ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ στο ΑΡΚΑΔΙ

 

ΑΡΚΑΔΙ 1866....ΙΣΤΟΡΙΑ,ΘΥΣΙΑ,ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Στον μακρύ και γεμάτο θυσίες και αίμα κατάλογο των Κρητικών Επαναστάσεων, εκείνη του 1866, με το συνακόλουθο Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και πιο δραματικές. Είναι μία από τις κορυφαίες πράξεις του πολυετούς αγώνα των Κρητικών για ελευθερία και ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας, που θα φωτίζει για πάντα την Κρητική και την Ελληνική ιστορία.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

 


Η Μονή Αρκαδίου πριν την πολιορκία

Η Μονή, κτισμένη σε εύφορο οροπέδιο 23 χμ. ΝΑ του Ρεθύμνου,με ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τον 16ο αιώνα ως κέντρο παιδείας και τέχνης, με σχολείο και βιβλιοθήκη. Το καθολικό, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, φέρει έντονες βενετσιάνικες και αναγεννησιακές επιρροές. Κατά την Επανάσταση, η Μονή έγινε έδρα τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποθήκη πολεμοφοδίων και καταφύγιο αμάχων. Ηγούμενος ήταν ο Γαβριήλ Μαρινάκης και στρατιωτικός επικεφαλής ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος.




Η Κρητική Επανάσταση του 1866

Η Κρήτη βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία από το 1669, γνωρίζοντας επαναλαμβανόμενους ξεσηκωμούς. Η κακοδιοίκηση, η φορολογική αδικία με την επιβολή σκληρών φόρων, η θρησκευτική καταπίεση και η παρέμβαση των Οθωμανών στις μοναστηριακές υποθέσεις αποτέλεσαν τους κύριους λόγους που οδήγησαν τους Κρητικούς σε νέες κινητοποιήσεις.Από το 1856 υποτίθεται ότι ίσχυε το Χάττι Χουμαγιούν, ένα διάταγμα που παρείχε ίσα δικαιώματα στους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως θρησκείας. Στην πράξη, όμως, η κατάσταση στην Κρήτη δεν βελτιώθηκε· η καταπίεση και οι αυθαιρεσίες συνεχίστηκαν, προκαλώντας την αγανάκτηση του λαού.

 Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Παγκρήτια Συνέλευση των Χανίων, στις 14 Μαΐου 1866, απέστειλε αναφορά στον Σουλτάνο με αιτήματα:βελτίωση του φορολογικού συστήματος,σεβασμό της χριστιανικής θρησκείας,ελεύθερη εκλογή δημογερόντων,και λήψη μέτρων για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού.

 Παράλληλα, στάλθηκε μυστικό υπόμνημα στους μονάρχες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, ζητώντας τη συνδρομή τους για την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ή τη μεσολάβησή τους για τη χορήγηση από τον Σουλτάνο ενός «Οργανικού Νόμου» αυτονομίας.

Ωστόσο, οι Μεγάλες Δυνάμεις αδιαφόρησαν, ενώ η ελληνική κυβέρνηση τήρησε στάση ουδετερότητας, αποφεύγοντας να ταχθεί ανοιχτά υπέρ των επαναστατών. Μόνο η Ρωσία κινήθηκε ενεργότερα, μέσω των υποπροξένων της στο νησί, Ιωάννη Μητσοτάκη και Σπυρίδωνα Δενδρινού.

Τα δραματικά γεγονότα

Οι Κρητικοί,όπως είχα μάθει από παλιά ,ήταν αποφασισμένοι να διεκδικήσουν μόνοι τους την ελευθερία τους, ύψωσαν στις 21 Αυγούστου 1866 το λάβαρο της Επανάστασης με το σύνθημα «Ένωσις ή Θάνατος». Επικεφαλής του αγώνα τέθηκαν ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης στα Χανιά, ο συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος στο Ρέθυμνο και ο Μιχαήλ Κόρακας στο Ηράκλειο.

Ο Σουλτάνος, ανήσυχος από την εξέγερση, ανέθεσε την καταστολή της στον Μουσταφά Ναϊλή Πασά.Αυτός αρχικά προσπάθησε με υποσχέσεις και δωροδοκίες να κατευνάσει τους επαναστάτες και να επαναφέρει την τάξη. Όταν όμως διαπίστωσε ότι οι Κρητικοί ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα, συγκέντρωσε ισχυρή στρατιωτική δύναμη και ξεκίνησε εκστρατεία από τα Χανιά. Για δύο μήνες λεηλατούσε, έκαιγε χωριά και αιχμαλώτιζε κατοίκους, σκορπώντας τον τρόμο και αναγκάζοντας πολλούς να δηλώσουν υποταγή. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι η Επανάσταση δε θα μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμη.

Τον Νοέμβριο του 1866, ο Τούρκος πασάς, θέλοντας να δώσει το τελικό πλήγμα στην Επανάσταση, κατευθύνθηκε προς το Ρέθυμνο και τη Μονή Αρκαδίου, που είχε μετατραπεί σε κέντρο των επαναστατών. Μέσα στον περιτειχισμένο χώρο του μοναστηριού είχαν καταφύγει και πολλοί άμαχοι, αναζητώντας προστασία από τις οθωμανικές δυνάμεις.

Αφού οι επαναστάτες απέρριψαν κάθε πρόταση του εχθρού για υποταγή και παράδοση, το πρωί της 8ης Νοεμβρίου 1866 οι δυνάμεις του Μουσταφά Ναϊλή Πασά, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αριθμούσαν από 15.000 έως 23.000 άνδρες, περικύκλωσαν και πολιορκήσαν τη Μονή Αρκαδίου. Ήταν άρτια εξοπλισμένοι με βαρύ πυροβολικό και είχαν φροντίσει να αποκόψουν κάθε δίοδο προς το μοναστήρι, ώστε κανείς να μην μπορέσει να διαφύγει ή να φέρει βοήθεια.

Απέναντί τους βρίσκονταν 964 ψυχές: περισσότεροι από 600 ήταν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, ενώ μόλις 260 άνδρες διέθεταν όπλα, ανάμεσά τους και 40 μοναχοί. Επικεφαλής της ηρωικής άμυνας ήταν ο ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης και ο φρούραρχος Ιωάννης Δημακόπουλος, εθελοντής από την Πελοπόννησο. Οι πολιορκημένοι αντιστάθηκαν με απαράμιλλο θάρρος, γνωρίζοντας ότι η μάχη ήταν άνιση και το τέλος προδιαγεγραμμένο.

Η πολιορκία συνεχίστηκε μέχρι την επόμενη ημέρα. Ο Μουσταφά Πασάς, αποφασισμένος να συντρίψει κάθε αντίσταση, διέταξε τον υπαρχηγό του, Σουλεϊμάν Πασά, να οργανώσει την τελική επίθεση. Το απόγευμα της 9ης Νοεμβρίου, με τη βοήθεια βαρέος πυροβολικού που είχε μεταφερθεί από το Ρέθυμνο, οι κανονιοβολισμοί γκρέμισαν τη δυτική πύλη και τα οθωμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο μοναστήρι. Οι Κρητικοί, έχοντας εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους, πολεμούσαν πλέον σώμα με σώμα.

Η Μονή μετατράπηκε σε πεδίο σφαγής. Ο ηγούμενος Γαβριήλ σκοτώθηκε μαχόμενος στις επάλξεις, ενώ οι εχθροί προχωρούσαν αμείλικτα από κτίριο σε κτίριο. Τα γυναικόπαιδα, προσπαθώντας να γλιτώσουν την ατίμωση, κατέφυγαν στην πυριτιδαποθήκη. Εκεί, μέσα σε μια ατμόσφαιρα προσευχής και συγκίνησης, πήραν τη μεγάλη απόφαση: να θυσιαστούν για την ελευθερία. Ο Κωστής Γιαμπουδάκης, ή κατά άλλους ο Εμμανουήλ Σκουλάς, έβαλε φωτιά στα βαρέλια με την πυρίτιδα. Η έκρηξη συγκλόνισε το μοναστήρι και σκόρπισε τον θάνατο, γράφοντας την πιο ένδοξη και τραγική σελίδα της Κρητικής Επανάστασης.

Οι νεκροί θάφτηκαν χωρίς μνήματα, ενώ μερικά πτώματα πετάχτηκαν σε γειτονικά φαράγγια. Αργότερα, τα λείψανα συγκεντρώθηκαν και τοποθετήθηκαν στον ανεμόμυλο, ο οποίος μετατράπηκε σε λειψανοθήκη  προς τιμήν των υπερασπιστών του Αρκαδίου.

Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου συγκίνησε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο και επανέφερε τον Αγώνα των Ελλήνων στη διεθνή επικαιρότητα, προκαλώντας κύμα φιλελληνισμού και θαυμασμού για το θάρρος των Κρητών. Η θυσία των πολιορκημένων της Μονής δεν υπήρξε απλώς μια πράξη απελπισίας, αλλά μια συνειδητή επιλογή υπέρ της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.Αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά και εμβληματικά γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης του 1866, διαχρονικό σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας. 

Σήμερα, το Αρκάδι στέκει ως τόπος ιερός και προσκυνηματικός, σύμβολο αντίστασης και μνήμης, που υπενθυμίζει τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος απέναντι στην καταπίεση και εμπνέει τις επόμενες για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Πίνακας Αγνώστου Καλλιτέχνη


 Ντοκουμέντο

Ένας Γάλλος δημοσιογράφος, ανταποκριτής της εφημερίδας "L’Illustration", έστειλε από την Κρήτη τη συγκλονιστική είδηση του Ολοκαυτώματος της Μονής Αρκαδίου, η οποία δημοσιεύτηκε στη Γαλλία στις 5 Ιανουαρίου 1867.

 «Την 7η του περασμένου Νοεμβρίου, ο Μουσταφά πασάς, έφτασε στο Ρέθυμνο με 12.000-15.000 άνδρες και επιτέθηκε στη μονή του Αρκαδίου. Οι επιχειρήσεις του είχαν αποτύχει για δύο ημέρες και δύο νύχτες με αδιάκοπα πυρά, τρεις επιθέσεις και άλλες τόσες προειδοποιήσεις που δεν μπόρεσαν να κλονίσουν τη σταθερότητα των υπερασπιστών του μοναστηριού.

 Ωστόσο ο Τούρκος στρατηγός, με ισχυρά πυροβόλα, κατάφερε να κάνει ρήγμα στο μοναστήρι. Τέσσερα τουρκο–αιγυπτιακά τάγματα εισχώρησαν στη συνέχεια, το ξημέρωμα της 8ης Νοεμβρίου, στην αυλή όπου οι ηρωικοί Κρήτες είχαν εμπλακεί σε σκληρή μάχη για έξι ώρες, όταν μια τρομερή έκρηξη έδωσε τέλος σε αυτό το αιματηρό και ένδοξο δράμα.

Οι εκδοχές διαφέρουν ως προς την ταυτότητα του ανθρώπου που προχώρησε στη μεγαλειώδη πράξη της πυρπόλησης της πυριτιδαποθήκης του μοναστηριού και της εθελοθυσίας τόσων ανθρώπων. Σύμφωνα με ορισμένους, τη φωτιά έβαλε ο ίδιος ο Ηγούμενος Γαβριήλ.

Τα κατά προσέγγιση στοιχεία ανεβάζουν σε 950 τον αριθμό των έγκλειστων ανθρώπων, ηλικιωμένων και γυναικόπαιδων, που είχαν καταφύγει στο μοναστήρι, υπό την προστασία 250 περίπου πολεμιστών. Από αυτόν τον συνολικό αριθμό 1.200 ψυχών, είδαμε μόνο 61 γυναίκες και παιδιά και 35 άντρες, τραυματίες ή ακρωτηριασμένους. 

Μέσα στα ερείπια, η εκκλησία παρέμενε όρθια αφού προηγουμένως είχε βεβηλωθεί και λεηλατηθεί από τους Μουσουλμάνους.Οι κρατούμενοι στάλθηκαν στο Ρέθυμνο: τα γυναικόπαιδα κλεισμένα στην εκκλησία, οι άντρες σε βρώμικα μπουντρούμια και χωρίς επικοινωνία με τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης. Οι τραυματίες δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν…Η υπόθεση των Κρητών είναι μια δίκαιη υπόθεση και αντάξια όλων των συμπαθειών της γαλλικής κυβέρνησης» καταλήγει ο συντάκτης.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις