Η Εαρινή Επίθεση των Ιταλών-ο αγώνας στο 731,β΄μέρος
Η Εαρινή Επίθεση του Μαρτίου 1941, γνωστή ως «Επιχείρηση Primavera», ήταν η μεγαλύτερη και πιο αποφασιστική προσπάθεια της Ιταλίας να ανατρέψει την ελληνική άμυνα στην Ήπειρο. Με τη συγκέντρωση ισχυρών δυνάμεων πυροβολικού, πεζικού και αεροπορίας, οι Ιταλοί επιδίωξαν μια γρήγορη διάρρηξη του μετώπου.
Οι δύο πρώτες ημέρες υπήρξαν εξαιρετικά σφοδρές. Το ιταλικό πυροβολικό και η αεροπορία εξαπέλυσαν συνεχή και μαζικά πλήγματα, ιδιαίτερα στην περιοχή του υψώματος 731, όπου οι επιθέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Παρά την πίεση και το βάρος των επιχειρήσεων, οι ελληνικές δυνάμεις αντιστάθηκαν σθεναρά, αποκρούοντας τις πρώτες ιταλικές προσπάθειες και αποδεικνύοντας ότι η επίθεση δεν θα έφερνε τα γρήγορα αποτελέσματα που προσδοκούσε η ιταλική ηγεσία.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Τετάρτη 12 Μαρτίου 1941
Τη νύχτα της 11ης προς 12η Μαρτίου οι Ιταλοί αντικατέστησαν την αποδεκατισμένη Μεραρχία «Πούλιε» και τα εξουθενωμένα τάγματα Μελανοχιτώνων με τη Μεραρχία «Μπάρι».Από την ελληνική πλευρά έγινε προσπάθεια να επιδιορθωθούν τα συρματοπλέγματα στο ύψωμα 731 και να διορθωθούν όπως-όπως τα ορύγματα, ώστε να αντέξουν στα νέα κύματα επιθέσεων.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αφού προηγήθηκε για ακόμη μία φορά σφοδρός βομβαρδισμός, οι Ιταλοί εφόρμησαν με δύο τάγματα κατά των υψωμάτων 731 και Μπρέγκου Ράπιτ. Κατάφεραν να πλησιάσουν αρκετά τις ελληνικές θέσεις, κυρίως από τα άκρα, όμως και πάλι η γρανιτένια και υπερφυσική αντίσταση των Ελλήνων τούς ανάγκασε σε υποχώρηση προς το Μονάστερο και το 717.Γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα και αυτή η επίθεση είχε αποτύχει.
Λίγο πριν το ξημέρωμα εξαπολύθηκαν νέες αιφνιδιαστικές επιθέσεις, αυτή τη φορά χωρίς να έχει προηγηθεί βομβαρδισμός, κατά του Μπρέγκου Ράπιτ, και αργότερα προς το Κιάφε Λουζίτ, με σκοπό να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον δρόμο Κλεισούρας–Βερατίου, όπου είχαν υποστεί πανωλεθρία την προηγούμενη μέρα.Η άμεση και στοχευμένη αντίδραση του ελληνικού πυροβολικού δεν επέτρεψε στους αντιπάλους να αναπτυχθούν και τους προκάλεσε βαριές απώλειες. Οι ιταλικές φάλαγγες διαλύθηκαν πριν προλάβουν να φτάσουν στις γραμμές μάχης, ενώ τα ελληνικά πολυβόλα συνέχισαν να θερίζουν όσους επιχειρούσαν να πλησιάσουν.
Στο υπόλοιπο της ημέρας δεν σημειώθηκαν σοβαρές μάχες. Και οι δύο πλευρές βρήκαν τον χρόνο να ξεκουραστούν και να ανασυνταχθούν. Στις ελληνικές θέσεις πραγματοποιήθηκε επιτυχημένη αντικατάσταση δυνάμεων και ανεφοδιασμός σε πολεμικό υλικό, γεγονός που επέτρεψε στους υπερασπιστές του υψώματος να προετοιμαστούν για τις επόμενες επιθέσεις.
Οι ελληνικές απώλειες μέχρι τότε ανέρχονταν σε περίπου 140 νεκρούς και πάνω από 500 τραυματίες, ενώ υπήρχε και μικρός αριθμός αγνοουμένων. Παρ’ όλες τις απώλειες, το ηθικό των στρατιωτών παρέμενε ακλόνητο.Στις τέσσερις αυτές μέρες κανείς δεν εγκατέλειψε τη θέση του,εκτός από μεμονωμένα περιστατικά διαταραχής του νου. Οι Ιταλοί μετρούσαν μεγάλες απώλειες,είχαν καθηλωθεί,διέθεταν ακόμα όμως δυο μεραρχίες που δεν είχαν εμπλακεί και μπορούσαν να επιστρατεύσουν και άλλες δυνάμεις.Κυρίως ο Μουσολίνι βιαζόταν να παρουσιάσει μια επιτυχία πριν την επιβεβαιωμένη πια γερμανική επίθεση από τον βορά.
Μέχρι το σημείο αυτό ο αριθμός των επιθέσεων στο ύψωμα 731 και Μπρέγκου Ραπίτ έφθανε τις 17. Η εικόνα του πεδίου ήταν συγκλονιστική· καμένα δέντρα, κατεστραμμένες θέσεις, και γύρω παντού τα σημάδια του ανηλεούς βομβαρδισμού. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες στρατιώτες, κουρασμένοι μα αποφασισμένοι, συνέχισαν να ενισχύουν τις οχυρώσεις τους, γνωρίζοντας πως η επόμενη ημέρα θα έφερνε νέες, ακόμη σφοδρότερες επιθέσεις.
Πέμπτη 13 Μαρτίου 1941
Η πέμπτη ημέρα της ιταλικής Εαρινής Επίθεσης ξημέρωσε μέσα σε βαριά ομίχλη και σιωπή. Η γη γύρω από το Ύψωμα 731 είχε μετατραπεί σε λάσπη και στάχτη. Οι κορμοί των δέντρων είχαν κοπεί σαν από ξυράφι, οι πέτρες ήταν μαυρισμένες από τις εκρήξεις, και παντού υπήρχαν συντρίμμια,σπασμένα όπλα και κορμιά πεσμένων στρατιωτών.
Οι άνδρες του 2ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος Πεζικού, με διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Κασλά, ετοιμάζονταν για τη νέα μέρα.Ήταν εξαντλημένοι, πολλοί τραυματισμένοι, αλλά κανείς δεν έδειχνε πρόθεση να υποχωρήσει. Ήξεραν πως το 731 ήταν το «κλειδί» της άμυνας: αν έπεφτε, οι Ιταλοί θα άνοιγαν τον δρόμο για την Κλεισούρα και τα Ιωάννινα.
Λίγο μετά το μεσημέρι, στις 13:00, ο ουρανός άρχισε να τρίζει. Περισσότερα από 200 πυροβόλα και όλμοι όλων των διαμετρημάτων, υποστηριζόμενα από δεκάδες ιταλικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη, άνοιξαν πυρ σε όλη τη γραμμή του μετώπου από την Τρεμπεσίνα μέχρι το Μάλι Σπαντάριτ με ιδιαίτερη ένταση στο κεντρικό μέτωπο.
Η γη ανασηκωνόταν σε κύματα, οι εκρήξεις δεν άφηναν τίποτα όρθιο.Ο ίδιος ο Κασλάς έγραψε αργότερα:«Από της 13ης ώρας και επί τρεις σχεδόν ώρας ολόκληρος ο όγκος του εχθρικού πυροβολικού εσφυροκοπούσε το ύψωμα. Η γη εσείετο. Πολλοί άνδρες εκλείσθησαν εις τα χαρακώματα υπό των χωμάτων, άλλοι εκαλύφθησαν υπό πτωμάτων».
Για τρεις ολόκληρες ώρες ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν χωρίς ανάπαυλα. Το ύψωμα είχε χαθεί κάτω από καπνό και σκόνη. Οι Ιταλοί πίστεψαν πως κανείς δεν θα είχε απομείνει ζωντανός.
Περίπου στις 16:00, το πυροβολικό σίγησε. Άνδρες της Μεραρχίας «Μπάρι» επιτέθηκαν κατά του 731 ενώ αυτοί της «Καλιγκάρι» με όμοιο σχηματισμό προσέβαλλαν τα υψώματα του Μπρέγκου Ραπίτ.
Τα πρώτα ιταλικά τμήματα φθάνουν ως τα ελληνικά χαρακώματα.Για μία ακόμη φορά, η ανθεκτικότητα και η υπεράνθρωπη προσπάθεια των αμυνόμενων προβάλλει συγκλονιστικά. Με την ξιφολόγχη στο χέρι και την ιαχή «ΑΕΡΑ!» να αντηχεί πάνω από τα χαλάσματα, οι Έλληνες εφορμούν κατά του εχθρού που σε μια κρίσιμη στιγμή είχε φτάσει κοντά στην κατάληψη του υψώματος και ήταν έτοιμος να στήσει την τρίχρωμη σημαία.
«Ως σκίουροι εξήλθον εκ των σκεπαστρών οι επιζώντες», έγραψε αργότερα ένας στρατιώτης.
«Επεπέσαμεν ως λέοντες. Τα φυσίγγια εξηντλήθησαν και τότε η λόγχη εκυριάρχησεν.»
Το ύψωμα άντεξε, ενώ οι βολές του ελληνικού πυροβολικού «συνόδευαν» τους Ιταλούς προς τις αρχικές τους θέσεις, προσθέτοντας νέες απώλειες.
Σε όλα τα κρίσιμα υψώματα — Μπρέγκου Ράπιτ, 1306 της Τρεμπεσίνας, Κιάφε Λουζίτ — οι επιθέσεις είχαν αναχαιτιστεί.
Ακολούθησε η συνηθισμένη νυχτερινή επίθεση, με στόχο και πάλι το 731 και το Μπρέγκου Ράπιτ. Οι Έλληνες μαχητές, έτοιμοι και αποφασισμένοι, δεν αιφνιδιάστηκαν. Με την υποστήριξη του πυροβολικού, απέκρουσαν και αυτήν την εφόρμηση, προκαλώντας στον εχθρό νέες βαριές απώλειες.
Έτσι τελείωνε η πέμπτη ημέρα της Εαρινής Επίθεσης. Σε όλους τους τομείς του μετώπου, οι Ιταλοί, με συνδυασμένες επιθέσεις πυροβολικού, αεροπορίας και πεζικού, προσπάθησαν να διαρρήξουν την ελληνική άμυνα, χωρίς να καταφέρουν καμία επιτυχία.Η ελληνική γραμμή παρέμενε ακλόνητη και το Ύψωμα 731 εξακολουθούσε να στέκει — σύμβολο αντοχής, θυσίας και νίκης μέσα στην κόλαση του πολέμου.
Έκτη μέρα...14 Μαρτίου 1941
Μετά τις αποτυχίες της ημέρας, οι Ιταλοί επιχείρησαν τη νύχτα να εκμεταλλευτούν το σκοτάδι για να πετύχουν εκεί όπου είχαν αποτύχει στο φως της ημέρας.Ο αντικειμενικός τους σκοπός ήταν να παρακάμψουν το 731 από τα δυτικά και να επιτεθούν στο παρακείμενο ύψωμα Μπρέγκου Ράπιτ, ελπίζοντας ότι έτσι θα προκαλούσαν ρήγμα στην ελληνική άμυνα και θα κυκλώσουν τις ελληνικές θέσεις.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ιταλικός λόχος κινήθηκε μέσα στο σκοτάδι και προσέγγισε την αριστερή πλευρά του Μπρέγκου Ράπιτ.Οι υπερασπιστές τον αντιλήφθηκαν εγκαίρως, την ίδια στιγμή όμως εκδηλώθηκε επίθεση και από τη δεξιά πλευρά. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν να φτάσουν έως την κορυφή· για λίγα λεπτά ο έλεγχος του υψώματος βρέθηκε σε αμφισβήτηση.Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, ενισχύσεις από το ύψωμα 710 και από το Μπούμπεσι έφτασαν ταχύτατα και ανέτρεψαν την κατάσταση.
Οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν με χειροβομβίδες και λόγχες, εκκαθαρίζοντας τις θέσεις τους. Το Μπρέγκου Ράπιτ παρέμεινε σε ελληνικά χέρια και οι εχθροί υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς.
Γύρω στις 10 το πρωί, ενώ οι αντοχές των Ελλήνων είχαν πλέον φτάσει στα όριά τους, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν νέα σφοδρή επίθεση εναντίον του Υψώματος 731.Η λύσσα και η επιμονή των επιτιθέμενων τούς επέτρεψαν, προς στιγμήν, να καταλάβουν μέρος της κορυφής. Οι Ιταλοί, βέβαιοι πως είχαν πετύχει τον στόχο τους, μετέδωσαν στο επιτελείο τους ότι το ύψωμα είχε πέσει.Η αναφορά αυτή δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα, με τους Ιταλούς να έχουν κυκλώσει το ύψωμα από παντού.Το μικρό κατά κάποιο τρόπο εφεδρικό τμήμα με επικεφαλής τον Λοχαγό Κουτρίδη και βοηθό τον ανθυπολοχαγό Χατζηκυριάκο επενέβη δίνοντας δύναμη στην ελληνική άμυνα.Έλληνες και Ιταλοί ενεπλάκησαν σε μια μάχη μάχη μέχρις εσχάτων,την πιο άγρια όλου του πολέμου, όπου όπλα έγιναν οι υποκόπανοι των τουφεκιών,οι ξιφολόγχες,οι πέτρες και οι γροθιές.Η υπέρβαση κάθε ανθρώπινης δύναμης από τη μεριά των Ελλήνων ανέτρεψε την κατάσταση.
Οι Ιταλοί εκδιώχθηκαν αφήνοντας πίσω σωρούς νεκρών. Το ύψωμα 731 παρέμενε ακλόνητο και η γαλανόλευκη σημαία με τον σταυρό κυμάτιζε ακόμη στην κορυφή.Μέχρι το τέλος της ημέρας, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν δύο ακόμη επιθέσεις κατά των υψωμάτων 717 και 731.
Οι συγκρούσεις υπήρξαν σώμα με σώμα, με τον εχθρό να φτάνει κυριολεκτικά ένα βήμα πριν την κατάληψη των ελληνικών θέσεων.Με τη συνδρομή ενισχύσεων που έφτασαν από το Κιάφε Λουζίτ, καθώς και με τη φονική δράση του ελληνικού πυροβολικού, τα υψώματα παρέμειναν ακλόνητα
Από την ελληνική διοίκηση έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για να σταλούν νέες ενισχύσεις και πολεμικό υλικό στην πρώτη γραμμή.
Ημερήσια Διαταγή του Στρατηγού Χαράλαμπου Βραχνού, διοικητή της VIII Μεραρχίας (της περίφημης μεραρχίας των Ιωαννίνων).
«Ἕλληνες στρατιῶται!
Διὰ τῆς παρούσης δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς ἐμψυχώσω, ἀλλὰ νὰ σᾶς συγχαρῶ.
Ἔχετε γράψει σελίδας ἐποποιίας ἀθανάτου.
Ἐμπρός σας ἔχετε στρατόν πολυαριθμότερον,
ἐφοδιασμένον μὲ τὰ μέσα ὅλης τῆς Εὐρώπης.
Ὁ ἀγών σας ὅμως ἔχει καταστήσει τὰ ὅπλα τοῦ ἐχθροῦ ἀνωφελῆ.
Ὁ ἐχθρός προσβάλλει, ἐπιτίθεται καὶ συντρίβεται.
Ἡ Ἑλλάς ὁλόκληρος ἀτενίζει πρὸς ὑμᾶς μὲ ἱερόν
δέος.
Οἱ μάνες σας, οἱ πατέρες σας, οἱ ἀδελφοί σας, οἱ σύζυγοι καὶ τὰ τέκνα σας
δοξάζουν τὰ ὀνόματά σας.
Ἡ Ἑλλάς εἶναι περήφανη διὰ σᾶς.
Συνεχίσατε μὲ τὸ αὐτὸ θάρρος, τὴν ἴδιαν πίστιν, τὴν ἴδιαν ἀντοχήν.
Ὁ Θεὸς καὶ ἡ Πατρίς εἶναι μαζί σας.»
Έβδομη ημέρα της επίθεσης ...15 Μαρτίου 1941
Οι μέρες περνούσαν και τα αποτελέσματα για τους Ιταλούς παρέμεναν μηδαμινά, παρά την έντονη δράση του πυροβολικού και της αεροπορίας τους, καθώς και την υψηλή μαχητικότητα των στρατιωτών τους. Το 731, ένας σχεδόν εξωγήινος όγκος, απογυμνωμένος από κάθε μορφή ζωής εκτός από τους αγκιστρωμένους υπερασπιστές του, στεκόταν απέναντί τους ως ένας στόχος απρόσιτος και ανέφικτος.
Η νέα σύσκεψη του Μουσολίνι με τους στρατηγούς του, παρά το απαισιόδοξο κλίμα που επικρατούσε, είχε μία και μόνο κατάληξη: την αμετάκλητη απαίτηση του ίδιου του Μουσολίνι για την κατάληψη της Κλεισούρας. Και για να γίνει αυτό, έπρεπε πρώτα να καταληφθεί το ύψωμα 731.
Λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε και πάλι ο σφοδρός βομβαρδισμός. Προς το βράδυ, γύρω στις 8, ξεκίνησε η επίθεση με στόχο το ύψωμα 731 από τις βόρειες και νότιες πλαγιές. Οι Ιταλοί επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τον νεκρό χώρο ανάμεσα στα υψώματα 717 και 731, ενώ ένα ισχυρό τμήμα τους από το 717 έβαλλε κατά του 731. Για πολλοστή φορά οι Ιταλοί προσέγγισαν τα ελληνικά χαρακώματα.
Οι Έλληνες πολυβολητές αρχικά εξουδετέρωσαν τις ιταλικές δυνάμεις στο 717, εκτελώντας πυρά κατά του υψώματος. Η απάντηση του ελληνικού πυροβολικού ήταν άμεση. Η επίθεση εκφυλίστηκε γρήγορα, σημάδι ότι οι Ιταλοί είχαν πλέον χάσει την ορμητικότητα και τη δύναμή τους.
Ημερήσια διαταγή του Αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ
Ἕλληνες στρατιῶται,
Ὁ Δικτάτωρ τῆς Ἰταλίας ἐξαπέλυσε ἐναντίον σας ὅλον τὸν στρατὸν του, ἐπικουρούμενον ὑπὸ τῆς ἀεροπορίας καὶ τοῦ πυροβολικοῦ.
Ἡ ἐπιδίωξίς του ἦτο νὰ συντρίψῃ τὰς γραμμὰς ἡμῶν καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν Κλεισούραν.
Ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας ὁ ἐχθρὸς ἐπιτίθεται λυσσωδῶς, ἀλλ’ ἡ ἡρωικὴ ἀντίστασίς σας ἀνέτρεψε πᾶσαν ἐλπίδα του.
Ὁ στρατὸς τοῦ Μουσολίνι ἔσπασεν ἐπὶ τῶν ὁχυρῶν σας ὡς κύμα ἐπὶ βράχου.
Ἡ Ἑλλάς, ἡ Πατρίς, σᾶς παρακολουθεῖ μὲ ἐθνικὴν συγκίνησιν καὶ ὑπερηφάνειαν.
Ἐνῶπιον τοῦ ἡρωισμοῦ σας, ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος σᾶς ἀποδίδει τὴν ὑπέρτατην τιμήν.
Ἑμπρός, λοιπόν, στρατιῶται τῆς Ἑλλάδος!
Ὑπομείνατε ὀλίγον ἔτι. Ἡ νίκη εἶναι βεβαία.
Ἡ Πατρίς σᾶς εὐγνωμονεῖ.
16-18 Μαρτίου 1941
Οι Ιταλοί, βλέποντας ότι δεν μπορούν να καταλάβουν τα υψώματα με τη δράση πυροβολικού και πεζικού, αποφασίζουν να επιστρατεύσουν τα άρματα μάχης.Παρά το γεγονός ότι η χρήση τους στην περιοχή ήταν εξαιρετικά δύσκολη έως και αδύνατη, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και της λάσπης από τους συνεχείς βομβαρδισμούς, η ιταλική διοίκηση ελπίζει πως τα άρματα θα επιφέρουν την πολυπόθητη ρήξη.
Από τα ελληνικά παρατηρητήρια διαπιστώνεται σύντομα ότι το Ιταλικό Μηχανικό έχει αρχίσει εργασίες διάνοιξης δρόμων και πρόχειρων γεφυρώσεων, με σκοπό να προετοιμάσει επίθεση τεθωρακισμένων προς το Ύψωμα 731.
Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς είναι άμεση και ψύχραιμη.
Οι δυνάμεις της I Μεραρχίας αρχίζουν αμέσως να σκάβουν αντιαρματικές τάφρους, να ενισχύουν τα ορύγματα και να τοποθετούν αντιαρματικά εμπόδια στις πιθανές κατευθύνσεις προσέγγισης.
19 Μαρτίου 1941 —Η τελευταία επίθεση με άρματα
Από το πρωί η περιοχή του υψώματος 731 βάλλεται από τα πυρά του ιταλικού πυροβολικού, όπως και οι περιοχές της Τρεμπεσίνας και του Κιάφε Λουζίτ. Ακολουθεί συνδυασμένη επίθεση από τέσσερα ελαφρά άρματα και έναν επίλεκτο λόχο της νεομεταφερθείσας Μεραρχίας «Σιένα».
Το προπορευόμενο άρμα προσέγγισε τις θέσεις των αμυνομένων και άρχισε να βάλλει κατά των ελληνικών πολυβολείων. Ασκώντας μεγάλη πίεση, οι εχθροί κατάφεραν να πατήσουν την κορυφή του υψώματος. Ένας ελληνικός θύλακας αντίστασης, με επικεφαλής τον επιλοχία Ζήκο, συνέχιζε τη λυσσαλέα μάχη. Δραστική αποδείχθηκε η επέμβαση του ανθυπολοχαγού Τζάθα με εφεδρικό τμήμα, που σήμανε αντεπίθεση με χειροβομβίδες και κατόπιν με τη λόγχη. Ταυτόχρονα, επίθεση έγινε και από τμήμα του λοχαγού Λαυρεντίδη.
Το μεγάλο πρόβλημα για τους αμυνομένους ήταν οι βολές του άρματος. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ρούντος, με βαρύ πολυβόλο, έβαλε εναντίον του, ενώ ο Τζάθας με δύο στρατιώτες προσπάθησαν να το εξουδετερώσουν με χειροβομβίδες, σκαρφαλώνοντας επάνω του. Το άρμα τελικά υποχώρησε προς τη νεκρή ζώνη του υψώματος 717.
Ακολούθησαν συμπλοκές σώμα με σώμα, όπου είναι διαπιστωμένο ότι κάποιοι σκοτώθηκαν όχι από όπλα, αλλά από γροθιές. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση ενός Ιταλού αξιωματικού:
«Οι Έλληνες συχνά γελούσαν δυνατά και φώναζαν. Είχαν υπερβεί τον άνθρωπο· δεν ήταν πια άνθρωποι, το πιστεύω αυτό. Ήταν θηρία.»
Από τα υπόλοιπα άρματα, τα δύο διασώθηκαν, ενώ το ένα, υποχωρώντας, κατέπεσε στη χαράδρα Πρόι Μαδ.Ακολούθησε ισχυρός βομβαρδισμός των ελληνικών θέσεων, ως αντίδραση του εχθρού στην αποτυχημένη αυτή επιχείρησή του.
20–21 Μαρτίου 1941
Ο συνηθισμένος βομβαρδισμός συνεχίστηκε, συνοδευόμενος και από επιθέσεις αέρος.Ήταν όμως φανερό ότι βρισκόμασταν ήδη στον εκφυλισμό και την σταδιακή ατονία της επιθετικότητας του εχθρού.Ο Μουσολίνι, στις συσκέψεις του στο ιταλικό στρατηγείο, επισήμανε και πάλι την ανάγκη επίτευξης μιας επιτυχίας που θα ανύψωνε το ηθικό και θα του έδινε το δικαίωμα να διαπραγματευτεί και να επιβάλει τις διεκδικήσεις του, ενόψει της επικείμενης γερμανικής επίθεσης.
Η πραγματική όμως διάθεση του Ιταλού δικτάτορα αποτυπώθηκε στην αποχώρησή του το πρωινό της 21ης Μαρτίου.
«Φεύγω για τη Ρώμη. Αηδίασα από αυτό το περιβάλλον· δεν προχωρήσαμε
ούτε ένα βήμα. Μέχρι τώρα με έχουν εξαπατήσει. Περιφρονώ βαθύτατα όλους
αυτούς τους ανθρώπους», φέρεται να είπε φανερά απογοητευμένος.
Είχε παραμείνει στο μέτωπο για περισσότερο από δέκα ημέρες, κατά τις οποίες είδε τους περίπου 120.000 σιδηρόφρακτους άνδρες του να αδυνατούν να λυγίσουν την αντίσταση των Ελλήνων — οι οποίοι απέδειξαν ότι μπορούν να τα καταφέρνουν εξίσου καλά όχι μόνο στην επίθεση, αλλά και στην άμυνα.
Ουσιαστικά, η εαρινή επίθεση των Ιταλών είχε αποτύχει.
22 Μαρτίου 1941
Το πρωινό αυτής της ημέρας, Ιταλοί στρατιώτες με λευκές σημαίες μπροστά από το ύψωμα 731 ζητούν ανακωχή για να ξεκουραστούν και να θάψουν τους νεκρούς τους.Oλόκληρος ο χώρος επίθεσης ήταν σπαρμένος με πτώματα.Η ελληνική πλευρά αποδέχεται το αίτημα, θέτοντας όμως ως όρο να ισχύσει για όλο το μέτωπο.Οι Ιταλοί αρνούνται· τους ενδιαφέρει μόνο να καλύψουν το μακάβριο θέαμα των πολλών νεκρών γύρω από το αιματοβαμμένο ύψωμα.
Ακολουθούν νέοι βομβαρδισμοί σε όλη τη ζώνη της Ι Μεραρχίας.
Την επόμενη ημέρα οι Ιταλοί περισυνέλεξαν όσους νεκρούς μπορούσαν, κυρίως από την αποτυχημένη επιχείρησή τους.Έχει διαπιστωθεί επίσης ότι κάποια στιγμή τελέστηκε επίσημη ταφή παρουσία υψηλόβαθμων στρατιωτικών, γεγονός που δείχνει ότι μεταξύ των νεκρών υπήρχε και κάποιο σημαντικό στρατιωτικό στέλεχος.
24 Μαρτίου — Η τελευταία μέρα
Τα ξημερώματα, οι εχθροί επιχειρούν δύο τελευταίες επιθέσεις, άτολμες και χωρίς καμία πιθανότητα επιτυχίας.Ξημέρωνε η 25η Μαρτίου, η ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, και οι συμβολισμοί πλημμύριζαν με υπερηφάνεια τις καρδιές των Ελλήνων μαχητών.
Η περίφημη Εαρινή Επίθεση, που αργότερα η ιταλική προπαγάνδα προσπάθησε να παρουσιάσει ως «νίκη», είχε στην πραγματικότητα συντριπτικές απώλειες για τους Ιταλούς — περίπου 12.000 νεκρούς — για μια επιχείρηση που δεν προχώρησε ούτε πέρα από το σημείο από το οποίο ξεκίνησε.
Επρόκειτο για μια επιθετική κίνηση σε στενό μέτωπο, με μεγάλο όγκο δυνάμεων, με στόχο τη διάσπαση της ελληνικής άμυνας και τη διάνοιξη ενός διαδρόμου ώστε να περάσει ο κύριος όγκος του στρατού.Το σημείο, όμως, ήταν απολύτως ευνοϊκό για την ελληνική άμυνα, η οποία έλεγχε τον δρόμο των εφεδρειών και τη μεταφορά του πολεμικού υλικού.
Το γεγονός ότι οι Ιταλοί κατέστρεψαν επικοινωνίες, συρματοπλέγματα και οχυρώσεις δεν στάθηκε ικανό να τους δώσει τη νίκη.Το ελληνικό πυροβολικό,παρά την οικονομία βολών που έκανε, δρούσε συνεχώς και αποτελεσματικά κατά των Ιταλών, οι οποίοι πολλές φορές, ακάλυπτοι και με μεγάλο ηρωισμό, εφορμούσαν στα ελληνικά χαρακώματα.
Απέναντί τους έβρισκαν τους Έλληνες υπερασπιστές, που άμεσα, με την ξιφολόγχη και το επικό σύνθημα «Αέρα!», περνούσαν στην αντεπίθεση.Είναι δεδομένο ότι οι στρατιώτες — ιδίως εκείνοι που υπερασπίστηκαν το ύψωμα 731 — ξεπέρασαν τα ανθρώπινα όρια, μένοντας ακλόνητοι στις θέσεις τους και γράφοντας μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.47 αξιωματικοί και 1196 οπλίτες έπεσαν στο πεδίο της μάχης,πάνω από 4.000 ήταν οι τραυματίες.
Η λέξη «ήρωες» τους αδικεί· είναι λίγη για αυτό που έκαναν, δεν αποδίδει το μέγεθος της αυτοθυσίας που επέδειξαν. Καλύτερα από όλους μπορεί να μας τους περιγράψει ένας Ιταλός στρατιώτης, που αρκετά χρόνια μετά τα πολεμικά γεγονότα φιλοξενήθηκε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του Φρέντι Γερμανού. Εκεί, μεταξύ άλλων, είπε για τους υπερασπιστές του 731:
«Όταν εφορμήσαμε για πρώτη φορά κατά του 731, πίστευα ότι δε θα συναντούσαμε ζωντανό ούτε έναν Έλληνα πάνω στο ύψωμα, τόσο σφοδροί ήταν οι βομβαρδισμοί που προηγήθηκαν. Όμως εκείνοι ήταν εκεί και μας περίμεναν. Συνέχισα να πιστεύω το ίδιο και στις επόμενες επιθέσεις μας, που πάντα εκδηλώνονταν ύστερα από καταιγισμό πυρών του πυροβολικού και της αεροπορίας. Όμως ήταν εκεί πάντα, μας περίμεναν και μας απέκρουαν.
Μετά την τρίτη μέρα των επιθέσεων έπαψα πια να ελπίζω ότι δε θα συναντούσαμε ζωντανούς τους μαχητές του 731. Όλοι σταματήσαμε να ελπίζουμε πως το πυροβολικό και η αεροπορία θα έκαναν τη δουλειά μας αντί για εμάς. Το ηθικό μας ήταν πολύ πεσμένο. Οι Έλληνες μάς περίμεναν όρθιοι, μπροστά στα χαλασμένα χαρακώματά τους, με τις ξιφολόγχες περασμένες στα όπλα τους. Συχνά γελούσαν δυνατά και φώναζαν. Είχαν υπερβεί τον άνθρωπο· δεν ήταν πια άνθρωποι. Ήταν θηρία.»





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου