Αύγουστος 626 μ.Χ. Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από Αβάρους, Σλάβους και Πέρσες.ά μέρος
✔️Το καλοκαίρι του 626 μ.Χ. η τύχη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κρίθηκε μπροστά στα Θεοδοσιανά Τείχη της Κωνσταντινούπολης. Οι Πέρσες, επιδιώκοντας την οριστική συντριβή του Βυζαντίου, συμμάχησαν με τους Αβάρους, οι οποίοι, παρά τη «χρυσή» συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς, ήταν δυσαρεστημένοι με τη βυζαντινή διπλωματία, που επιχειρούσε να υπονομεύσει την ισχύ τους υποκινώντας εχθρικές φυλές. Η συνεργασία τους ήταν εφικτή, καθώς οι Πέρσες διέθεταν άφθονο χρυσό για να εξαγοράσουν τη συμμετοχή των Αβάρων. Στόχος των δύο συμμάχων ήταν η άλωση τη Πολης. Οι Πέρσες επιδίωκαν την οριστική κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ οι Άβαροι προσδοκούσαν τεράστια λάφυρα από την πλουσιότερη πόλη της εποχής.
✔️Το ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν ότι, τη στιγμή που όλα αυτά εξελίσσονταν, ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ηράκλειος βρισκόταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, οδηγώντας προσωπικά τις εκστρατείες του εναντίον των Περσών στην Ανατολή. Η υπεράσπιση της Βασιλεύουσας είχε ανατεθεί στον πατρίκιο Βώνο, στον πατριάρχη Σέργιο και στους υπερασπιστές της Πόλης. Από την έκβαση της πολιορκίας θα κρινόταν όχι μόνο η τύχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και η ίδια η επιβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας....
του Θάνου Δασκαλοθανάση
Η δεινή κατάσταση του Βυζαντίου
Το 610 μ.Χ. και ενώ οι Πέρσες προέλαυναν φθάνοντας ακόμα και μέχρι τη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας ο έξαρχος της Αφρικής Ηράκλειος στασίασε,ανατρέποντας τον επικίνδυνο σφετεριστή Φωκά και ανεβάζοντας στον θρόνο του γιο του Ηράκλειο.Στη δεκαετία που ακολούθησε,παρά τις προσπάθειες του Ηρακλείου, η κατάσταση έγινε ακόμη δυσκολότερη. Η αυτοκρατορία είχε εξαντληθεί οικονομικά και στρατιωτικά, την ώρα που η Περσική Αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της. Οι Πέρσες κατέλαβαν διαδοχικά τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Ιερουσαλήμ (614 μ.Χ.), από όπου άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό, και λίγα χρόνια αργότερα την Αίγυπτο (619 μ.Χ.), επεκτείνοντας την κυριαρχία τους σε εδάφη που θύμιζαν την έκταση της παλαιάς Περσικής Αυτοκρατορίας πριν από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η εικόνα του βυζαντινού κράτους ήταν απογοητευτική. Η αυτοκρατορία είχε περιοριστεί κυρίως στη Μικρά Ασία, σε ορισμένες περιοχές των Βαλκανίων, της Νότιας Ιταλίας και της Βόρειας Αφρικής, ενώ οι Πέρσες είχαν καταλάβει τις πλουσιότερες ανατολικές επαρχίες της, όπως τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Η οικονομία και το εμπόριο είχαν πληγεί σοβαρά, τα κρατικά έσοδα είχαν μειωθεί δραματικά και η αυτοκρατορία δυσκολευόταν να συντηρήσει τον στρατό και τη διοίκησή της. Η οικονομική κρίση ήταν έντονη, καταργήθηκαν ακόμη και τα δωρεάν συσσίτια που προσφέρονταν στον λαό της Κωνσταντινούπολης. Εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Καρχηδόνα, σχέδιο που τελικά εγκαταλείφθηκε.
Αντιλαμβανόμενος πλήρως το μέγεθος του κινδύνου,ο Ηράκλειος ανέλαβε ως ένα δικό του προσωπικό στοίχημα να αλλάξει την κατάσταση. Στο επίκεντρο της στρατηγικής του ήταν η απόφαση να μην περιοριστεί στην άμυνα, αλλά να μεταφέρει τις πολεμικές επιχειρήσεις στην καρδιά των περσικών κτήσεων. Στόχος του να ανακτήσει τα βυζαντινά εδάφη που είχαν καταλάβει οι Πέρσες, να αποδυναμώσει τον περσικό στρατό και να αναγκάσει τον βασιλιά Χοσρόη Β΄ να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Αυτή τη στρατηγική, παρά τα προβλήματα που θα παρουσιάζονταν και που θα ήταν πολλά, δεν την άλλαξε ποτέ. Τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα του 622 μ.Χ. αναχώρησε επικεφαλής του στρατού, έχοντας ως μεγάλο στόχο την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ και την ανάκτηση του Τιμίου Σταυρού, τον οποίο οι Πέρσες είχαν αρπάξει μετά την κατάληψη της Αγίας Πόλης. Θα χρειάζονταν σχεδόν δέκα χρόνια για να πετύχει όσα είχε σχεδιάσει, ακόμη και εκείνα που στην αρχή έμοιαζαν εξαιρετικά δύσκολα.
Στην προσπάθειά του αυτή θα είχε μια μεγάλη βοήθεια, αλλά και τη συμπαράσταση του κλήρου και του λαού. Η Εκκλησία προχώρησε σε μια ιδιαίτερα σημαντική κίνηση, διαθέτοντας μεγάλο μέρος των θησαυρών και των πολύτιμων σκευών της, ώστε να ενισχυθούν τα δημόσια ταμεία, να στηριχθεί το κράτος και να χρηματοδοτηθεί ο στρατός. Η επίτευξη αυτών των στόχων θα αποκαθιστούσε όχι μόνο τη στρατιωτική ισχύ του Βυζαντίου, αλλά και το κύρος του αυτοκράτορα ως υπερασπιστή της χριστιανικής πίστης.
Ο μεγάλος κίνδυνος
Ο Ηράκλειος, κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων του 626, αντιμετώπισε μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση, καθώς οι Άβαροι από τα δυτικά και οι Πέρσες από τα ανατολικά συνιστούσαν άμεση απειλή για την Κωνσταντινούπολη. Παρά τις προηγούμενες προσπάθειες του Βυζαντίου να εξασφαλίσει την ειρήνη με τους Αβάρους και τις σημαντικές οικονομικές παραχωρήσεις προς τον Χαγάνο, οι Άβαροι συνέχισαν τις προετοιμασίες τους για την άλωση της Πόλης.
Ο Ηράκλειος, αντί να επιστρέψει άμεσα στην Κωνσταντινούπολη, παρέμεινε στην Ανατολή συνεχίζοντας την εκστρατεία του. Γνωρίζοντας όμως ότι η απουσία του άφηνε εκτεθειμένη τη Βασιλεύουσα, φρόντισε να ενισχύσει την άμυνά της, στέλνοντας στρατεύματα και δίνοντας εντολές για την επισκευή των οχυρώσεων, την κατασκευή πολεμικών μηχανών και την καλύτερη δυνατή οργάνωση της φρουράς. Παράλληλα, ανέθεσε στον αδελφό του Θεόδωρο την αντιμετώπιση του περσικού στρατού του στρατηγού Σαήν, ο οποίος ηττήθηκε από τον Θεόδωρο στη μάχη των Σατάλων, γεγονός που περιόρισε σημαντικά την πίεση που ασκούσαν οι Πέρσες στο ανατολικό μέτωπο.
Εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες του Βυζαντίου και κυρίως την απουσία του αυτοκράτορα και μεγάλου μέρους του στρατού, οι Άβαροι και οι Πέρσες αποφάσισαν να προχωρήσουν σε συντονισμένη επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης. Οι Άβαροι παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης που είχαν συνάψει με το Βυζάντιο και οι Πέρσες επιδίωξαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να καταφέρουν το τελικό πλήγμα στην αυτοκρατορία. Στόχος τους ήταν να επιτεθούν ταυτόχρονα από την ευρωπαϊκή και την ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, ώστε να εγκλωβίσουν τη Βασιλεύουσα και να επιτύχουν την άλωσή της.
Οι κινήσεις του Ηράκλειου δείχνουν τη στρατηγική του ικανότητα και την αποφασιστικότητά του να μην αφήσει την Κωνσταντινούπολη χωρίς προστασία, ενώ παράλληλα συνέχιζε τον πόλεμο εναντίον των Περσών.Ήξερε ότι οι Άβαροι είναι αναξιόπιστοι και ότι οι Πέρσες θα έκαναν κινήσεις αντιπερισπασμού.Έπρεπε να υπάρξει προσεκτική διαχείριση των δύο μετώπων.Στην Πόλη ηγετικό ρόλο για την άμυνα θα έχουν ο πατρίκιος Βώνος και ο Πατριάρχης Σέργιος. Είχαν ενισχυθεί οι οχυρώσεις και των χερσαίων και των παραθαλάσσιων τειχών,υπήρχε και ένας αξιόμαχος στόλος που ανά πάσα στιγμή ήταν έτοιμος να κατανικήσει τα πλοιάρια των Σλάβων.
Όλη η έκβαση του πολέμου θα κρινόταν τόσο στις εκστρατείες της Ανατολής όσο και στην αντοχή σε πολιορκία της Βασιλεύουσας. Μια αποτυχία στην υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση όλης της αυτοκρατορίας.
Πώς γίνονταν οι πολιορκίες
Οι πολιορκίες ήταν ιδιαίτερα
πολύπλοκες και απαιτούσαν μεγάλη προετοιμασία. Οι πολιορκητές περικύκλωναν την
πόλη, απέκοπταν κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού και διέκοπταν την επικοινωνία της
με την ύπαιθρο. Στη συνέχεια κατασκεύαζαν πολιορκητικές μηχανές, όπως ξύλινους
πύργους, κριούς και καταπέλτες. Οι επιθέσεις συγκεντρώνονταν συνήθως στα πιο
αδύνατα σημεία των τειχών, με σκοπό να ανοίξουν ρήγματα ή να καταρρεύσουν οι
πύλες. Παράλληλα εκτόξευαν πέτρες και εμπρηστικά βλήματα, ενώ σε αρκετές
περιπτώσεις έσκαβαν υπόγειες στοές κάτω από τα τείχη για να τα καταρρεύσουν. Οι
αμυνόμενοι απαντούσαν με αντιστοές, επισκεύαζαν τις ζημιές και αποκρούαν τις
επιθέσεις από τις επάλξεις.
Εκτός από τη στρατιωτική δύναμη, σημαντικό ρόλο
έπαιζε και ο ψυχολογικός πόλεμος. Οι πολιορκητές έστελναν τελεσίγραφα,
απειλούσαν τους κατοίκους και επιχειρούσαν να τους εξαναγκάσουν σε παράδοση
πριν ακόμη αρχίσει η γενική επίθεση. Αυτόν ακριβώς τον σκοπό εξυπηρετούσαν και
η μεγάλη παρέλαση των Αβάρων μπροστά στα τείχη, καθώς και τα πολεμικά γυμνάσια
που διέταξε ο χαγάνος, επιδιώκοντας να κάμψει το ηθικό των πολιορκημένων.
Έτσι ακριβώς
εξελίχθηκε και η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626. Οι Άβαροι περικύκλωσαν
τη Βασιλεύουσα, έστησαν το στρατόπεδό τους, ανέπτυξαν τις πολιορκητικές μηχανές
τους και άρχισαν τις συνεχείς επιθέσεις κατά των τειχών. Την ίδια ώρα οι
Πέρσες, στρατοπεδευμένοι απέναντι στη Χαλκηδόνα, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή
για να συντονίσουν τις επιχειρήσεις τους με τους Αβάρους.
Η Πόλη όμως είχε ισχυρά αμυντικά όπλα. Τα Θεοδοσιανά Τείχη, η κυριαρχία του βυζαντινού στόλου στον Βόσπορο και στον Κεράτιο Κόλπο, η επάρκεια τροφών και νερού από τις κινστέρνες και τα πηγάδια, αλλά και η δυνατότητα να ανεφοδιάζεται συνεχώς από τη θάλασσα, επέτρεπαν στους πολιορκημένους να αντέξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη πλευρά, οι πολιορκητές γνώριζαν ότι όσο περνούσε ο χρόνος τόσο δυσκολότερο θα γινόταν το έργο τους. Γι' αυτό και επιδίωκαν με συνεχείς επιθέσεις και με τον ψυχολογικό πόλεμο να κάμψουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα την αντίσταση των Βυζαντινών.
Η πολιορκία αρχίζει...
Αρχές Ιουνίου του 626 μ.Χ., τα περσικά στρατεύματα του Σαρβαραζά έφτασαν στη Χαλκηδόνα, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, αναμένοντας την άφιξη των Αβάρων. Στο μεταξύ προχώρησαν σε λεηλασίες και εμπρησμούς αγροικιών, επαύλεων και εκκλησιών. Το βυζαντινό ναυτικό κατάφερε να τους αποκλείσει από τη διάβαση προς την ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου, εμποδίζοντας τη συνένωσή τους με τους Αβάρους.
Την Κυριακή 29 Ιουνίου 626, η εμπροσθοφυλακή του στρατού των Αβάρων έφθασε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης από την πλευρά της Θράκης, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα κατέφθασε και ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους.'Επρόκειτο για μια μεγάλη αλλά ετερόκλητη στρατιά αποτελούμενη από διάφορες φυλές. Οι Άβαροι στρατοπέδευσαν στις Συκιές, ενώ οι Πέρσες παρέμειναν στη Χρυσούπολη, επικοινωνώντας μεταξύ τους με σήματα καπνού και συντονίζοντας τις κινήσεις τους. Παράλληλα προχωρούσαν σε εκτεταμένες λεηλασίες της γύρω περιοχής, ενώ κατέστρεψαν ακόμη και το υδραγωγείο της Πόλης, εντείνοντας την αγωνία των κατοίκων.Ο Χαγάνος κατά τη συνήθειά του διέταξε να παρελάσει ο στρατός κατά μήκος των τειχών για να προκαλέσει φόβο στους Βυζαντινούς ενώ ο ίδιος με τους επίλεκτους ιππείς τους έκανε ιππικά γυμνάσια.
Ο μάγιστρος Βώνος επιθεώρησε τις οχυρώσεις και ανέλαβε τον συντονισμό της άμυνας, ενώ ο πατριάρχης Σέργιος οργάνωσε λιτανείες, περιφέροντας την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, εμψυχώνοντας τον λαό και τους υπερασπιστές της Πόλης. Οι Άβαροι, έχοντας μεγάλη εμπειρία στις πολιορκίες, κατασκεύασαν και ανέπτυξαν πολιορκητικές μηχανές, προετοιμάζοντας τη μεγάλη επίθεση.
Από την αρχή έγιναν προσπάθειες να επιτευχθεί νέα συμφωνία με τους Αβάρους και να σταματήσει η πολιορκία. Απεσταλμένοι της βυζαντινής διοίκησης μετέβησαν στη σκηνή του χαγάνου, προσφέροντας χρήματα και πολύτιμα ανταλλάγματα. Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Οι Άβαροι, ενθαρρυμένοι από τη συμμαχία τους με τους Πέρσες και σχεδόν βέβαιοι για την επιτυχία τους, δεν δελεάζονταν πλέον από χρήματα και δώρα. Στόχος τους ήταν πλέον μόνο ένας: η άνευ όρων παράδοση και η άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Συνεχίζεται...





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου