Η Τραγωδία του Συνταγματάρχη Ρόκκου (1940)


Στις αρχές του Νοεμβρίου του 1940, ο Ελληνικός Στρατός είχε περάσει τα σύνορα.Η προέλαση προς την Αλβανία φαινόταν νικηφόρα· οι Ιταλοί υποχωρούσαν, πολλοί συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι, και στην Ελλάδα ο λαός πανηγύριζε τις νίκες.
Κι όμως…Κάθε νίκη, κάθε επιτυχία έχει και το τίμημά της, έχει και τις απώλειές της και τις μεγάλες δραματικές της στιγμές.
 

Ήταν οι εκατοντάδες τραυματίες και νεκροί του πολέμου, αλλά και οι προσωπικές τραγωδίες ορισμένων ανδρών, που οι σκληρές συνθήκες του πολέμου τούς παγίδευσαν με θανάσιμο τρόπο.

 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Ρόκκος, διοικητής του 23ου Συντάγματος Πεζικού.
Ήταν αξιωματικός με εμπειρία και φήμη για την πειθαρχία και την ευσυνειδησία του. Οι άνδρες του τον σέβονταν, μα τον φοβούνταν κιόλας, γιατί απαιτούσε από όλους, και κυρίως από τον εαυτό του το μέγιστο.

Στις 18 Νοεμβρίου, κοντά στο χωριό Χότσιτσε, το σύνταγμά του βρέθηκε σε δύσκολη θέση.Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, υπό δυνατή βροχόπτωση, απόσπασμα του Συντάγματος ήταν έτοιμο να αναλάβει δράση.Μισή ώρα αργότερα, με νέα διαταγή, αλλάζει η κατεύθυνση της επίθεσης προς το ύψωμα Χόστιτσε.Η αλλαγή αυτή απαιτούσε γρήγορες μετακινήσεις, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Η ομίχλη, η βροχή, το λασπώδες έδαφος και οι χαμηλές θερμοκρασίες αποδιοργάνωσαν τη γραμμή.Οι ασύρματοι σίγησαν· δύο τμήματα ήρθαν σε επαφή με την εχθρική τοποθεσία, αλλά καθηλώθηκαν μπροστά στο ύψωμα, χάνοντας κάθε επικοινωνία με το Σύνταγμα και τη Μεραρχία.
Τα δύο άλλα τμήματα δέχθηκαν αεροπορικά πυρά, πανικοβλήθηκαν και υποχώρησαν άτακτα.

Ο διοικητής του αποσπάσματος αιφνιδιάστηκε και υπέβαλε αναφορά στη Μεραρχία, παρουσιάζοντας την κατάσταση ως απελπιστική.Το γεγονός αυτό οδήγησε τον ίδιο τον Μέραρχο σε λανθασμένες εκτιμήσεις και αποφάσεις, που επηρέασαν δραματικά την εξέλιξη της επιχείρησης.

Η ανώτερη διοίκηση θεώρησε ότι η διάλυση αυτή δεν οφειλόταν στην ομίχλη ή στην κόπωση των ανδρών, αλλά στην ανικανότητα ή πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων του διοικητή.
Ο Ρόκκος  παραπέμφθηκε σε έκτακτο στρατοδικείο που τον δίκασε  την παραμονή των Χριστουγέννων, στις 24 Δεκεμβρίου 1940 σε ένα τζαμί στη Πονταγκαρίε.
Η δίκη ήταν σύντομη.Ο πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη και οι επιτελείς ζητούσαν παραδειγματισμό.Συνήγορος του ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος,στρατιώτης τότε.Το υπερασπίστηκε με σθένος και επιχειρήματα.

Ο Ρόκκος προσπάθησε να εξηγήσει τις συνθήκες: το πάγωμα των ασυρμάτων, τις διαλυμένες μονάδες, το σκοτάδι. Μάταια.
Το στρατοδικείο τον καταδίκασε σε σχετικά χαμηλή ποινή,αντί του προβλεπόμενου θανάτου,σε τρία έτη φυλάκιση για «παράβαση καθήκοντος εν ώρα επιχειρήσεων».

Η απόφαση ανακοινώθηκε μέσα σε σκηνή. Παρόντες λίγοι αξιωματικοί.Εκείνος στάθηκε προσοχή, άκουσε τη φράση του προέδρου του δικαστηρίου και δεν είπε λέξη.Έπειτα ζήτησε να μείνει μόνος.

Το ίδιο βράδυ, μέσα στη σκηνή του, αυτοπυροβολήθηκε με το υπηρεσιακό του πιστόλι.Στο γραφείο του βρέθηκε ένα χαρτί με μία φράση:«Δεν άντεξα να ζω ως ένοχος για κάτι που δεν πρόδωσα».

Ο Κανελλόπουλος περιγράφει τις δραματικές στιγμές:

«Ο Ρόκκος, μετά την απόφαση, τα ’χει χαμένα. Χτυπιέται. Μας λέει σε μια στιγμή πως δεν μπορεί να επιζήσει. Προσπαθώ να τον παρηγορήσω — μάταια.
Ξημερώνουν Χριστούγεννα.Εκεί που ετοιμαζόμαστε να πάρουμε το πρωινό μας ρόφημα, μπαίνει ο υπομοίραρχος Μαρκόπουλος και μας αναγγέλλει ότι ο Συνταγματάρχης Ρόκκος αυτοκτόνησε.
Κάθε κρίση μου περισσεύει…»

Ο θάνατός του συγκλόνισε το στράτευμα. Κανείς δεν μίλησε επίσημα,ο πόλεμος συνεχιζόταν, η υπόθεση ξεχάστηκε σχεδόν εντελώς.Μόνο οι σύντροφοί του ανέφεραν, σε προσωπικές μαρτυρίες, πως ο Ρόκκος έπεσε όχι από φόβο, αλλά από ντροπή.

Ήταν μία από τις σιωπηλές τραγωδίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.Ο Συνταγματάρχης Ρόκκος λύγισε κάτω από το ίδιο το βάρος της τιμής που υπερασπιζόταν.Μια άτυχη στιγμή, μια λανθασμένη εκτίμηση, πίστεψε πως θα τον στιγμάτιζε για όλη του τη ζωή.Η αυτοχειρία του, όμως, ακόμη κι αυτή, αντανακλά το ηρωικό φρόνημα και το αίσθημα καθήκοντος των ανδρών του πολέμου του ’40.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις