Διονύσιος Σολωμός,Ελευθερία και Γλώσσα
Στις 9 Φεβρουαρίου του 1857, πεθαίνει ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. “Ελευθερία και γλώσσα” ήταν η έγνοια του και το μεγάλο του όραμα και ο πόθος του ήταν να τις κατακτήσει και τις δυο το σκλαβωμένο Γένος.Ο λαός πολεμούσε για την ελευθερία του με το σπαθί και το τουφέκι, ο ποιητής εμπνευσμένος από τον μεγάλο ξεσηκωμό καταγράφει αυτούς τους αγώνες χρησιμοποιώντας την δημώδη γλώσσα,αυτή του λαού πέρα από τις παραχαράξεις του λογιοτατισμού.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
«Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».
«Ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός».
Με την περίφημη φράση του περιέγραψε με τον καλύτερο τρόπο τα δυο μεγάλα του ιδανικά,την ελευθερία και την γλώσσα.Ο Σολωμός,στο μεγάλο γλωσσικό ζήτημα που ταλάνισε την ελληνική κοινωνία, θα ταχθεί με τη θέση όσων υποστήριζαν την ομιλουμένη, τη γλώσσα του λαού, και τη θέση αυτή θα υπερασπιστεί τόσο με το έργο του, γραμμένο σε δημώδη/δημοτική γλώσσα, όσο και με τον πεζό «Διάλογο» για τη γλώσσα, τον οποίο θα γράψει το 1824.
Πρόκειται για κείμενο ιδιαίτερα μαχητικό. Μέσα από τη συζήτηση (διάλογο) τριών προσώπων, του Ποιητή, του Φίλου του (που αρχικά έφερε το όνομα του Τρικούπη) και του Σοφολογιότατου, ο Σολωμός θα εναντιωθεί στις γλωσσικές θέσεις του Κοραή και των αρχαϊστών και θα υπερασπιστεί την αξία της ομιλούμενης γλώσσας. Ο Ποιητής (Σολωμός) θα προσπαθήσει να εξηγήσει στον στενόμυαλο Σοφολογιότατο το άτοπο της έννοιας της «διαφθοράς» των λέξεων και την ανάγκη σεβασμού στη μορφής τους («[…] πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζονται από κανέναν με πρόφαση διόρθωσης»). Θα τονίσει την ευγένεια της ομιλουμένης και την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις της ποίησης. Ειδικότερα ως προς την ποιητική γλώσσα, ο Σολωμός θα τονίσει τις οφειλές του ποιητή στη γλώσσα του λαού και συγχρόνως, τη δημιουργική ελευθερία του ποιητή που στηρίζεται στη γλώσσα του λαού:
Ο «Διάλογος» του είναι ένας ιδιαίτερα αιχμηρός, καταγγελτικός και μαχητικός λόγος, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση,αλλά και υψηλό πνεύμα:
Ποιητής:«Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«… Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».
«Εσύ μιλείς διά ελευθερία;λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο, εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την εφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».
Ποιητής:…«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως…».
«… Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα».«… Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου…».
ΠΟΙΗΤΗΣ: Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Γνωρίζεις τα [αρχαία] Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;
ΠΟΙΗΤΗΣ: Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;
ΠΟΙΗΤ. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ἀνάγκης να έχη λέξεις απὸ άλλες γλώσσες· Και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα του βόσκοντας πρόβατα.
ΠΟΙΗΤΗΣ:Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τί συλλογίζεσαι. Να αλλάξεις τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε νά βρεις την κόρη και πες της με τί λόγια πρέπει να λέγει ότι η ευμορφύτερη ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε νά βρεις τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε νά βρεις τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μάς ερούφηξεν ο Αλής, και πες του με τί λόγια πρέπει να παρασταίνει βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε νά βρεις τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κι εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια δικά τους ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου