Η Πορεία προς τη Μεγάλη Ελλάδα-Οι επιχειρήσεις μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης

 Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός, ωστόσο ο στρατός δεν σταμάτησε εκεί· προωθήθηκε βόρεια και δυτικά για να εξασφαλίσει κρίσιμες περιοχές, να αποτρέψει τις διεκδικήσεις των συμμάχων (κυρίως των Βουλγάρων) και να διασφαλίσει την πλήρη απελευθέρωση της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Οι κινήσεις αυτές καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα μετέπειτα σύνορα και τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια.

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στη  Θεσσαλονίκη

 Στις 27 Οκτωβρίου  εισέρχονται τα ελληνικά στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη. Αιχμαλωτίζεται ό,τι έχει μείνει από τον τουρκικό στρατό ενώ αφήνονται ελεύθεροι "μετά των ξιφών των" οι αξιωματικοί. Στις 11:00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ο Διάδοχος,επικεφαλής της νικηφόρας στρατιάς "εν μέσω φρενιτιωδών ζητωκραυγών και ακράτητου ενθουσιασμού του πλήθους" διασχίζουν τη μεγάλη οδό του Δικαστηρίου   και καταλήγουν στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά,όπου ψάλλεται δοξολογία. Η γιορτή συνεχίζεται και την επόμενη μέρα, όταν καταφτάνει ο βασιλιάς Γεώργιος.



 Έχουν περάσει μόλις 22 μέρες από την στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος. Η πρόβλεψη του Βενιζέλου έχει επαληθευτεί. Οι εθνικοί πόθοι υλοποιούνται, τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.Η Θεσσαλονίκη μετά από μακραίωνη περίοδο σκλαβιάς, εντάσσεται στον εθνικό κορμό.

Είσοδος των Βούλγαρων στην Θεσσαλονίκη

ΟΙ Βούλγαροι ήθελαν πάση θυσία να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη ή αν αυτό δεν ήταν δυνατό να αναγνωριστεί η συγκυριαρχία τους μαζί με τον ελληνικό στρατό. Η 7η βουλγαρική μεραρχία υπό τον στρατηγό Θεοδώροφ προελαύνει προς την πόλη με επιθετικές διαθέσεις( 26-10). Το ελληνικό ιππικό εντοπίζει τις κινήσεις τους και ενημερώνει άμεσα τον Αρχιστράτηγο. Ο τελευταίος στέλνει επιστολή στο Βούλγαρο διοικητή με την οποία τον ενημερώνει για την παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό. Οι Βούλγαροι αγνοούν την επιστολή και στέλνουν αξιωματικούς εντεταλμένους να απαιτήσουν από το Χασάν Ταχσίν Πασά να υπογράψει και με το βουλγαρικό στρατό πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Οι Τούρκοι αρνούνται και ενημερώνουν τον Κων/νο.


Ο Βούλγαρος στρατηγός Θεοδώρωφ ατενίζει τη Θεσσαλονίκη που έχει όμως καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό

   Οι Βούλγαροι απτόητοι συνεχίζουν την προέλασή τους. Και ενώ ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις του Τούρκου πασά με τους Έλληνες εκπροσώπους, στέλνεται  δεύτερη επιστολή του Διαδόχου και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τα βουλγαρικά τμήματα εξαπολύουν πυρά κατά των αφοπλισμένων Τούρκων, κάτι που προκαλεί τον εκνευρισμό τους. Είναι φανερή η πρόθεσή τους να εισέλθουν στην πόλη πριν την άφιξη του Κων/νου. Ελληνικά τμήματα, πρώτα η 2η Μεραρχία και κατόπιν η 7η, παρακολουθούν από κοντά τις κινήσεις τους. Μια ομάδα Βούλγαρων αξιωματικών μπαίνουν στην πόλη και προσπαθούν να διαπραγματευτούν με τους Τούρκους, αλλά επιστρέφουν με άδεια χέρια

 Στις 28 Οκτωβρίου ο Κων/νος μπαίνει στην Θεσσαλονίκη. Ο στρατηγός Θεοδώροφ ζητάει επιτακτικά την είσοδο δυο ταγμάτων με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να αναπαυθούν οι πρίγκιπες που υπηρετούσαν σε αυτά. Κα ενώ διεξάγονται συζητήσεις μεταξύ του Γενικού Στρατηγείου και του Υπουργείου Στρατιωτικών  και του ίδιου του Βενιζέλου, με τον τελευταίο να εκφράζει την άποψη ότι δεν πρέπει να ικανοποιηθεί η βουλγαρική απαίτηση, ο Αρχιστράτηγος υποχωρεί και επιτρέπει την είσοδο των δυο ταγμάτων.Το χειρότερο όμως είναι ότι τελικά εισέρχεται ολόκληρο Σύνταγμα, κάτι που προκαλεί δυσφορία και ανησυχία στην ελληνική πλευρά.Πιθανότατα  ο  Κωνσταντίνος  προέβη σε αυτή την κίνηση, γιατί επιθυμούσε να αποφύγει την πρόωρη ρήξη με τους Βουλγάρους, να διατηρήσει την εύθραυστη συμμαχία και να εξασφαλίσει, με πολιτικά μέσα, τη διεθνή κατοχύρωση της ελληνικής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη.

 Οι πρώτες μέρες της Ελεύθερης Θεσσαλονίκης

Ο ερχομός στη Θεσσαλονίκη και η μόνιμη εγκατάσταση του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην πόλη είχαν ως στόχο, από την ελληνική πλευρά, να τονίσουν την προσπάθεια για την εδραίωση της ελληνικής εξουσίας.Λίγο αργότερα έφτασε και η βασίλισσα Όλγα, ενώ κάποια στιγμή επισκέφθηκε την πόλη και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Οι κινήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν επειδή η πόλη τελούσε σε προσωρινή κατοχή, και το μέλλον της θα καθοριζόταν με την υπογραφή σχετικής συνθήκης. Η δημιουργία, ωστόσο, συνθηκών μόνιμης κατοχής θα μπορούσε να διασφαλίσει την οριστική ένταξη της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα.

Στην ελληνική κατοχή αντιδρούσαν όχι μόνο οι Βούλγαροι, που διεκδικούσαν την πόλη, αλλά και μέρος του εβραϊκού πληθυσμού, που επηρεαζόταν από τους Αυστριακούς, οι οποίοι επίσης είχαν τη Θεσσαλονίκη στους στρατηγικούς τους σχεδιασμούς.

Η βουλγαρική απειλή

  Η βουλγαρική δύναμη είχε στόχο να δημιουργήσει συνθήκες συγκατοχής της μακεδονικής πρωτεύουσας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο στόχευε να αποτελέσει σοβαρό αντιπερισπασμό στα νώτα του ελληνικού στρατού, αν τα πράγματα οδηγούσαν σε σύγκρουση των δύο χωρών. Το ενδεχόμενο αυτό γινόταν πλέον ορατό.Οι εδαφικές διεκδικήσεις των βαλκανικών κρατών δεν είχαν οριοθετηθεί κατά την υπογραφή της συμμαχίας τους ούτε είχαν επιλυθεί μετά την συντριβή των Τούρκων. Ας μη λησμονούμε και τους παλιότερους ανταγωνισμούς τους κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Αποκορύφωμα των  βουλγαρικών ενεργειών υπήρξε η ανεπίσημη επίσκεψη του βασιλιά τους, Φερδινάνδου, στις αρχές  Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, όπου συναντήθηκε και με τον Έλληνα βασιλιά Γεώργιο.

Η ελληνική διοίκηση, ωστόσο, φρόντιζε παράλληλα για την ουσιαστική ενδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου της πόλης.Ως τα τέλη του 1913, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης, από περίπου 35.000, διπλασιάστηκαν και έφτασαν τους  67.000. Ήταν κυρίως πρόσφυγες από περιοχές που παρέμεναν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, αλλά και αρκετοί Έλληνες από την Παλαιά Ελλάδα.

Η Θεσσαλονίκη, από εδώ και στο εξής, με πλειοψηφικό πλέον το ελληνικό της στοιχείο, θα εξελισσόταν στη δεύτερη μεγάλη πόλη του ελληνικού κράτους. 

Θράκη ή Ήπειρος

  Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης υπήρχε και πάλι το δίλημμα προς ποια κατεύθυνση θα στρεφόταν ο στρατός. Οι βαλκανικοί λαοί νικούσαν, αλλά ο πόλεμος συνεχιζόταν. Οι Βούλγαροι στη Θράκη, που αποτελούσε το κέντρο του πολέμου, είχαν πολιορκήσει την Ανδριανούπολη, είχαν περάσει στην Καλλίπολη, αλλά είχαν σταματήσει στην Τσατάλτζα, λίγο πριν την Πόλη.  Υπήρξαν στο στρατιωτικό επιτελείο κάποιες σκέψεις ότι στρατός έπρεπε να κινηθεί προς τη Θράκη και να διεκδικήσει εδάφη σε περίπτωση νίκης.

  Μετά από ώριμη σκέψη και συμφωνία Βενιζέλου- Κων/νου κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Αποφασίζεται να σταθεροποιηθεί η κατοχή της Θεσ/νίκης και  να γίνουν επιχειρήσεις για να καταληφθούν η Δυτ. Μακεδονία ως το Μοναστήρι, η Ήπειρος με τα Ιωάννινα, καθώς και τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου(Χίος, Λήμνος, Λέσβος, Σάμος).Αντίθετα ένα  μέρος των Βούλγαρων που βρίσκονταν στη Θεσ/νίκη αποχωρούν, για να ενισχύσουν το μέτωπο της Θράκης στο οποίο τελικά θα βρουν ανυπέρβλητα εμπόδια.

 

O Στρατηλάτης Διάδοχος Κωνσταντίνος με το επιτελείο του

Δυτική Μακεδονία- Μοναστήρι- Κορυτσά

 Ο στρατός κινείται προς τη Δυτ. Μακεδονία και το Μοναστήρι, όπου όμως υπάρχει ένας άλλος σοβαρός ανταγωνιστής, οι Σέρβοι. Σχετικά εύκολα είχαν ήδη καταληφθεί από τη 5η Μεραρχία η  Νάουσα, η Έδεσσα, η Καστοριά. Αφού εξουδετερώνονται οι τουρκικές εστίες αντίσταση στην Άρνισσα και στο  Γκορντίσοβο, στις 6 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Φλώρινα. Την ίδια όμως στιγμή ο σερβικός στρατός εισέρχεται στο Μοναστήρι ύστερα από σκληρές μάχες προλαβαίνοντας τους Έλληνες που έχουν εμπλακεί με τις τουρκικές δυνάμεις νότια της πόλης. Μεγάλο μέρος των δυνάμεων του Ριζάτ πασά αιχμαλωτίζεται, ενώ ένα  άλλο μέρος  με επικεφαλής τον Παβίτ πασά ξεφεύγουν και κινούνται δυτικά προς την Κορυτσά και κατόπιν προς τα Ιωάννινα. Η καταδίωξη και η συντριβή του εχθρού αποτελεί τον κύριο στόχο του Γενικού Στρατηγείου. Η 3η Μεραρχία τελικά καταλαμβάνει την Κορυτσά. ΟΙ τούρκοι κυνηγημένοι καταφεύγουν στα  Ιωάννινα…

Η ανακωχή και η ελληνική συνέχεια

Από τις 20 Νοεμβρίου είχε υπογραφεί ανακωχή του πολέμου. Πρώτα οι Βούλγαροι που είχαν βαλτώσει έξω από την Πόλη και έπειτα οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι συμφώνησαν με τους Τούρκους. Οι μοναδικές τουρκικές εστίες αντίστασης στην βαλκανική ήταν η Αδριανούπολη στη Θράκη, η Σκόδρα στην Αλβανία και τα Ιωάννινα στην Ήπειρο.  Η Ελλάδα δε θα υπογράψει την ανακωχή και θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις με στόχο να απελευθερώσει την Ήπειρο και να κατοχυρώσει την κυριαρχία της ως την Κορυτσά ενώ παράλληλα θα διεκδικήσει όλα τα νησιά του Αιγαίου που ανήκαν στην Τουρκία. Θα συμμετάσχει όμως από την πρώτη στιγμή στις διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν στο Λονδίνο, παρουσία του Πρωθυπουργού. Οι νικητές θα πρέπει να διαπραγματευτούν, όχι μόνο με την Πύλη αλλά και μεταξύ τους, τις διεκδικήσεις τους υπό την υψηλή εποπτεία των Μ. Δυνάμεων. Στο μεταξύ στην Κων/πολη, οι Νεότουρκοι ανατρέπουν τη σουλτανική κυβέρνηση, διακόπτουν τις διαπραγματεύσεις και ο πόλεμος ξαναρχίζει. Είναι 10 Ιανουαρίου 1913,περίπου την ίδια μέρα που ο Κων/νος φτάνει στην Ήπειρο για την τελική επίθεση…


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις