Καπετάν Βάρδας,από την Κρήτη για τη Μακεδονία
Ο Γεώργιος Τσόντος (Βάρδας) γεννήθηκε στο χωριό Ασκύφου στα Σφακιά της Κρήτης στις 18 Ιανουαρίου 1871. Ο πατέρας του, καπετάν Τσόντος Λάμπης, είχε λάβει μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866–1869, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον γιο του και ουσιαστικά του έδειξε τον δρόμο που θα ακολουθούσε και ο ίδιος.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Μετακομίζοντας στην Αθήνα, ο νεαρός Γεώργιος γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων το 1888 και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός Πυροβολικού το 1893. Μυήθηκε στην Εθνική Εταιρεία και, λίγο πριν από το ξέσπασμα μιας νέας επανάστασης στην Κρήτη, μετέβη μυστικά στο νησί, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις. Αργότερα επανήλθε κανονικά στο στράτευμα.
Ο Μακεδονικός Αγώνας
Η Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ένας τόπος όπου συνυπήρχαν διαφορετικές γλωσσικές, θρησκευτικές και εθνικές ομάδες: Έλληνες, σλαβόφωνοι πληθυσμοί, Βλάχοι, καθώς και πληθυσμοί που βρίσκονταν υπό την επιρροή της βουλγαρικής Εξαρχίας. Η δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων είχε προκαλέσει εκτεταμένη τρομοκράτηση στους πατριαρχικούς πληθυσμούς και αποτελούσε σοβαρή απειλή για την ασφάλεια και τη συνοχή των ελληνικών κοινοτήτων.
Ο ηρωικός θάνατος του Παύλου Μελά τον Οκτώβριο του 1904 αποτέλεσε κομβικό γεγονός, το οποίο ενίσχυσε την απόφαση πολλών Ελλήνων αξιωματικών,ανάμεσά τους και του Γεωργίου Τσόντου, να αναλάβουν ενεργό δράση στη Μακεδονία.
Ο Τσόντος πέρασε την ελληνοτουρκική μεθόριο στις 19 Νοεμβρίου 1904, επικεφαλής σαράντα οπλοφόρων Κρητών. Ύστερα από συνεχείς πορείες μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες έφτασε στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, όπου ανέλαβε τη γενική αρχηγία των ελληνικών σωμάτων της περιοχής. Για συνωμοτικούς λόγους χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Βάρδας», που παραπέμπει στις ισχυρές βυζαντινές οικογένειες Βάρδα Φωκά και Βάρδα Σκληρού. Με αυτό το όνομα επρόκειτο να γίνει ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα.
Η είσοδος του σώματος του Βάρδα στη Μακεδονία υπήρξε δύσκολη. Οι άνδρες του αναγκάστηκαν να κινηθούν μέσα από βουνά, να πορευτούν σε δύσβατα και παγωμένα μονοπάτια και να αποφεύγουν τόσο τα τουρκικά αποσπάσματα όσο και τις ενέδρες των βουλγαρικών κομιτατζήδων. Παρά τις δυσκολίες, κατάφεραν να φτάσουν στην περιοχή της Καστοριάς, όπου σταδιακά διαμορφώθηκε το κέντρο της δράσης του.
Ο Βάρδας επέλεξε ως βασικό χώρο δράσης τα Κορέστεια και τα γύρω χωριά, επειδή η περιοχή διέθετε ισχυρή ελληνική παρουσία και βρισκόταν στον πυρήνα της δράσης των Βούλγαρων. Έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρξει ελληνική αντίδραση στην περιοχή,διαφορετικά ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία κινδύνευε να περάσει υπό βουλγαρικό έλεγχο.
Συνεργάστηκε με Έλληνες προκρίτους, ιερείς και δασκάλους, προσπαθώντας να ενισχύσει το ηθικό των κατοίκων που είχαν υποστεί απειλές και βία από τις βουλγαρικές ομάδες. Η οργανωμένη παρουσία των Κρητών του έδωσε στους χωρικούς αίσθημα ασφάλειας, με αποτέλεσμα να βοηθούν έμπρακτα παρέχοντας τρόφιμα, πληροφορίες και υποστήριξη.Παράλληλα δημιούργησε ασφαλείς βάσεις σε απόκρημνες τοποθεσίες, όπου αποθήκευε όπλα και τρόφιμα και οργάνωνε θέσεις παρατήρησης. Οι βάσεις αυτές επέτρεψαν γρήγορες επιχειρήσεις και ασφαλή υποχώρηση όταν χρειαζόταν.
Συνδέθηκε στενά με τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου, από τα οποία εξασφάλιζε πολύτιμες πληροφορίες και ενισχύσεις. Σύντομα η δράση του έγινε αντιληπτή από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες και σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις. Οι Κρήτες του Βάρδα, έμπειροι στον ανταρτοπόλεμο, πέτυχαν σημαντικές επιτυχίες, ενισχύοντας το ηθικό του ελληνικού πληθυσμού.
Η ίδια η φύση του ανταρτοπόλεμου απαιτούσε σωστή και συνεχόμενη πληροφόρηση, προσεκτική κάλυψη και μεγάλη ταχύτητα στην εκτέλεση των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν συχνά απρόβλεπτες εξελίξεις, καθώς οι συγκρούσεις γίνονταν σε δύσβατα εδάφη και μέσα σε χωριά, γεγονός που οδηγούσε πολλές φορές σε μεγάλη αγριότητα και σκληρότητα από όλες τις πλευρές.Μια σειρά από αποστολές και επιχειρήσεις του Βάρδα ενίσχυσαν αποφασιστικά την ελληνική παρουσία. Στις 2 Μαΐου 1905 η ομάδα του κύκλωσε το χωριό Λάγινε στη Φλώρινα και εξουδετέρωσε έξι Εξαρχικούς. Στις 12 Ιουνίου εισήλθε στον Άγιο Παντελεήμονα Φλώρινας και σκότωσε πέντε Εξαρχικούς. Τον Σεπτέμβριο του 1905 έδρασε μαζί με τον Γεώργιο Γύπαρη στην περιοχή των Πρεσπών, διαλύοντας εξαρχειακές ομάδες. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1905 εισήλθε αιφνιδιαστικά στο χωριό Άλωνα, σκότωσε τον εξαρχειακό ιερέα και έκαψε δημόσια τα βουλγαρικά βιβλία προπαγάνδας.
Σε ορισμένες επιχειρήσεις υπήρξαν και απώλειες μεταξύ των Ελλήνων. Ο ίδιος ο Βάρδας, στο ημερολόγιό του, κατέγραφε τις ενοχές του για τα τραγικά περιστατικά, όπως στην επίθεση στη Ζαγορίτσανη (25 Μαρτίου 1905), όπου σκοτώθηκαν όχι μόνο Εξαρχικοί, αλλά και Πατριαρχικοί και άμαχοι, επειδή τα πυρά ανταλλάσσονταν μέσα στους δρόμους του χωριού.
Παρά τα γεγονότα αυτά, οι επιτυχίες των ελληνικών σωμάτων ανύψωσαν το ηθικό του ελληνικού πληθυσμού και αποδυνάμωσαν σημαντικά τους κομιτατζήδες. Η δράση του Βάρδα προσέλκυσε πολλούς Μακεδόνες εθελοντές, πράγμα πολύτιμο για τα ελληνικά σώματα που αντιμετώπιζαν συχνές απώλειες.Οι Τούρκοι προσπάθησαν να τον εξουδετερώσουν. Τον Απρίλιο του 1905 ο Τσόντος, επικεφαλής 120 ανδρών, συγκρούστηκε με έναν τουρκικό λόχο και τον αποδεκάτισε, προκαλώντας 32 νεκρούς και 17 τραυματίες, σχεδόν χωρίς απώλειες από τη δική του πλευρά.
Το 1907 επιτέθηκε στα χωριά Μπαρεσάνη και Καλλινίκη, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους χτύπησε το χωριό Όστιμα, σκοτώνοντας εννέα κομιτατζήδες. Ακολούθησαν βουλγαρικά αντίποινα, με καταστροφή δύο ελληνικών χωριών και δολοφονία 22 Ελλήνων.
Ο Τσόντος-Βάρδας απέκτησε μεγάλη φήμη στη Μακεδονία, καθώς και υψηλό κύρος ανάμεσα στους συναγωνιστές του. Η γενικότερη προσφορά του υπήρξε ανεκτίμητη. Ήταν ο πρώτος σημαντικός Έλληνας οπλαρχηγός που ανέλαβε δράση μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά και η τιμιότητα και η ευθυκρισία του του χάρισαν την απόλυτη εμπιστοσύνη των πατριαρχικών πληθυσμών. Η δράση του στη Μακεδονία καθόρισε τόσο βαθιά την πορεία της ζωής του, ώστε ο ίδιος συνέχισε να χρησιμοποιεί το όνομα «Βάρδας» και μετά το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα.
Οι ευθύνες του αρχηγού
Ως αρχηγός έπρεπε να επιλέξει τα μέλη της ομάδας του ώστε να έχουν μια ομοιογένεια ως προς την καταγωγή· για αυτό και προτιμούσε Κρητικούς. Φρόντιζε για την τροφοδοσία με τρόφιμα προσέχοντας να μην επιβαρύνει τους τοπικούς πληθυσμούς, να διαχειρίζεται πόρους και χρήματα μοιράζοντάς τα σωστά. Όσον αφορά τα χρήματα που είχε, με αυτά στόχευε να δωροδοκήσει Τούρκους, αλλά και όσους πίστευε ότι θα του έδιναν πληροφορίες.
Έπρεπε να έχει στρέψει την προσοχή του στο να διατηρηθούν οι άνδρες σε καλή σωματική και ψυχική κατάσταση, κάτι που ήταν δύσκολο λόγω των σκληρών συνθηκών διαβίωσης αλλά και της αγριότητας του πολέμου. Συχνά υπήρχαν καυγάδες και έριδες μεταξύ των μελών της ομάδας, γεγονός που απαιτούσε να είναι ιδιαίτερα αυστηρός και σκληρός απέναντι στους άνδρες του, ώστε να διατηρεί την πειθαρχία, τις ισορροπίες, αλλά και να μην παρεκκλίνουν από τον στόχο που είχαν θέσει ερχόμενοι στη Μακεδονία.
Ο ίδιος, ως άνθρωπος, ήταν αποφασιστικός, τολμηρός και οξύθυμος, χαρακτηριστικά που τον έφεραν σε αντίθεση με την οργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου. Το σημείο διαφωνίας τους ήταν ποιος είχε τον τελευταίο λόγο για τη λήψη αποφάσεων όσον αφορά τις κινήσεις και τις ενέργειες των ενόπλων σωμάτων. Ο Βάρδας, μέσα στο πεδίο δράσης, πίστευε ότι έπρεπε να παίρνει ο ίδιος τις αποφάσεις και το Κομιτάτο να έχει συμβουλευτικό ρόλο. Η μεταξύ τους συνεργασία απαιτούσε συμβιβασμούς και από τις δύο πλευρές.
Εθνικός Διχασμός-Στο πλευρό του βασιλιά
Ο Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας κατά τον Εθνικό Διχασμό τάχθηκε ανοιχτά με τη βασιλική – αντιβενιζελική παράταξη. Στο πλαίσιο της δημιουργίας της Ουδέτερης Ζώνης υπό γαλλική κατοχή, η κυβέρνηση των Αθηνών οργάνωσε μυστικά αντιβενιζελικές ανταρτικές ομάδες με γερμανική χρηματοδότηση, με σκοπό την παρενόχληση των γαλλικών δυνάμεων και των βενιζελικών συνεργατών τους. Την οργάνωση αυτών των σωμάτων ανέλαβε ο Τσόντος, αξιοποιώντας την εμπειρία του στον ανταρτοπόλεμο,έχοντας κατά νου να υπάρξει προστασία του ντόπιου πληθυσμου και να μην μετατραπεί η δράση τους σε ληστείες και προσβλητικές πράξεις. Η δράση των ομάδων τελικά ξέφυγε από τον αρχικό σκοπό της και προκάλεσε σκληρά γαλλικά αντίποινα, τα οποία συνοδεύτηκαν από εκτελέσεις, πυρπολήσεις και συλλήψεις αντιβενιζελικών.
Με την προέλαση των γαλλικών δυνάμεων προς Νότο το 1917, το κράτος των Αθηνών κατέρρευσε ουσιαστικά και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Ο Τσόντος επρόκειτο να εξοριστεί στην Κορσική μαζί με άλλες αντιβενιζελικές προσωπικότητες, αλλά, φοβούμενος ότι θα διωχθεί ειδικά για τη δράση του στην Ουδέτερη Ζώνη, προτίμησε να φυγοδικήσει. Ακολούθησε μια επίπονη τριμηνιαία περιπλάνηση στα Άγραφα και την Ευρυτανία, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, με ελάχιστη τροφή, διαρκή κίνδυνο σύλληψης και έντονη σωματική και ψυχική καταπόνηση. Τελικά κατέληξε κρυμμένος στο Παλαιόκαστρο Φθιώτιδας, σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του βενιζελικού Κώστα Σιάννου, όπου έζησε για σχεδόν τριάμισι χρόνια σε απόλυτη σχεδόν απομόνωση.
Κατά τη διάρκεια αυτής της απομόνωσης, ο Τσόντος βίωσε μια πολύ δύσκολη καθημερινότητα με ανύπαρκτη επικοινωνία και με πολλές στερήσεις. Τον χρόνο του γέμιζε με διάβασμα και με την τήρηση ενός λεπτομερούς ημερολογίου. Η σωματική αλλά και η ψυχική του υγεία επηρεάστηκαν αρνητικά Μέσα από αυτή την εμπειρία, το μίσος του για τον Βενιζέλο και τους βενιζελικούς ριζώνει βαθιά και διαπερνά το ημερολόγιό του, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ένταξή του στο πιο αδιάλλακτο τμήμα του αντιβενιζελισμού. Η επικήρυξή του ως «ληστή» το 1918 ενέτεινε την αγωνία του για την τύχη του, μέχρι τη σταδιακή αμνήστευσή του το 1920 και την επανεμφάνισή του στη δημόσια ζωή.
Μετά την πολιτική ανατροπή του 1920, ο Τσόντος επέστρεψε στον στρατό, προήχθη και ανέλαβε τη διοίκηση της Σχολής Ευελπίδων, ενώ σύντομα τοποθετήθηκε φρούραρχος Αθηνών Κατά το κίνημα Πλαστήρα–Γονατά το 1922 προσπάθησε να οργανώσει άμυνα υπέρ της μοναρχίας, όμως τελικά συνελήφθη, δικάστηκε, αθωώθηκε μεν, αλλά αποστρατεύτηκε στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων των αντιβενιζελικών αξιωματικών.
Στον Μεσοπόλεμο συνέχισε την πολιτική του δράση ως ένθερμος βασιλόφρων και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, εκλεγόμενος βουλευτής σε Φλώρινα και Καστοριά,όπου ήταν δημοφιλής λόγω της δράσης του στον Μακεδονικό Αγώνα και υποστηρίζοντας ανοιχτά την Παλινόρθωση της βασιλείας. Στάθηκε στην πρώτη γραμμή των αντιβενιζελικών που εργάστηκαν για την επαναφορά του θρόνου, συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση του 1935 και στήριξε το πραξικόπημα που οδήγησε στην επιστροφή της βασιλείας· τότε αποκαταστάθηκαν και οι στρατιωτικοί του βαθμοί και αποστρατεύτηκε ως αντιστράτηγος.Κατά την Κατοχή αρχικά στήριξε την κυβέρνηση Τσολάκογλου,αλλά γρήγορα αποστασιοποιήθηκε όταν διαπίστωσε την αποκήρυξη του βασιλιά και τη σκληρότητα της γερμανικής κατοχής.
Καταπονημένος από τις στερήσεις και την ηλικία, φρόντισε να διασώσει το αρχείο και τη μαρτυρία του μέσω συνεργάτη αξιωματικού και πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 1942, σε ηλικία 71 ετών.
Ο καπετάν Βάρδας του Μακεδονικού Αγώνα, μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, πρόσφερε σπουδαίο έργο για να παραμείνει ελληνική η Μακεδονία. Στις σκληρές στιγμές του Εθνικού Διχασμού επέλεξε να ταχθεί ανοιχτά με τον βασιλιά και να αναλάβει δράση που του στοίχισε προσωπικά. Ως πολιτικός έμεινε πιστός στις ιδέες του, προσπαθώντας να υπηρετήσει το καλό του τόπου, όπως ο ίδιος το αντιλαμβανόταν. Άφησε έτσι πίσω του μια διαδρομή όπου η στρατιωτική δράση, η προσωπική δοκιμασία και η έντονη πολιτική στράτευση συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ του.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου