Η ΚΝΩΣΟΣ μέσα στο πέρασμα του χρόνου
Η μελέτη του Μινωικού Πολιτισμού με επίκεντρο την Κνωσό δεν νοείται αν δε γίνει μέσα από τη διαχρονική εξέλιξη του πολιτισμού σε ολόκληρη την Κρήτη, από τη Νεολιθική Εποχή μέχρι και τα Μεταμινωικά χρόνια. Πρέπει να σημειωθεί πως η Νεολιθική Εποχή είναι το παλαιότερο γνωστό όριο για την ιστορία του νησιού, αφού μέχρι στιγμής δεν έχουν εντοπιστεί ίχνη κατοίκησης της Μεσολιθικής ή της Παλαιολιθικής περιόδου.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η Μινωική Εποχή συνδέεται άμεσα με την εισαγωγή των μετάλλων, που έφεραν μια πραγματική κοινωνική και πολιτιστική επανάσταση στην Ελλάδα και ειδικά στην Κρήτη. Τότε γεννιέται ο πρώτος οργανωμένος πολιτισμός του νησιού, με οικιστικά κέντρα, ανάκτορα, οικονομική δραστηριότητα, και ανεπτυγμένη τέχνη, η οποία αποτυπώνεται σε τοιχογραφίες, κεραμικά, σφραγίδες και κοσμήματα.
Η ιστορική εξέλιξη της Κνωσού και του Μινωικού πολιτισμού χωρίζεται σε πέντε βασικές περιόδους, οι οποίες καθορίζονται από την ίδρυση, τις καταστροφές και τις επανιδρύσεις των ανακτόρων, μέχρι το οριστικό τέλος του πολιτισμού:
Προανακτορική περίοδος (περ. 3000–2000 π.Χ.)
Η Προανακτορική περίοδος σηματοδοτεί την απαρχή της οργανωμένης ζωής στην Κρήτη και θεωρείται η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο Μινωικός Πολιτισμός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εμφανίζονται οι πρώτοι μόνιμοι οικισμοί, με σημαντικότερους αυτούς της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων. Οι κάτοικοι εγκαθίστανται σε περιοχές με εύφορα εδάφη και καλή γεωγραφική θέση, καλλιεργούν τη γη και αναπτύσσουν σταδιακά μορφές κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης.
Η γεωργία αποτελεί τη βασική ασχολία, με καλλιέργειες όπως το σιτάρι, τα όσπρια, το αμπέλι και η ελιά. Παράλληλα, η κτηνοτροφία, η αλιεία και η συλλογή άγριων καρπών συμπληρώνουν την οικονομική δραστηριότητα.
Σημαντική πρόοδος σημειώνεται στον τομέα της μεταλλουργίας, κυρίως με την εισαγωγή και χρήση του χαλκού. Ο πρωτόγονος εργαλειακός εξοπλισμός εμπλουτίζεται με νέα εργαλεία από χαλκό. Νέες τέχνες κάνουν την εμφάνισή τους, όπως η μεταλλουργία, η αργυροχρυσοχοΐα και η σφραγιδογλυφία, οι οποίες αξιοποιούν πολύτιμες ύλες που εισάγονται από το Αιγαίο και την Ανατολή. Η αρχιτεκτονική και η αγγειοπλαστική φτάνουν σε υψηλό βαθμό ανάπτυξης. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν και εμπορεύονται, ενώ στην Κρήτη εισάγονται πολύτιμα υλικά όπως οψιανός, χαλκός, χρυσός και άργυρος, που είναι σπάνια στο νησί.
Η Κνωσός έχει την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στους οικισμούς του νησιού. Είναι ο μεγαλύτερος οικισμός, με έκταση περίπου 50 στρεμμάτων. Ίχνη του πρώτου οικισμού έχουν εντοπιστεί σε αρκετά σημεία κάτω από το μεταγενέστερο ανάκτορο. Μικρότερος αλλά σημαντικός είναι ο οικισμός της Φαιστού, ενώ διάσπαρτοι αναπτύσσονται και άλλοι οικισμοί σε όλη την Κρήτη.
Προς το τέλος της περιόδου, ενώ οι παράλληλοι πολιτισμοί του Αιγαίου και της Ανατολής δέχονται επιθέσεις από ινδοευρωπαϊκά φύλα, η Κρήτη ενδυναμώνει τη θέση της και ισχυροποιείται με την εμφάνιση μιας άρχουσας κοινωνικής τάξης, προετοιμάζοντας το άμεσο μέλλον, το οποίο θα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό.
Στο κοινωνικό πεδίο αρχίζουν να διαφαίνονται οι πρώτες μορφές ιεραρχίας και εξουσίας. Η εμφάνιση πλουσιότερων ταφών με κτερίσματα όπως κοσμήματα, αγγεία ή εργαλεία, υποδηλώνει κοινωνικές διαφορές και την ανάδειξη τοπικών ηγετών ή εύπορων οικογενειών. Οι ταφές οργανώνονται σε θολωτούς ή ομαδικούς τάφους, με ενδείξεις τελετουργικών πρακτικών και πίστης στη μεταθανάτια ζωή.
Η Προανακτορική Περίοδος αποτελεί την απαρχή του μινωικού κόσμου. Κατά την εποχή αυτή, η Κρήτη περνά από απλές αγροτικές κοινωνίες σε πιο σύνθετες μορφές οργάνωσης και παραγωγής, με σταθερά βήματα προς την ίδρυση των πρώτων ανακτόρων, που θα ακολουθήσει στην Παλαιοανακτορική Περίοδο.
Παλαιοανακτορική Εποχή (2000–1750 π.Χ.)
Η Παλαιοανακτορική Εποχή είναι η περίοδος κατά την οποία χτίζονται τα πρώτα μινωικά ανάκτορα, έργα μιας ηγετικής τάξης που είχε εδραιωθεί χάρη στη συσσώρευση πλούτου από τα προηγούμενα χρόνια. Αν και τα ίχνη αυτών των πρώτων ανακτόρων δεν σώζονται σήμερα, επειδή στη θέση τους ανεγέρθηκαν τα μεταγενέστερα, φαίνεται πως δεν υστερούσαν σε μεγαλοπρέπεια και πολυτέλεια σε σύγκριση με εκείνα.
Τα ανάκτορα της εποχής οργανώνονταν γύρω από μία μεγάλη κεντρική αυλή, ενώ οι υπόλοιπες κατασκευές διατάσσονταν περιμετρικά.Τα κύρια αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά περιλάμβαναν μεγάλες και πολυάριθμες σκάλες, στοές με κίονες και πεσσούς, φωταγωγούς και υπόγειους χώρους (κρύπτες), που αποδεικνύουν την υψηλή τεχνική και αισθητική της εποχής.
Το ανάκτορο λειτουργούσε ως κέντρο της δημόσιας ζωής, της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, αλλά και της εμπορικής δραστηριότητας. Η ανάγκη για οργάνωση και καταγραφή των εμπορικών και διοικητικών πράξεων οδήγησε στην ανάπτυξη πρώιμων συστημάτων γραφής, όπως τα Κρητικά Ιερογλυφικά και η Γραμμική Α',που ωστόσο, δεν έχουν ακόμα αποκρυπτογραφηθεί.
Στα ανάκτορα στεγάζονταν επίσης εργαστήρια διαφόρων τεχνών. Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στην αγγειοπλαστική, που ήταν στενά συνδεδεμένη με την αποθήκευση και μεταφορά προϊόντων. Παράλληλα, βελτιώνονται οι υποδομές με τη δημιουργία εσωτερικών δρόμων, ενώ επεκτείνεται η ναυσιπλοΐα και οργανώνονται θαλάσσια ταξίδια ολοένα και πιο μακριά.
Γύρω στο 1700 π.Χ., όλα τα μεγάλα ανάκτορα της Παλαιοανακτορικής Περιόδου καταστρέφονται ξαφνικά. Οι ακριβείς αιτίες παραμένουν άγνωστες, αλλά εικάζεται ότι οφείλονται σε σεισμούς, φυσικές καταστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η καταστροφή αυτή σηματοδοτεί το τέλος της Παλαιοανακτορικής Περιόδου και την αρχή της Νεοανακτορικής, η οποία αποτελεί και την ακμή του Μινωικού πολιτισμού.
Νεοανακτορική Εποχή (1750–1490 π.Χ.)
Η Νεοανακτορική Εποχή αποτελεί τη λαμπρότερη φάση του Μινωικού πολιτισμού, σηματοδοτώντας την αναγέννηση και την ακμή του μετά την καταστροφή των παλαιών ανακτόρων γύρω στο 1700 π.Χ.
Στη θέση των κατεστραμμένων κτιρίων στην Κνωσό, τα Μάλια και τη Φαιστό, οικοδομούνται νέα ανάκτορα, μεγαλύτερα, ψηλότερα και πιο περίτεχνα. Πολλά ενσωματώνουν τμήματα των παλαιότερων δομών, ενώ προστίθενται νέες κατασκευές με σύνθετα και ανανεωμένα αρχιτεκτονικά σχέδια. Παράλληλα, ιδρύονται μικρότερα ανακτορικά κέντρα σε νέες περιοχές, όπως η Ζάκρος, οι Αρχάνες και η Κυδωνία, γεγονός που δείχνει τη γεωγραφική εξάπλωση και ισχύ του μινωικού κόσμου.
Το ανάκτορο της Κνωσού ξεχωρίζει ως το σημαντικότερο, ωστόσο και άλλες πόλεις παρουσιάζουν ανακτορικές υποδομές και ενδείξεις πλούτου. Η χρήση του γυψόλιθου, ενός λευκού και λαμπερού πετρώματος, προσδίδει πολυτέλεια στους εσωτερικούς χώρους των ανακτόρων. Οι τοίχοι διακοσμούνται με εντυπωσιακές τοιχογραφίες, που απεικονίζουν σκηνές από τη φύση, τη θάλασσα, τη θρησκεία, την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία. Όλες οι μορφές τέχνης φτάνουν σε υψηλό επίπεδο, με επίκεντρο τα εργαστήρια της Κνωσού.
Η θρησκεία αποκτά συστηματική μορφή και η λατρεία πραγματοποιείται σε ειδικά διαμορφωμένα ιερά κέντρα μέσα στα ανάκτορα. Θρησκευτικά σύμβολα, όπως τα κέρατα καθοσιώσεως, ο διπλός πέλεκυς (λάβρυς) και άλλα ιερά εικονίδια, κοσμούν τις κατασκευές και εκφράζουν την έντονη θρησκευτική ταυτότητα της εποχής.
Η οικονομία βασίζεται στην αγροτική παραγωγή, την κεραμική, τη μεταλλουργία και το εκτεταμένο εμπόριο με περιοχές όπως οι Κυκλάδες, η Αίγυπτος, η Κύπρος, τα παράλια της Μικράς Ασίας και η ηπειρωτική Ελλάδα. Οι πολλές πινακίδες Γραμμικής Α δείχνουν την ύπαρξη ενός εξελιγμένου διοικητικού και επικοινωνιακού συστήματος.
Στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα π.Χ., μια νέα μεγάλη καταστροφή μετατρέπει και πάλι τα ανάκτορα και τους οικισμούς σε ερείπια. Η παλαιότερη θεωρία που αποδίδει την καταστροφή στην έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης έχει πλέον αμφισβητηθεί, καθώς η σύγχρονη έρευνα τοποθετεί την έκρηξη γύρω στο 1620 π.Χ., δηλαδή πολύ πριν από την καταστροφή στην Κρήτη. Σεισμοί, φωτιές ή ακόμα και εσωτερικές συγκρούσεις θεωρούνται πιο πιθανές αιτίες.
Μετά την καταστροφή, μόνο η Κνωσός παραμένει ενεργή, υπό μυκηναϊκή διοίκηση, σηματοδοτώντας το τέλος της Μινωικής κυριαρχίας και τη μετάβαση στην επόμενη εποχή με επιρροή από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η Τρίτη Ανακτορική («Κρητομυκηναϊκή») Εποχή (1490–1370 π.Χ.)
Παρά την καταστροφή των μινωικών ανακτόρων γύρω στο 1490 π.Χ., το ανάκτορο της Κνωσού επισκευάζεται και συνεχίζει να λειτουργεί, με σημαντικές μετατροπές που φανερώνουν αλλαγές στην εξουσία και στη διοικητική οργάνωση. Ο Βρετανός αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς, που ανέσκαψε την Κνωσό, αποκάλεσε αυτή την περίοδο «Κρητομυκηναϊκή», καθώς παρατήρησε έντονα στοιχεία εκμυκηναϊσμού της Κρήτης. Πιθανότατα, η Κρήτη είχε πλέον κατακτηθεί ή ελεγχόταν από έναν Μυκηναίο ηγεμόνα, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Κνωσό.
Η επιρροή της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι πλέον εμφανής. Υιοθετούνται νέα ταφικά έθιμα, όπως η ταφή πολεμιστών μαζί με τα όπλα τους,πρακτική ξένη προς τις παλαιότερες μινωικές παραδόσεις. Κατά την περίοδο αυτή δημιουργείται η περίφημη Αίθουσα του Θρόνου, που σώζεται μέχρι σήμερα, καθώς και η τελική μορφή του Ιερού των Διπλών Πελέκεων, με σαφείς συμβολισμούς εξουσίας και τελετουργίας.
Η τέχνη αλλάζει αισθητά. Οι φυσιοκρατικές μορφές της μινωικής τέχνης αντικαθίστανται από πιο τυποποιημένες και άκαμπτες παραστάσεις, με έντονα πολεμικά και ηγεμονικά χαρακτηριστικά, αντανακλώντας το μυκηναϊκό ιδεώδες του πολεμιστή-άρχοντα.
Οι ηγεμόνες της εποχής υιοθετούν μυκηναϊκά πρότυπα στη διοίκηση και στον τρόπο ζωής, ενδεχομένως ελέγχοντας ολόκληρη την Κρήτη. Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση αυτής της περιόδου παίζει η Γραμμική Β, ένα συλλαβικό σύστημα γραφής μυκηναϊκής προέλευσης, που αντικαθιστά τη μινωική Γραμμική Α. Η Γραμμική Β χρησιμοποιείται κυρίως για την καταγραφή του ανακτορικού πλούτου και της διοίκησης.
Συνεχίζεται η πρακτική του εμπορίου και της διαχείρισης κοπαδιών, κυρίως για την παραγωγή μαλλιού και την κατασκευή των περίφημων μινωικών υφαντών. Εκτρέφονται διάφορα είδη ζώων και παράγονται προϊόντα όπως λάδι, κρασί, βότανα και ξυλεία, με τα πλεονάσματα να εξάγονται στο εξωτερικό.
Η ναυσιπλοΐα παραμένει ανεπτυγμένη, με την κατασκευή νεωρίων. Ωστόσο, προς το τέλος της περιόδου παρατηρείται κάμψη στη ναυτική ισχύ της Κρήτης και παράλληλη άνοδος της μυκηναϊκής δύναμης. Ακόμα και στον τομέα της θρησκείας παρατηρούνται επιρροές από τον μυκηναϊκό κόσμο.
Οι πινακίδες της Γραμμικής Β μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για:τη διοικητική οργάνωση,τη θρησκεία και τα ιερά πρόσωπα,τις οικονομικές συναλλαγές,τη γλώσσα, που αποτελεί πρώιμη μορφή της αρχαίας ελληνικής.
Κατά την Κρητομυκηναϊκή περίοδο, η Κνωσός λειτουργεί ως διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο όχι μόνο της Κρήτης, αλλά και ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στη Μυκηναϊκή Ελλάδα και τις ανατολικές επαφές του Αιγαίου. Το ανάκτορο διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο εμπόριο, τη γραφειοκρατία και τη θρησκευτική ζωή.
Ωστόσο, γύρω στο 1370 π.Χ., το ανάκτορο της Κνωσού καταστρέφεται οριστικά και εγκαταλείπεται. Πιθανές αιτίες θεωρούνται ένας μεγάλος σεισμός, πυρκαγιά ή μια εξέγερση των Κρητών με σκοπό την εκδίωξη των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάκτορο δεν ξαναχτίζεται. Η οριστική αυτή πτώση σηματοδοτεί το τέλος της μινωικής παρουσίας σε ηγετικό ρόλο και την πλήρη ενσωμάτωση της Κρήτης στον μυκηναϊκό κόσμο.
Μετανακτορική Περίοδος (1370–1100 π.Χ.)
Μετά την καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού, απουσιάζει πλέον μια κεντρική διοίκηση στην Κρήτη.Οι υπόλοιπες πόλεις αποκτούν σχετική αυτονομία, αν και παραμένουν υπό τον γενικό έλεγχο της μυκηναϊκής εξουσίας.Η πιο ακμάζουσα περιοχή της εποχής αυτής είναι η Κυδωνία, η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με τα μυκηναϊκά κέντρα της Βοιωτίας και της Αργολίδας. Ο σημαντικότερος ηγεμόνας της περιόδου θεωρείται ο Ιδομενέας, απόγονος του Μίνωα, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση εκπροσώπησε την Κρήτη στον Τρωικό Πόλεμο.
Παρά τη φάση παρακμής που διανύει ο μινωικός κόσμος, τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού διατηρούνται. Αυτή η πολιτισμική συνέχεια θα παραμείνει εμφανής και στους επόμενους αιώνες, παρά την εισροή ξένων φύλων και κατακτητών.
Στη μετανακτορική Κνωσό, το άλλοτε λαμπρό ανάκτορο έχει πλέον μετατραπεί σε έναν απέραντο ερειπιώνα, ο οποίος παραμένει εγκαταλελειμμένος για πολλά χρόνια. Ο ταύρος, που δεσπόζει στην τοιχογραφία του βόρειου προμαχώνα, αποτελεί το μοναδικό σύμβολο που κρατά ζωντανή τη μνήμη του μινωικού μεγαλείου. Αυτή η εικόνα θα αποτελέσει τη βάση για τον μεταγενέστερο μύθο του Μινώταυρου,ένας μύθος που θα εμπνεύσει την αναζήτηση του χαμένου ανακτόρου της Κνωσού.
Μεταμινωική Κρήτη
Το οριστικό τέλος του Μινωικού Πολιτισμού συμπίπτει με τη λήξη της Εποχής του Χαλκού και τη μετάβαση στην Εποχή του Σιδήρου (περ. 1100 π.Χ.). Στην Κρήτη καταγράφεται μια σύντομη περίοδος που ονομάζεται Υπομινωική, κατά την οποία ορισμένοι απομονωμένοι ορεινοί οικισμοί διατηρούν για αιώνες πολιτισμικά στοιχεία της μινωικής παράδοσης. Αντίθετα, το υπόλοιπο νησί υφίσταται έντονες μεταβολές, κυρίως λόγω της συνεχούς εισροής ελληνικών φύλων, πιθανότατα των Δωριέων.
Κατά τη Γεωμετρική Εποχή, η Κνωσός εξακολουθεί να κατοικείται και παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης και ανάπτυξης. Ένα από τα σημαντικότερα ιερά της περιοχής ήταν ο ναός της Δήμητρας, δείγμα της συνέχισης της θρησκευτικής δραστηριότητας και της πολιτιστικής παράδοσης.
Η Κνωσός παραμένει ενεργή και κατά τα Κλασικά και Ελληνιστικά Χρόνια, λειτουργώντας ως μία από τις ισχυρές πόλεις-κράτη της Κρήτης. Η πόλη συμμετέχει τόσο σε πολέμους όσο και σε συμμαχίες με γειτονικές πόλεις όπως η Λύκτος, η Κυδωνία και η Γόρτυνα, με τις οποίες άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνάπτει ειρήνη.
Κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή, η Κνωσός χάνει την πρωτοκαθεδρία της, καθώς το πολιτικό και διοικητικό κέντρο της Κρήτης μεταφέρεται στη Γόρτυνα, όπου ανεγείρονται εντυπωσιακά δημόσια οικοδομήματα, διοικητικά κέντρα και ρωμαϊκά μνημεία.
Η κατοίκηση στην περιοχή γύρω από την Κνωσό συνεχίζεται κατά τα Βυζαντινά Χρόνια και την περίοδο της Αραβοκρατίας, αν και χωρίς ιδιαίτερη ακμή. Στην Τουρκοκρατία, η Κνωσός έχει πια μετατραπεί σε ένα σχεδόν άσημο χωριό, παραμένοντας στη σκιά της ιστορικής της δόξας μέχρι τη αυγή του 20ου αιώνα που οι πρώτες ανασκαφές θα φέρουν στο φως τα ίχνη του χαμένου πολιτισμού.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου