Μάρκος Μπότσαρης ο αετός του Σουλίου,α΄ μέρος
ΕΝΑΣ ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ
Σουλιώτης, επαναστάτης, στρατηγός, ήρωας. Ντροπαλός και λιγομίλητος, ηθικός και δίκαιος, έντιμος και ασυμβίβαστος, ο Μάρκος συγκέντρωνε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν άνθρωπο να ξεχωρίζει όχι μόνο ως πολεμιστή αλλά και ως προσωπικότητα.
Οι μεγάλες μορφές του 1821, με τη ζωή και τη δράση τους, σφράγισαν τον Αγώνα για την Ελευθερία και μέσα από τις διηγήσεις και τα κατορθώματά τους χαράχτηκαν βαθιά στη συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού.Ο Μάρκος Μπότσαρης είναι από τους λίγους αγωνιστές για τους οποίους δύσκολα μπορεί κανείς να βρει κάποιο ψεγάδι, μια σκιά ή έστω μια υπόνοια προσωπικής φιλοδοξίας ή ιδιοτέλειας. Η ανιδιοτέλεια, η γενναιότητα, η σεμνότητα και η απόλυτη αφοσίωσή του στον Αγώνα τον ανέδειξαν σε σύμβολο αγωνιστή και ιδανικού ήρωα. Ο πρόωρος και ηρωικός θάνατός του στο Κεφαλόβρυσο το 1823 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον θρύλο του, μετατρέποντάς τον σε μία από τις πιο αγαπητές και σεβαστές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Ο Μάρκος, γόνος της μεγάλης φάρας των Μποτσαραίων, γεννήθηκε το 1790 στο Σούλι. Ήταν γιος του Κίτσου Μπότσαρη και της Χρυσούλας Παπαζώτου Γιώτη.Οι πρόγονοί του είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Σουλίου, και συγκεκριμένα χωριό Δράγανη.
Οι Μποτσαραίοι, μαζί με την άλλη μεγάλη φάρα των Τζαβελαίων, σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της αντίστασης των Σουλιωτών απέναντι στα επεκτατικά σχέδια του Αλή Πασά. Με τις πολεμικές τους ικανότητες, την επιμονή και την αφοσίωσή τους στην ελευθερία, πρωταγωνίστησαν στους πολύχρονους αγώνες του Σουλίου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατήρηση της ανεξαρτησίας του απέναντι στις συνεχείς επιθέσεις του ισχυρού ηγεμόνα των Ιωαννίνων.
Ο Μάρκος ανδρώθηκε στο Σούλι, μεγαλώνοντας σύμφωνα με τις παραδόσεις και τις αξίες των Σουλιωτών. Σε κάποια περιόδο της νεότητάς του βρέθηκε στην αυλή του Αλή Πασάς ως όμηρος, όπως συνέβαινε συχνά με τα παιδιά των ισχυρών σουλιώτικων οικογενειών. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί με Γάλλους αξιωματικούς, αποκτώντας πολύτιμες γνώσεις γύρω από τη στρατιωτική τέχνη και τις πολεμικές τακτικές της εποχής.
Οι πολύχρονοι αγώνες των Σουλιωτών για να παραμείνουν ελεύθεροι στον τόπο τους έφτασαν στις αρχές του 19ου αιώνα σε οριακό σημείο. Οι συνεχείς επιθέσεις, οι μηχανορραφίες του Αλή πασά, αλλά και οι εσωτερικές διχόνοιες οδήγησαν τελικά στην πτώση του Σουλίου το 1803. Οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και κυνηγήθηκαν ανελέητα από τους αντιπάλους τους.
Ο Κίτσος Μπότσαρης με την οικογένειά του κατέφυγε στη Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Σέλτσο,μαζί με άλλους Σουλιώτες. Τον Απρίλιο του 1804 οι οθωμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στη μονή. Ακολούθησε σκληρή μάχη, μεγάλη σφαγή και λεηλασία. Πολλοί σφαγιάστηκαν,άλλοι αιχμαλωτίστηκαν.Ο νεαρός Μάρκος, μαζί με τον πατέρα του, κατόρθωσε να διαφύγει και να περάσει στα Επτάνησα. Τα τραγικά γεγονότα του Σέλτσου χάραξαν την προσωπικότητα του.Ακλόνητη ήταν η απόφασή του να αφιερώσει τη ζωή του στην ελευθερία της πατρίδας του. Από τότε και μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του δεν ξέφυγε ούτε στο ελάχιστο από αυτό το χρέος.
Στην Κέρκυρα, όπου κατέφυγε μετά την πτώση του Σουλίου, κατατάχθηκε ως υπαξιωματικός στα στρατιωτικά σώματα Ηπειρωτών και Σουλιωτών που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Εκεί ο ευφυής και ανήσυχος Μάρκος είχε την ευκαιρία να μάθει πως οι Ευρωπαίοι αξιωματικοί κάνουν τον σύγχρονο πόλεμο και να αντιληφθεί τη στενή σχέση της πολεμικής δράσης με την πολιτική, τη διπλωματία αλλά και την κατασκοπία. Γεναίος,αεικίνητος και ευφυής, αφομοίωσε στοιχεία της σύγχρονης στρατιωτικής τέχνης και τα προσάρμοσε στις δικές του εμπειρίες.Έτσι διαμόρφωσε έναν ιδιαίτερο τρόπο διοίκησης και πολέμου που συνδύαζε την τόλμη, την ταχύτητα, την ευελιξία και την προσεκτική πολιτική σκέψη. Οι ικανότητές του αυτές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολεμούσε πάντοτε στην πρώτη γραμμή δίπλα στους άνδρες του, τον ανέδειξαν γρήγορα σε έναν από τους σημαντικότερους και πιο χαρισματικούς οπλαρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης, κερδίζοντας τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων.
Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του ήταν η ιδιαίτερη κλίση που έδειξε στα γράμματα, κάτι αρκετά σπάνιο για έναν οπλαρχηγό της εποχής. Στα παιδικά του χρόνια στο Σούλι είχε ως δάσκαλο τον καλόγερο Σαμουήλ, ο οποίος δεν του δίδαξε μόνο ανάγνωση και γραφή, αλλά και τις αξίες της τιμής, της πίστης, της αυτοθυσίας και της αγάπης για την πατρίδα. Οι διδαχές αυτές άφησαν βαθύ αποτύπωμα στον χαρακτήρα του Μάρκου και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.Στην Κέρκυρα έμαθε την ιταλική γλώσσα και το 1809 συνέταξε ένα ελληνοαλβανικό λεξικό, έργο που μαρτυρεί το πνευματικό του ενδιαφέρον και το υψηλό του επίπεδο για τα δεδομένα της εποχής.
Το 1810 πήρε διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα, λόγω απιστίας και
παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τη Χρυσούλα Καλογήρου, κόρη του αρματολού
της Πρέβεζας Χρηστάκη Καλογήρου, η οποία του χάρισε δύο παιδιά, τον
Δημήτριο Μπότσαρη (1814-1871), στρατιωτικό και πολιτικό και την
Κατερίνα-Ρόζα Μπότσαρη (1820-1872), καλλονή της εποχής της, η οποία
διετέλεσε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.
Τον Μάρτιο του 1811 πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων κατά την προσπάθειά τους να αποκρούσουν αγγλική απόβαση στα Επτάνησα. Στις αντίπαλες δυνάμεις υπηρετούσε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Οι δύο άνδρες, που τότε βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, θα συναντηθούν λίγα χρόνια αργότερα στον κοινό Αγώνα για την Ελευθερία και θα συνδεθούν με αμοιβαία εκτίμηση και φιλία.
Η επικράτηση των Άγγλων στα Επτάνησα ανάγκασε πολλούς Σουλιώτες να επιστρέψουν στην Ήπειρο.Ο Αλή Πασάς, επιδιώκοντας να εξουδετερώσει τους ισχυρούς Σουλιώτες, παγίδευσε με δόλο τον πατέρα του Μάρκου, Κίτσο Μπότσαρη, αφήνοντάς του να εννοηθεί ότι σκόπευε να του παραχωρήσει το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Τη θέση αυτή κατείχε τότε ο Γώγος Μπακόλας, ο οποίος, φοβούμενος ότι θα τη χάσει, ήρθε σε σύγκρουση με τον Κίτσο Μπότσαρη τον οποίο και δολοφόνησε το 1813.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αλή πασάς διόρισε τον Μάρκο Μπότσαρη αρματολό με έδρα τον Κακολάκκο του Πωγωνίου. Ο Μάρκος, με επιφυλάξεις και ιδιαίτερη προσοχή, αποδέχθηκε τη θέση, γνωρίζοντας καλά τον χαρακτήρα και τις μεθοδεύσεις του Αλή. Παρέμεινε στο αρματολίκι έως το 1820, διατηρώντας πάντοτε επαφές με τους συμπατριώτες του Σουλιώτες και παρακολουθώντας τις εξελίξεις που προμήνυαν τον επερχόμενο ξεσηκωμό.
Τον Ιούλιο του 1820 ξέσπασε η σύγκρουση ανάμεσα στον Σουλτάνο και τον Αλή πασά. Αυτοκρατορικά στρατεύματα εκστράτευσαν στην Ήπειρο και πολιόρκησαν τα Ιωάννινα, ενώ ο άλλοτε πανίσχυρος ηγεμόνας έδινε την ύστατη μάχη για να διατηρήσει την εξουσία του. Οι Σουλιώτες και ο Μάρκος Μπότσαρης είδαν σε αυτή την αναταραχή μια μοναδική ευκαιρία να επιστρέψουν στην πατρογονική τους γη, το Σούλι. Αρχικά συμμάχησαν με τον Σουλτάνο, σύντομα όμως στράφηκαν στο πλευρό του Αλή πασά, αφού αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα τον σκοπό τους. Ο ίδιος ο Μάρκος ανέλαβε τις δύσκολες διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε την επιστροφή όλων των Σουλιωτών και την πλήρη ελευθερία του Σουλίου.
Στις μάχες που ακολούθησαν εναντίον των σουλτανικών στρατευμάτων, ο Μπότσαρης, ως ένας από τους αρχηγούς των Σουλιωτών, έδειξε τις σπουδαίες στρατιωτικές του ικανότητες και πέτυχε σημαντικές νίκες. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Οθωμανοί ανάγκασαν την Υψηλή Πύλη να στείλει στην Ήπειρο τον Χουρσίτ Πασάς, διοικητή της Πελοποννήσου, ο οποίος έφθασε στην περιοχή στα μέσα Μαρτίου του 1821.
Περίπου την ίδια εποχή έφθασαν στο Σούλι, μέσω Κέρκυρας, ο Χριστόφορος Περραιβός ως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας, ο Νάσος Φωτομάρας που τον ακολούθησε από τη Μάνη, καθώς και άλλοι Σουλιώτες από τα Επτάνησα. Για το αν ο Μάρκος Μπότσαρης ή άλλοι Σουλιώτες ήταν ήδη μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Βέβαιο πάντως είναι ότι η παρουσία των Φιλικών και η μεταφορά των μηνυμάτων του αρχηγού της Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, κινητοποίησαν τους Σουλιώτες.
Από εκείνη τη στιγμή ο Μάρκος Μπότσαρης και το σύνολο σχεδόν των Σουλιωτών ρίχτηκαν με πάθος στον κοινό εθνικό αγώνα. Με τις πράξεις, τις θυσίες και το αίμα τους σφράγισαν τη μεγάλη προσφορά τους στην Ελληνική Επανάσταση, χωρίς να αφήσουν την παραμικρή αμφιβολία για την αφοσίωσή τους στην υπόθεση της ελευθερίας του Ελληνισμού.
Για ένα μικρό διάστημα η συμμαχία των Σουλιωτών με τους Τουρκαλβανούς του Αλή πασά διατηρήθηκε. Ο Μάρκος Μπότσαρης ακολούθησε μια ιδιαίτερα ευέλικτη και έξυπνη στρατηγική, αποδεικνύοντας όχι μόνο τις πολεμικές αλλά και τις διαπραγματευτικές και ηγετικές του ικανότητες. Οι συγκρούσεις με τα σουλτανικά στρατεύματα συνεχίζονταν, όμως ήταν φανερό ότι η εύθραυστη αυτή συμμαχία δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για πολύ. Στο μεταξύ προετοιμαζόταν μια μεγάλη επιχείρηση με σκοπό τη λύση της πολιορκίας των Ιωαννίνων και τη διάσωση του Αλή πασά.
Ο Μάρκος βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο ευφυής Φαναριώτης τού είχε συστήσει να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε γρήγορη λήξη της πολιορκίας. Η παράτασή της εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς όσο ο Αλή πασάς παρέμενε ζωντανός, σημαντικές οθωμανικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες στην εξόντωσή του και δεν μπορούσαν να στραφούν εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων.
Στα μέσα Νοεμβρίου αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί επιχείρηση για την κατάληψη της Άρτας. Αρχικά όλα έδειχναν ότι η πόλη θα περνούσε στα χέρια των Σουλιωτών και των Τουρκαλβανών.Κατά τη διάρκεια της επίθεσης πολλοί στράφηκαν στη λαφυραγώγηση αντί να ολοκληρώσουν την επιχείρηση. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην αποτυχία της προσπάθειας και επιτάχυνε τη διάλυση της συμμαχίας.
Λίγο αργότερα αντιπροσωπεία Τουρκαλβανών μετέβη στο Μεσολόγγι για συνομιλίες με τον Μαυροκορδάτο. Οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε κάποια συμφωνία. Οι Τουρκαλβανοί όμως διαπίστωσαν πλέον ότι οι ελληνικές δυνάμεις δεν πολεμούσαν σε τοπικό επίπεδο για τον Αλή πασά,αλλά είχαν τις δικές τους επιδιώξεις.
Σε αυτή περίπου τη χρονική περίοδο συνέβη ένα ακόμη γεγονός που φανερώνει το μεγαλείο του χαρακτήρα του Μάρκου Μπότσαρη. Θα περίμενε κανείς ότι η δολοφονία του πατέρα του θα γέμιζε την ψυχή του με μίσος και την επιθυμία της εκδίκησης. Όμως ο Μάρκος στάθηκε πάνω από τα προσωπικά του αισθήματα και τις οικογενειακές έχθρες. Αντιλαμβανόμενος τις κρίσιμες εθνικές περιστάσεις και την ανάγκη ενότητας των Ελλήνων, επέλεξε τον δρόμο της συμφιλίωσης.
Έτσι έφτασε στο σημείο να συμφιλιωθεί με τον Γώγο Μπακόλας, ο οποίος θεωρούνταν υπεύθυνος για τη δολοφονία του πατέρα του, δηλώνοντας πως το έκανε «δια την αγάπην της πατρίδος». Με τη στάση του αυτή δίδαξε ένα διαφορετικό ήθος, βάζοντας το συμφέρον του έθνους πάνω από την προσωπική εκδίκηση. Ήταν μια πράξη που φανέρωνε όχι μόνο τη μεγαλοψυχία του αλλά και τη βαθιά του επίγνωση ότι η ελευθερία της πατρίδας απαιτούσε την υπέρβαση των παλιών παθών και διχασμών.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου