώπηση του ΚΚΕ. Οι υπουργοί που προέρχονταν από το ΕΑΜ–ΚΚΕ ή ήταν στενά συνδεδεμένοι με αυτό ήταν οι Αλέξανδρος Σβώλος, Άγγελος Αγγελόπουλος, Πέτρος Κόκκαλης, Ηλίας Τσιριμώκος, Μανώλης Πορφυρογένης και Νικόλαος Ασκούτσης.
Η απελευθέρωση της Ελλάδας βρήκε τη χώρα πολιτικά και κοινωνικά διχασμένη. Η πρωτεύουσα και λίγα μεγάλα αστικά κέντρα βρίσκονταν υπό κυβερνητικό και βρετανικό έλεγχο, ενώ η υπόλοιπη επικράτεια ελεγχόταν ουσιαστικά από το ΕΑΜ. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η χώρα ήταν τεράστια και απαιτούσαν άμεση δράση: η σταθεροποίηση του νομίσματος, η αντιμετώπιση της πείνας μέσω της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και η επαναλειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, ζήτημα παρέμενε ο κίνδυνος εσωτερικής σύγκρουσης, καθώς οι πολιτικές αντιθέσεις και η δυσπιστία ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις απειλούσαν να τινάξουν στον αέρα την εύθραυστη ισορροπία των συμφωνιών που είχαν επιτευχθεί.
Η ΡΗΞΗ
Τα στοιχεία που οδηγούσαν στη ρήξη ήταν εμφανή. Η προπολεμική αστική τάξη δεν αποδεχόταν μια ισχυρή Αριστερά και επιθυμούσε τη διάλυση της βάσης ισχύος της, ενώ παράλληλα φοβόταν την πρακτική ένοπλης βίας του ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή, αλλά και λίγο πριν και αμέσως μετά την Απελευθέρωση. Η ηγεσία του ΚΚΕ αμφιταλαντευόταν, καθώς είχε αποφύγει αρχικά την επιλογή της ένοπλης σύγκρουσης, αλλά δεν ήθελε να απεμπολήσει το πλεονέκτημα που είχε δημιουργήσει κατά την Κατοχή με τη δράση του ΕΛΑΣ και τις δομές ισχύος του. Συγχρόνως, φοβόταν τη μεθόδευση πραξικοπήματος για την επαναφορά του προπολεμικού καθεστώτος. Οι Βρετανοί ήταν πεπεισμένοι ότι δύσκολα θα αποφεύγονταν η σύγκρουση και ότι η Αριστερά θα εμπόδιζε, με τις οργανώσεις της, την προσπάθεια για την ανασύσταση του κράτους και τη νομιμότητα που εκπροσωπούσε η κυβέρνηση εθνικής ενότητας.
Προτεραιότητα για την κυβέρνηση ήταν ο αφοπλισμός και η διάλυση όλων των ένοπλων οργανώσεων, καθώς και η συγκρότηση ενός Εθνικού Στρατού που θα εξασφάλιζε την ενότητα και την κρατική κυριαρχία. Στη θέση της Χωροφυλακής προβλεπόταν η δημιουργία Εθνοφυλακής, ικανοποιώντας φαινομενικά ένα πάγιο αίτημα του ΕΑΜ. Στις 9 Νοεμβρίου έφτασε στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι, η οποία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον λαό ως σύμβολο της ελληνικής συμμετοχής στις συμμαχικές νίκες. Το ΕΑΜ, ωστόσο, στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, έθεσε το ζήτημα της ταυτόχρονης αποστράτευσης όλων των ενόπλων δυνάμεων — όχι μόνο της Χωροφυλακής, αλλά και του Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας. Στην κατεύθυνση αυτή οργανώθηκαν συλλαλητήρια και διαδηλώσεις με αίτημα την ισότιμη διάλυση όλων των στρατιωτικών σωμάτων.
Το θέμα του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ αποδείχθηκε καθοριστικής σημασίας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε τη συγκρότηση νέου εθνικού στρατού με πυρήνα τον Ιερό Λόχο και την Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι, στους οποίους θα εντάσσονταν επιλεγμένα τμήματα του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Το ΕΑΜ απαίτησε είτε την ταυτόχρονη διάλυση του ΕΛΑΣ και της Ορεινής Ταξιαρχίας είτε τη συμμετοχή του ΕΛΑΣ κατά το ήμισυ στη νέα δύναμη. Η κυβέρνηση, επιδιώκοντας προσωρινή συμφωνία, αποδέχθηκε κατ’ αρχήν την πρόταση, και στις 27 Νοεμβρίου υπογράφηκε σχετικό πρωτόκολλο, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ.Μια μέρα αργότερα στις 28 Νοεμβρίου,εκπρόσωπος του ΕΑΜ ζήτησε την τροποποίηση της συμφωνίας και την ταυτόχρονη διάλυση και της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου.Η κυβέρνηση αρνήθηκε το νέο αυτό αίτημα και διακήρυξη ότι θα προχωρούσε στη εφαρμογή των συμφωνηθέντων για τη διάλυση των αντάρτικων σωμάτων και της Πολιτοφυλακής.
Η διαφωνία αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Στις 2 Δεκεμβρίου 1944, οι υπουργοί του ΕΑΜ–ΚΚΕ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου, και την επόμενη ημέρα, 3 Δεκεμβρίου, ξέσπασαν τα αιματηρά γεγονότα του Συντάγματος, που αποτέλεσαν την απαρχή των Δεκεμβριανών και, ουσιαστικά, την πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου διχασμού.
Συνεχίζεται με τον "Ματωμένο Δεκέμβρη του ΄44" ...



.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου