Μ Α Ρ Κ Ο Σ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η Σ,ο Α Ε Τ Ο Σ του ΣΟΥΛΙΟΥ,β΄μέρος

 ΕΝΑΣ ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ

 

Η εκστρατεία, που εξαρχής περιείχε μεγάλο ρίσκο, πραγματοποιήθηκε χωρίς καλό σχεδιασμό. Πριν ακόμη από την τελική μάχη στα Πέτα, είχαν εκδηλωθεί σοβαρές διχογνωμίες και αντιζηλίες ανάμεσα στους οπλαρχηγούς.

...διαβάστε 

το πρώτο μέρος.....https://ellinoniroes.blogspot.com/2026/06/blog-post.html



 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

Το τελικό σχέδιο προέβλεπε ότι το τακτικό σώμα και οι Φιλέλληνες, περίπου 600 άνδρες, θα τοποθετούνταν μπροστά από το χωριό. Οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις θα καταλάμβαναν θέσεις δεξιά και αριστερά της παράταξης. Οι οπλαρχηγοί με τους 1.500 άνδρες τους, ανάμεσά τους ο Βαρνακιώτης, ο Γώγος Μπακόλας, ο Ανδρέας Ίσκος και φυσικά ο Μάρκος Μπότσαρης, κατέλαβαν τα υψώματα γύρω από το χωριό.

Η μάχη όμως εξελίχθηκε σε τραγωδία για την ελληνική πλευρά. Το τακτικό σώμα και οι Φιλέλληνες αποδεκατίστηκαν. Ο Μάρκος Μπότσαρης βρέθηκε να πολεμά σχεδόν μόνος απέναντι στους Τούρκους, καθώς οι άνδρες του Γώγου Μπακόλα εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Έτσι, ο Μάρκος με τους άνδρες του αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να καταφύγει στο Μεσολόγγι.

Η ήττα στα Πέτα απέδειξε ότι ήταν πρόωρη η διεξαγωγή του πολέμου με τακτικά σώματα.Πιο σημαντικό ήταν ότι σήμανε πως  κάθε προσπάθεια βοήθειας προς το Σούλι γινόταν πλέον αδύνατη. Οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν, για δεύτερη φορά μέσα σε είκοσι χρόνια, να εγκαταλείψουν τη γη τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Τους επόμενους μήνες, πολλοί από αυτούς πέρασαν στο Μεσολόγγι, όπου διακρίθηκαν στην άμυνα της πολύπαθης πόλης.


Ο Μπότσαρης αρχιστράτηγος της Δυτικής Ελλάδας

Στις 12 Οκτωβρίου 1822 ο  Μαυροκορδάτος απένειμε στον Μάρκος Μπότσαρης τον βαθμό του στρατηγού της Δυτικής Ελλάδας. Επρόκειτο για μια σωστή και καλά μελετημένη κίνηση. Ο Μπότσαρης είχε ήδη δείξει δείγματα των στρατιωτικών και ηγετικών του ικανοτήτων, δεν είχε εμπλακεί σε τοπικές διαμάχες και ενδιαφερόταν για την άμυνα ολόκληρης της Δυτικής Ελλάδας, καθώς μόνο έτσι οι Σουλιώτες θα μπορούσαν να επιστρέψουν κάποτε στην πατρίδα τους.

Τη θέση αυτή κατείχε έως τότε ο Γεώργιος Βαρνακιώτης, για τον οποίο υπήρχαν υποψίες ότι διατηρούσε επαφές και συνεννοήσεις με τους Οθωμανούς. Η προτίμηση προς το πρόσωπο του Μάρκου προκάλεσε δυσαρέσκεια και πολλά παράπονα από άλλους οπλαρχηγούς της περιοχής, οι οποίοι θεωρούσαν ότι παραγκωνίζονταν.Λίγους μήνες αργότερα, ενοχλημένος από τις αντιζηλίες, τις έριδες και τις προσωπικές φιλοδοξίες που ταλάνιζαν τον Αγώνα, ο Μπότσαρης αποποιήθηκε το αξίωμά του, αποδεικνύοντας ότι εκείνο που τον ενδιέφερε δεν ήταν οι τίτλοι και οι τιμές, αλλά η ελευθερία της πατρίδας και η επιστροφή των Σουλιωτών στη γη τους.

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Μεσολόγγι  

Στις 25 Οκτωβρίου 1822 πολυάριθμες οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή στρατοπέδευσαν μπροστά από τη χαμηλή και πρόχειρη οχύρωση του Μεσολογγίου. Ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με άλλους αγωνιστές, είχε προσπαθήσει χωρίς επιτυχία να προβάλει αντίσταση κατά την προέλαση της τουρκικής στρατιάς προς την πόλη.

Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι ο Μπότσαρης ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην οργάνωση της άμυνας. Ήταν εκείνος που ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους Οθωμανούς, οι οποίες όμως, χάρη στην επιδεξιότητα  και την ευφυΐα του, είχαν καθαρά παρελκυστικό χαρακτήρα. Στόχος του ήταν να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος, ώστε να ενισχυθούν οι οχυρώσεις της πόλης και να φτάσει βοήθεια από τη θάλασσα και την Πελοπόννησο.

Από τη στιγμή που κατέπλευσαν τα υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία και έφθασαν ενισχύσεις από την Πελοπόννησο, το Μεσολόγγι είχε πλέον σοβαρές πιθανότητες να αντέξει την πολιορκία. Η γενική επίθεση των Οθωμανών, που εκδηλώθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1822, αποκρούστηκε με επιτυχία. Λίγες ημέρες αργότερα οι πολιορκητές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους και να αποχωρήσουν, γεγονός που αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες νίκες των Ελλήνων κατά την Επανάσταση.

Παρά τη σωτηρία της πιο κομβικής πόλης της Δυτικής Ελλάδας, οι εσωτερικές έριδες, οι αντιζηλίες και οι διαφωνίες θα αποτελέσουν μόνιμη πληγή στις σχέσεις των οπλαρχηγών μεταξύ τους αλλά και με τη διοίκηση. Η πλειοψηφία των οπλαρχηγών και ιδιαίτερα οι Τζαβελαίοι δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία του Μπότσαρη. Μετά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, ο νέος Έπαρχος Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ανδρέας Μεταξάς προήγαγε σε στρατηγούς τους Καραϊσκάκη, Ίσκο κ.ά., σε μια προσπάθεια να αμβλυνθούν οι διαφωνίες.

Μάχη στο Κεφαλόβρυσο 

Κατά το καλοκαίρι του 1823 η προέλαση των οθωμανικών δυνάμεων προς τη Δυτική Στερεά προδιέγραφε έναν νέο κίνδυνο. Από τη μία ο Ομέρ Βρυώνης σχεδίαζε να κινηθεί προς το Αγρίνιο, ενώ από την άλλη ο πασάς της Σκόδρας, Μουσταφάς, έφτασε στο Καρπενήσι στις αρχές Αυγούστου του 1823 με τελικό προορισμό το Μεσολόγγι. Μπροστά στον νέο κίνδυνο ο Μπότσαρης επιδίωξε τη συμφιλίωση με τους Τζαβελαίους. Επικαλέστηκε τον κίνδυνο, την κοινή καταγωγή που τους συνέδεε, ενώ αρνήθηκε την κατηγορία της φιλαυτίας και του αρχηγισμού που κάποιοι ήθελαν να του προσάψουν.

 Έχοντας διοριστεί στρατηγός της Δυτικής Ελλάδας  παρακολουθούσε με ανησυχία τις έριδες για αξιώματα και τις φιλοδοξίες που απειλούσαν να διχάσουν τους αγωνιστές. Συγκέντρωσε τότε τους Σουλιώτες συμπολεμιστές του και, ύστερα από μια συγκλονιστική πατριωτική ομιλία, ύψωσε το δίπλωμα της στρατηγίας, το φίλησε, το ακούμπησε στο μέτωπό του και το έσκισε μπροστά τους. Με τον τρόπο αυτό δήλωνε ότι η ελευθερία της πατρίδας βρισκόταν πάνω από κάθε τίτλο και προσωπική φιλοδοξία.


«Εγώ, αδέρφια μου, δεν ζήτησα βαθμούς από τη Διοίκηση, ούτε αρχηγός διορίστηκα. Βαθμός μου χορηγήθηκε... Αλλά για να σας αποδείξω ότι είμαι πολύ μακριά του να έχω σκοπούς φιλαυτίας και εγωισμού, και ότι είμαι ο Μάρκος εκείνος που είδατε πάντοτε στο πλευρό σας μαχόμενο, ιδού ενώπιόν σας σχίζω το δίπλωμα της στρατηγίας και σας ορκίζομαι πως άλλο αξίωμα δεν θέλω, ειμή εκείνο που είχαν οι προπάτορές μου και εσείς οι ίδιοι έχετε... Ιδού ο εχθρός μας περιμένει. Στο πεδίο της μάχης να δοξάσουμε και να τιμήσουμε τον γενναιότερο. Όποιος είναι άξιος, να έρθει αύριο μαζί μου και θα λάβει το δίπλωμα απ’ τον Σκόδρα–Πασά, που έρχεται να μας ξανασκλαβώσει».

 Μετά από αυτό φάνηκε ότι η ενότητα θα επικρατούσε στο ελληνικό στρατόπεδο. Ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο με ζητούμενο τον τρόπο αντιμετώπισης της τουρκικής στρατιάς.

Άποψη του Μάρκου ήταν ότι δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αφήσουν τους Τούρκους να περάσουν και να φτάσουν ανενόχλητοι στο Μεσολόγγι. Αν γινόταν αυτό, η πόλη θα δοκιμαζόταν και πάλι πολύ σκληρά από μια νέα μεγάλη πολιορκία. Ο Μπότσαρης πίστευε ότι έπρεπε να αναχαιτιστούν μακριά από το Μεσολόγγι. Η πρότασή του δεν βρήκε σύμφωνη την πλειοψηφία των οπλαρχηγών.Διαφωνίες και αντιζηλίες ξαναβγήκαν  στην επιφάνεια.

Ο Μπότσαρης, με πίστη στο σχέδιό του, συγκέντρωσε τους Σουλιώτες  και ξεκίνησε για το Καρπενήσι, προς το οποίο πλησίαζε η προφυλακή των εχθρών. Η συνολική του δύναμη αποτελούνταν από 1.250 άνδρες.

Στις 4 Αυγούστου,το εχθρικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 5.000 πεζούς και ιππείς με επικεφαλής τον Τζαλαλεντίν μπέη, στρατοπέδευσε κοντά στο Καρπενήσι, στη θέση «Κεφαλόβρυσο». Κρίνοντας ότι μια ανοιχτή σύγκρουση δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας, ο Μπότσαρης αποφάσισε να οργανώσει μια αιφνιδιαστική νυχτερινή επίθεση. Στις 7 Αυγούστου έστειλε τον ξάδερφό του Αθανάσιο Τούσια Μπότσαρη, τον Ιωάννη Μπαϊρακτάρη και τον Αθανάσιο Κουτσονίκα για να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση, τη διάταξη και την κατάσταση του εχθρικού στρατοπέδου.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία του Filippo Marsigli, 1836-1839, στο Μουσείο Μπενάκη.


Τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου, πέντε ώρες μετά τη δύση του ήλιου, ο Μπότσαρης, επικεφαλής 450 Σουλιωτών, επιτέθηκε εναντίον του εχθρικού στρατοπέδου. Άλλοι 800 άνδρες, με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλα, θα πραγματοποιούσαν αντιπερισπασμό από την αντίθετη πλευρά της επίθεσης του Μπότσαρη, γεγονός που τελικά δεν συνέβη.

Οι Σουλιώτες και ο Μάρκος με την καταδρομική επίθεση, με τα γιαταγάνια στα χέρια, αιφνιδίασαν τους Αλβανούς. Προκλήθηκε σύγχυση και πανικός στο εχθρικό στρατόπεδο. Ο Μάρκος στόχευε στη σύλληψη του ίδιου του αρχηγού, Τζελαλεντίν μπέη. Η τόλμη του και τα ρίσκα που έπαιρνε όμως στη μάχη θα αποβούν μοιραία για τον Σουλιώτη οπλαρχηγό. Ένα βόλι θα τον βρει αρχικά στη βουβωνική χώρα. Απτόητος θα συνεχίσει τη μάχη. Λίγο αργότερα, σε μια νέα επικίνδυνη προσπάθεια, θα χτυπηθεί θανάσιμα στο δεξί μέρος του μετώπου. Ο Τούσιας Μπότσαρης τον κάλυψε γρήγορα με μια κάπα για να μη γίνει αντιληπτή από τους Σουλιώτες αλλά και από τους εχθρούς η πτώση του αρχηγού. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το πρωί,χωρίς να φανεί το κενό από την απουσία του αρχηγού. Στο Κεφαλόβρυσο οι απώλειες των Τουρκαλβανών ήταν μεγάλες, πάνω από 1.500 έπεσαν νεκροί, ενώ από την ελληνική πλευρά μόνο 40 Σουλιώτες.Στα ελληνικά χέρια πέρασαν και πολλά λάφυρα των εχθρών.

Ακριβώς όμως επειδή έπεσε νεκρός ο Μάρκος Μπότσαρης, η Μάχη του Κεφαλόβρυσου, ίσως η σημαντικότερη για τους Έλληνες το 1823, πέρασε στην ιστοριογραφία ως ήττα, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια θεαματική καταδρομική επίθεση των Σουλιωτών. Η απώλεια όμως και μόνο του αρχηγού ήταν αυτή που καθόρισε αρνητικά τη θέση της μάχης στη συλλογική μνήμη.

Η ταφή του στο Μεσολόγγι

Η είσοδος των Σουλιωτών στο Μεσολόγγι με τη σορό του στρατηγύ τους Μάρκου Μπότσαρη, 1825, Συλλογή Τζον Ρόμπερτσον

Η είδηση του χαμού του Μάρκου ήταν αυτή που επισκίασε τα πάντα και προκάλεσε μεγάλη οδύνη στους επαναστατημένους Έλληνες. Η σορός του μεταφέρθηκε από το Κεφαλόβρυσο στο Μεσολόγγι προκειμένου να ταφεί στην πόλη, για την ελευθερία της οποίας είχε τόσα πολλά προσφέρει. Προτού όμως φθάσει εκεί, οι Σουλιώτες έφεραν το λείψανό του στη Μονή Προυσού. Εκεί, στον νάρθηκα της εκκλησίας του μοναστηριού, προσκύνησε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, που όλο αυτό το διάστημα έμενε εκεί αναρρώνοντας από τη φυματίωση που τον κατέτρεχε.

Το πρωινό της 10ης Αυγούστου, στο Μεσολόγγι, με πάνδημη συμμετοχή και με μεγάλες τιμές έγινε η ταφή του. Εντυπωσιακή υπήρξε η νεκρική πομπή που σχηματίστηκε από την οικία της αδελφής του Μάρως έως την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στην πομπή προπορεύονταν οι αιχμάλωτοι Οθωμανοί με δεμένα τα χέρια, καθώς και τα άλογα των πασάδων που είχαν καταληφθεί κατά τη μάχη. Ακολουθούσαν ο μητροπολίτης Άρτας Πορφύριος και οι ιερείς, ενώ στο κέντρο της πομπής βρισκόταν ο νεκρός Μάρκος τυλιγμένος με κυανή χλαίνη. Ο έπαρχος Δυτικής Ελλάδας Κωνσταντίνος Μεταξάς είχε διατάξει από τους προμαχώνες της πόλης να ριφθούν τριάντα τρεις κανονιοβολισμοί, όσα και τα χρόνια του μεγάλου νεκρού.Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε η αδελφή του, Μάρω, η οποία τόνισε ότι οι Σουλιώτες είναι μαθημένοι στον θάνατο, αφού από τη στιγμή που γεννιούνται και μεγαλώνουν βιώνουν συνεχώς τον χαμό γονιών, αδελφών και φίλων.

Ακόμη και με τον θάνατό του ο Μάρκος συνέχιζε να προσφέρει στον Αγώνα. Η είδηση του χαμού του ξεπέρασε τα μικρά ελληνικά σύνορα, έφτασε στην Ευρώπη και, θα έλεγε κανείς, σε ολόκληρο τον κόσμο. Ποιητές, ζωγράφοι, γλύπτες, μουσουργοί και άλλοι καλλιτέχνες συγκινήθηκαν και εμπνεύστηκαν από τον νεκρό ήρωα, με αποτέλεσμα ο ελληνικός Αγώνας να γίνει ευρύτερα γνωστός και να ενισχυθεί σημαντικά το φιλελληνικό κίνημα.

Ποιο ήταν όμως το ξεχωριστό και μοναδικό στοιχείο που έκανε τον Μάρκο αναντικατάστατο ως στρατηγό; Η αταλάντευτη και χωρίς ιδιοτέλεια αφοσίωσή του στον Αγώνα για την ελευθερία. Από τη θέση αυτή δεν παρέκλινε ούτε εκατοστό. Ούτε οι προσωπικές φιλοδοξίες, ούτε οι εμφύλιες διαμάχες, ούτε οι δυσκολίες του πολέμου κατάφεραν να τον απομακρύνουν από τον σκοπό του. Για τον Μάρκο Μπότσαρη η πατρίδα βρισκόταν πάντοτε πάνω από το προσωπικό συμφέρον και η ελευθερία πάνω από κάθε αξίωμα και τιμή.

Υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα. Διέθετε ευφυΐα, διπλωματικές και πολιτικές ικανότητες, αλλά και σπάνια πολεμική και στρατιωτική αντίληψη. Άκουγε, διάβαζε και μάθαινε διαρκώς, ενώ επιδίωκε να συναναστρέφεται αξιόλογους ανθρώπους. Ήταν σεμνός, σοβαρός και μετρημένος, σταθερός στη συμπεριφορά του, χωρίς αλαζονεία και έπαρση. Όταν άκουγε αισχρολογίες ή ανάρμοστες συζητήσεις, δυσφορούσε και αποχωρούσε. Είχε καταφέρει να ενώσει τους Σουλιώτες, αλλά και, όσο ήταν δυνατόν, τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Συνδύαζε τον γενναίο πολεμιστή με τον συνετό ηγέτη, τον τολμηρό οπλαρχηγό με τον διορατικό πολιτικό,χαρακτηριστικά που σχεδόν κανείς άλλος οπλαρχηγός δεν διέθετε. Γι’ αυτό και η απώλειά του δεν σήμαινε μόνο τον θάνατο ενός μεγάλου αγωνιστή, αλλά και την απώλεια ενός ανθρώπου που μπορούσε να εμπνεύσει, να ενώνει και να καθοδηγεί.

Το νεαρό της ηλικίας του, το μεγαλείο της ψυχής του και η αξία του ως στρατηγού συγκίνησαν τη λαϊκή ψυχή. Οι απλοί άνθρωποι τον έκλαψαν και τον μοιρολόγησαν όσο ίσως κανέναν άλλον ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, μετατρέποντάς τον σε σύμβολο ανδρείας, αυτοθυσίας και ανιδιοτελούς προσφοράς προς την πατρίδα.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις