1204, Δ΄ Σταυροφορία: οι δραματικές εξελίξεις ως την τελική επίθεση,γ΄ μέρος
του Θάνου Δασκαλοθανάση
Η λαϊκή οργή εναντίον των ξένων αλλά και των ανίκανων αυτοκρατόρων δεν αργεί να ξεσπάσει. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν την Αγιά Σοφιά και απαιτούν την εκλογή νέου αυτοκράτορα. Γρήγορα και βιαστικά ανακηρύσσεται από το λαό αυτοκράτορας ο Νικόλαος Κανναβός. Πανικόβλητος ο Αλέξιος Δ΄ θα αναζητήσει χείρα βοηθείας από τους Σταυροφόρους και θα τους υποσχεθεί την παραχώρηση του παλατιού των Βλαχερνών στο οποίο και διαμένει.
Την ίδια στιγμή οι επαναστάτες επιχειρούν να πυρπολήσουν το στόλο των Βενετών. Σε μικρά πλοιάρια τοποθετούν εύφλεκτα υλικά και τα αφήνουν να κυλήσουν προς τα σκάφη των αντιπάλων τους. Η επιχείρηση δεν πετυχαίνει γιατί οι Βενετοί αντιλαμβάνονται το κίνδυνο και με δεξιοτεχνία τα στρέφουν προς τον Κεράτιο και παρασυρόμενα από το ρεύμα καίγονται αργά. Οι Σταυροφόροι κινητοποιούνται αναμένοντας επίθεση, η οποία όμως δε θα εκδηλωθεί.
Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Η στάση του επικίνδυνου Αλέξιου Δ΄ οδηγεί και τους τελευταίους υποστηρικτές του στο παλάτι να τον εγκαταλείψουν και να στραφούν στον Αλέξιο Δούκα Μούρτζουφλο. Τη νύχτα της 27ης προς 28η Ιανουαρίου ο Αλέξιος συλλαμβάνεται, ενώ ο Μούρτζουφλος στέφεται στο παλάτι αυτοκράτορας…
Τις κρίσιμες εκείνες μέρες η Πόλη βρίσκεται με τον αυτοκράτορα φυλακισμένο και με δύο διεκδικητές του θρόνου, ενώ οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί καραδοκούν έξω από την Πόλη.
Ο Μούρτζουφλος με αποφασιστικές κινήσεις θα ελέγξει την κατάσταση συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον Κανναβό, ενώ ήδη έχει πεθάνει και ο γηραιός αυτοκράτορας Ισαάκιος. Αμέσως προσπαθεί να συνδιαλλαγεί με τους Σταυροφόρους ζητώντας τους να αποχωρήσουν. Οι Σταυροφόροι είναι φανερό ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσουν "με άδεια χέρια". Δεν αναγνωρίζουν το Μούρτζουφλο και προβάλλουν το νέο υποκριτικό επιχείρημα ότι έχουν ηθική υποχρέωση να αποκαταστήσουν τον Αλέξιο Δ΄ στο θρόνο και να πάρουν όσα τους είχε υποσχεθεί.
Η κατάσταση στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων γίνεται δύσκολη εξαιτίας του αποκλεισμού τους από την Πόλη. Αρχίζουν να εμφανίζονται ελλείψεις σε τρόφιμα και εφόδια. Ο Μούρτζουφλος πληροφορείται για την κάθοδο μιας εφοδιοπομπής και θέλοντας να επιδείξει μια επιτυχία αποφασίζει να επιτεθεί. Στήνει ενέδρα σε κοντινό δάσος, όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται ευνοϊκά. Οι Σταυροφόροι αποκρούουν την επίθεση και μάλιστα παίρνουν ως λάφυρο τη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας που ο αυτοκράτορας είχε μαζί του. Την άλλη μέρα μια γαλέρα πλησιάζει τα τειχιά της Πόλης με υψωμένη ως λάφυρο την εικόνα της Παναγιάς, κίνηση που γίνεται για να καταβαραθρώσει το ηθικό των υπερασπιστών της Πόλης.
Ο Μούρτζουφλος βλέποντας το αδιέξοδο ζητά να συναντηθεί με τον ουσιαστικό ηγέτη της εκστρατείας Δόγη Δάνδολο. Η συνάντηση θα γίνει στις 7 Φεβρουαρίου 1204, στο μοναστήρι του Αγίου Κοσμά, έξω από τα τείχη, κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών. Ο Δάνδολος ζητά χρήματα, ενώ γίνεται λόγος και για την ένωση των εκκλησιών. Όταν καταλαβαίνει ότι ο Μούρτζουφλος δεν είναι διατεθειμένος να ικανοποιήσει τα αιτήματά του, κάνει σήμα να συλλάβουν τον αυτοκράτορα. Ο Μούρτζουφλος κατορθώνει να ξεφύγει. Διατάζει την άμεση εκτέλεση του Αλέξιου Δ΄.Τα περιθώρια πλέον έχουν στενέψει και όλα δείχνουν ότι οδηγούμαστε στην τελική σύγκρουση.
Bενετοί και Σταυροφόροι σχεδιάζουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τη μοιρασιά, με κεντρικό ζήτημα τα δύο βασικά αξιώματα του αυτοκράτορα και του πατριάρχη που συμφωνούν να τα κατέχουν εναλλάξ ένας Σταυροφόρος και ένας Βενετός. Όσα για τα λάφυρα θα τα μοίραζαν σε δύο ίσα μερίδια.
Ο σχεδιασμός για την τελική επίθεση προέβλεπε την προσβολή των βόρειων θαλασσίων τειχών κατά μήκος του Κεράτιου κόλπου, που από τις προηγούμενες επιθέσεις είχαν διαπιστώσει ότι ήταν τα πιο αδύνατα. Με σκάλες, πολιορκητικούς κριούς, εκπαιδευμένους άντρες στη διάνοιξη ρηγμάτων, θα επιχειρήσουν να καταλάβουν την Πόλη. Από εκεί περιμένουν επίθεση και οι Βυζαντινοί, γι αυτό και ενισχύουν το τείχος με προσθήκη ξύλινων κατασκευών, για να αυξήσουν το ύψος του, ενώ σφραγίζονται όλες οι πύλες.
Πράγματι η κύρια επίθεση γίνεται από τα θαλάσσια τείχη (αρχες Απριλίου 1204), χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς οι Λατίνοι αποκρούονται. Στις 12 Απριλίου εκδηλώνεται η πιο οργανωμένη απόπειρα των Σταυροφόρων. Δένουν τα καράβια δυο δυο, για να μην παρασύρονται από το θαλάσσιο ρεύμα και εφορμούν μέσα σε καταιγισμό βλημάτων από τους καταπέλτες. Προς το απόγευμα, δυο βενετικά πλοία πλησιάζουν και καταλαμβάνουν έναν πύργο του τείχους. Ακολουθεί η κατάληψη και άλλων πύργων.
Επόμενη κίνησή τους είναι να γκρεμίσουν τα τείχη.Εισβάλλουν πεζοί αλλά και έφιπποι σταυροφόροι και κατευθύνονται προς την πλατεία που είχε εγκαταστήσει το στρατόπεδο του ο Μούρτζουφλος, ο οποίος μαζί με το επιτελείο του έχει διαφύγει στο παλάτι του Βουκολέοντα και από εκεί εγκαταλείπει την Πόλη. Οι σταυροφόροι είναι πλέον μέσα στην Πόλη. Φοβούνται την αντίδραση του κόσμου και για να σπείρουν τον πανικό μέσα στην νύχτα, βάζουν φωτιά που κατακαίει το κέντρο και τις συνοικίες της Πόλης.
Θα γίνει μια τελευταία προσπάθεια αντίστασης. Ο Κωνσταντίνος Δούκας αναλαμβάνει χρέη αυτοκράτορα και προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα. Με καταπονημένους όμως και απρόθυμους πλέον τους πάντες, η οποιαδήποτε προσπάθεια καταρρέει και ο Δούκας και ο πατριάρχης αποχωρούν. Η Πόλη παραδίδεται στις καταστροφικές διαθέσεις των Σταυροφόρων...
Η τελική επίθεση και η Άλωση
Μια ομάδα ιερέων μαζί με μέλη της φρουράς των Βαράγγων καθώς η Πόλη έχει μείνει ακέφαλη από την ηγεσία της, διαπραγματεύονται με το Βονιφάτιο Μονφερατικό την παράδοση. Tα δυο παλάτια των Βλαχερνών και του Βουκολέοντα καταλαμβάνονται από το Βονιφάτιο και το Βαλδουίνο και η παράδοση και η συγκέντρωση των λάφυρων γίνεται με σχετική τάξη. Η Πόλη όμως παραδίδεται στις άγριες διαθέσεις των Σταυροφόρων...
Η «βασιλίδα των πόλεων», απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της, υποκύπτει για πρώτη φορά στον εχθρό. Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολουθούν την άλωση. Kύριοι της Κωνσταντινούπολης οι σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Bενετοί, επιβάλλουν το δίκαιο του κατακτητή. Οι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης πέφτουν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Βασιλεύουσα.
Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν έχει όμοιο της. Όσοι τολμούν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό, εκκλησία, μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί λεηλασία. Ιδίως τους προσελκύει ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπαίνουν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λερώνουν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και αρχίζουν να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το κάνουν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάντηλα. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας, ανεβάζουν μια πόρνη στον πατριαρχικό θρόνο εξευτελίζοντας την Ορθοδοξία.
Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλυτώνουν: συλλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. π.χ. το πτώμα του Βασιλείου Β΄ πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Φράγκοι ειρωνικά μια φλογέρα. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».
Κυρίως όμως καταστρέφονται αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας (π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διόσκουρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ήρας κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας) όσο και της ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομματιάζουν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα λιώνουν επί τόπου στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα καίγονται από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους.
Οι πιο φρικτοί από όλους είναι οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που είναι εξοικειωμένοι με το βυζαντινό πολιτισμό είναι προστατευτικοί έναντι των ηττημένων. Όλα όσα εκλάπηκαν βρίσκονται σήμερα στα μουσεία της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Βενετίας, για να δηλώνουν με την παρουσία τους τη μεγαλύτερη ντροπή που διέπραξαν ποτέ χριστιανοί…
Επί τρεις ημέρες οι κάτοικοι της Πόλης, έκπληκτοι και πανικόβλητοι, υπέφεραν τα πάνδεινα. Σταυροφόροι έμπαιναν και έκαναν κατάληψη στα σπίτια τους, ταπεινώνοντας, βασανίζοντας και ανακρίνοντάς τους για να τους αποκαλύψουν πού κρύβουν τα πολύτιμα αντικείμενα. Βασανισμοί, δολοφονίες και βιασμοί από αυτούς που έφεραν στο μπράτσο τους το ιερό σύμβολο του Σταυρού. Πολλοί Βυζαντινοί για να γλιτώσουν προσπαθούν να απομακρυνθούν όπως-όπως από την Πόλη. Επειδή οι σταυροφόροι εισέβαλλαν από τη βόρεια πλευρά και την ακτή του Κεράτιου, οι πρόσφυγες απομακρύνονται από τη νότια πλευρά και βγαίνουν από τη Χρυσή Πύλη.
Όσο για τους ηγέτες των Σταυροφόρων, ακόμα και αν κάποιοι διαφωνούσαν με τα αίσχη των στρατιωτών, δεν τους εμπόδισαν. Για το μόνο που ενδιαφέρθηκαν ήταν να καταλάβουν τα παλάτια και τις πολυτελείς κατοικίες που για πρώτη φορά έβλεπαν στη ζωή τους, και να καταστρώσουν σχέδια για τη μοιρασιά λάφυρων, τίτλων και εδαφών.
Ο αυτόπτης μάρτυρας
Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης:
«Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...) Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (...) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(...) Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(...) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό [σ.σ: οι Άραβες] προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι [σ.σ: οι Δυτικοί της Δ΄ Σταυροφορίας], όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα».
Ο Γκύντερ του Παιρίς, ένας Κιστερσιανός μοναχός, αφηγείται την ιστορία από την άποψη κάποιου Αββά Μάρτιν, ο οποίος συνόδευσε τους Σταυροφόρους,γράφει:
<<Ένας υπέρλαμπρος πλούτος από χρυσό και ασήμι, μια μεγαλοπρεπής λάμψη από πετράδια και ρουχισμό, μια μεγαλειώδης αφθονία αγαθών που εμπορεύονται, μια μοναδική σοδειά από καλλιέργειες, σπίτια ανυπέρβλητης ομορφιάς με απαράμιλλες ανέσεις κάθε είδους (…) οι φτωχοί και ξένοι προς την πόλη Σταυροφόροι μεταμορφώθηκαν ξαφνικά σε πλούσιους πολίτες >>.
Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που συμμετείχε στη πολιορκία, στο έργο <<Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης>> γράφει...
«Εκείνη τη νύχτα [σ.σ: 12 προς 13 Απριλίου 1204], μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.
Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.
Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκεί βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε αυτοκράτειρα [Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄], και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή αυτοκράτειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες. Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό.
Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη. »




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου