Η ΜΑΧΗ της ΑΛΑΜΑΝΑΣ

Η Θ Υ Σ Ι Α  του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

Η Αλαμάνα μαζί με το Χάνι της Γραβιάς είναι οι δύο πρώτες σημαντικές μάχες στη Στερεά Ελλάδα, στην προσπάθεια των Ελλήνων να σταματήσουν την οθωμανική προέλαση προς τον Νότο. Έναν περίπου μήνα μετά την έκρηξη της Επανάστασης σε Μοριά και Ρούμελη, η αντίσταση στην Αλαμάνα, παρά την ήττα, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η μάχη, ο τραυματισμός, η σύλληψη και το μαρτύριο του Αθανασίου Διάκου ανέδειξαν την Αλαμάνα σε τόπο θυσίας και ηρωισμού, σύμβολο αυτοθυσίας για την ελευθερία και μία από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

 Αθανάσιος Διάκος

Στα 1821 ο Αθανάσιος Διάκος ήταν περίπου τριάντα ετών. Είχε ακολουθήσει μια ασυνήθιστη πορεία ζωής. Μεγαλωμένος με αρχές και αξίες, έχοντας λάβει για την εποχή αξιόλογη μόρφωση, στράφηκε από νεαρή ηλικία προς τον μοναχισμό και χειροτονήθηκε διάκος. Από την εκκλησιαστική αυτή ιδιότητα προήλθε και το όνομα  με το οποίο έμεινε γνωστός στην ιστορία.

Κάτω από συνθήκες που δεν είναι απολύτως εξακριβωμένες, εγκατέλειψε τη μοναχική ζωή. Άλλες πηγές αναφέρουν επεισόδιο με Οθωμανό αξιωματούχο, ενώ άλλες κάνουν λόγο για συμπλοκή που κατέληξε σε φόνο και αποδόθηκε στον ίδιο. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, ο Διάκος βρέθηκε σύντομα στον κόσμο των κλεφτών και των αρματολών, που κυριαρχούσαν στα βουνά της Ρούμελης.

Για ένα διάστημα υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου γνώρισε και συνδέθηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και εντάχθηκε ενεργά στην προετοιμασία της Επανάστασης.

Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Αγώνα, το όνομά του ήταν ήδη γνωστό σε ολόκληρη τη Ρούμελη. Οι σύγχρονοί του τον περιγράφουν ως γενναίο, δίκαιο και τίμιο οπλαρχηγό, χωρίς ιδιοτέλεια και εγωισμό, άνθρωπο που αδιαφορούσε για τα λάφυρα και τις προσωπικές τιμές και ενδιαφερόταν περισσότερο για την ελευθερία του τόπου παρά για το προσωπικό του όφελος. Αυτή ακριβώς η ψυχοσύνθεση είναι που θα τον οδηγήσει στην Αλαμάνα. Όταν έρθει η ώρα της κρίσης, ο Διάκος δεν θα υπολογίσει πιθανότητες νίκης ή διαφυγής. Θα επιλέξει να μείνει στη θέση του και να πολεμήσει μέχρι τέλους.

Επανάσταση στη Ρούμελη 

Η Ρούμελη, σε σύγκριση με τον Μοριά, είχε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Δεν υπήρχαν ισχυροί πρόκριτοι με την επιρροή που συναντούσε κανείς στην Πελοπόννησο. Τον σημαντικότερο ρόλο διαδραμάτιζαν οι τοπικοί οπλαρχηγοί και αρματολοί, οι οποίοι μέσα από ένα πολύπλοκο πλέγμα προσωπικών σχέσεων, φιλοδοξιών, συμμαχιών και ανταγωνισμών διαμόρφωναν τις εξελίξεις στην περιοχή.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιρροή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με πολλούς καπετάνιους της Ρούμελης. Η ρήξη του με τον Σουλτάνο το 1820 και η εξέγερσή του απορρόφησαν σημαντικές οθωμανικές δυνάμεις στην Ήπειρο και δημιούργησαν συνθήκες που ευνόησαν την προετοιμασία και το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα.

Στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, χάρη στην παρουσία ισχυρών οπλαρχηγών, οι εξελίξεις έτρεξαν γρήγορα. Στις 27 Μαρτίου 1821, στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας κήρυξε την Επανάσταση.

Ο Αθανάσιος Διάκος, που μετά τη φυγή του Οδυσσέα Ανδρούτσου είχε αναγνωριστεί ως οπλαρχηγός της περιοχής και καπετάνιος στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, κατέφυγε σε ένα ευφυές τέχνασμα. Προσποιούμενος ότι ενεργούσε υπέρ των Οθωμανών, ζήτησε από τον βοεβόδα της Λιβαδειάς άδεια να εξοπλίσει τους άνδρες του για την αντιμετώπιση δήθεν επαναστατικών κινήσεων. Όταν οι προετοιμασίες ολοκληρώθηκαν, οι Έλληνες κινήθηκαν συντονισμένα εναντίον της οθωμανικής φρουράς. Ύστερα από σύντομες συγκρούσεις, η Λιβαδειά απελευθερώθηκε την 1η Απριλίου 1821, αποτελώντας την πρώτη μεγάλη πόλη της Ρούμελης που πέρασε στα χέρια των επαναστατών.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Απριλίου, ο Πανουργιάς, έμπειρος οπλαρχηγός της περιοχής, κατέλαβε το κάστρο των Σαλώνων. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και άλλες πόλεις και περιοχές, όπως η Θήβα, η Αταλάντη, το Λιδωρίκι και η Αθήνα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ολόκληρη σχεδόν η Ανατολική Στερεά Ελλάδα κινείτο πλέον σε επαναστατικούς ρυθμούς.

Η Μάχη της Αλαμάνας,αριστερά φαίνεται θανάσιμα τραυματισμένος ο Επίσκοπος Σάλωνων Ησαΐας 

Η μάχη στην Αλαμάνα

Η αντίδραση των Οθωμανών στις επαναστατικές κινήσεις σε Πελοπόννησο και Ρούμελη ήταν άμεση. Ο Χουρσίτ Πασάς, εξουσιοδοτημένος από τον Σουλτάνο για την αντιμετώπιση της Ελληνικής Επανάστασης, οργάνωσε από τα Ιωάννινα την αποστολή ισχυρής στρατιάς με τελικό προορισμό την απειλούμενη Τριπολιτσά και τα άλλα οθωμανικά κάστρα του Μοριά. Πριν όμως φτάσει εκεί, έπρεπε να διασχίσει τη Στερεά Ελλάδα και να καταστείλει την Επανάσταση που είχε ήδη ξεσπάσει στις περιοχές αυτές.

Επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος, που αριθμούσε περίπου 7.000 άνδρες, τέθηκαν δύο ικανοί στρατιωτικοί, ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ. Ο πρώτος, αλβανικής καταγωγής και παλαιός συνεργάτης του Αλή Πασά, είχε ταχθεί τελικά με το μέρος του Σουλτάνου. Παρά την επιφυλακτικότητα που υπήρχε απέναντί του στην Υψηλή Πύλη, η γνώση του για τη Ρούμελη, τους δρόμους της και τους Έλληνες οπλαρχηγούς τον καθιστούσε πολύτιμο για την εκστρατεία.

Στις 17 Απριλίου 1821 η οθωμανική στρατιά έφτασε στο Λιανοκλάδι, λίγο έξω από την Υπάτη. Οι Έλληνες οπλαρχηγοί Αθανάσιος Διάκος, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να περικυκλωθούν, εγκατέλειψαν τις προωθημένες θέσεις τους. Στην Υπάτη (Πατρατζίκι) προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να εξασφαλίσουν τη συνεργασία του τοπικού οπλαρχηγού Μήτσου Κοντογιάννη, ο οποίος δίσταζε ακόμη να ταχθεί ανοιχτά με την Επανάσταση.

Ο αρχικός σχεδιασμός των Ελλήνων προέβλεπε επίθεση εναντίον της Λαμίας, που αποτελούσε σημαντικό οθωμανικό κέντρο στη Ρούμελη. Η εμφάνιση όμως της ισχυρής οθωμανικής στρατιάς ανέτρεψε τα σχέδιά τους. Πλέον, προτεραιότητα ήταν η οργάνωση της άμυνας και η αναχαίτιση της προέλασης του εχθρού προς τη νότια Ελλάδα.


Στη σύσκεψη των τριών οπλαρχηγών εμφανίστηκε διχογνωμία σχετικά με το τόπο οργάνωσης της άμυνας. Ο Δυοβουνιώτης υποστήριξε ότι το μικρό ελληνικό σώμα, που δεν ξεπερνούσε τους 1.500 άνδρες, δεν έπρεπε να διασπαστεί αλλά να συγκεντρωθεί σε ισχυρή αμυντική θέση γύρω από τον Γοργοπόταμο.

Αντίθετα, ο Πανουργιάς και ο Αθανάσιος Διάκος πίστευαν ότι έπρεπε να φυλαχθούν και οι δύο βασικοί δρόμοι που οδηγούσαν προς τη Βοιωτία και τη Φωκίδα, ώστε να δυσκολευτεί η προέλαση του εχθρού προς τη νότια Ελλάδα.

Τελικά επικράτησε η δεύτερη άποψη και οι ελληνικές δυνάμεις διασπάστηκαν σε τρία μέρη. Ο Πανουργιάς κατέλαβε τις θέσεις στο χωριό Μουασταφάμπεη και τα υψώματα της Χαλκωμάτας με 600 άνδρες, ο Δυοβουνιώτης οχυρώθηκε στη γέφυρα του Γοργοποτάμου με 400, ενώ ο Διάκος ανέλαβε την υπεράσπιση της γέφυρας της Αλαμάνας,του δρόμου προς τις Θερμοπύλες.

Απο τη μια οι δυνάμεις των επαναστατών ήταν μικρές από την άλλη κάλυπταν ευρύ χώρο,ούτε αλληυποστήριξη ηυπήρχε ούτε και εφεδρείες.Στην πράξη καθένα από τα τρία μερη θα έδινε μόνο του τη μάχη.απένανστι στους Οθωμανούς.

Στις 23 Απριλίου η οθωμανική στρατιά, προελαύνοντας από το Λιανοκλάδι με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη και από τη Λαμία με τον Κιοσέ Μεχμέτ, προσέγγισε τα στενά περάσματα του Σπερχειού. Ο Ομέρ Βρυώνης, βλέποντας τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και επιθυμώντας να πιστωθεί ο ίδιος την επιτυχία της επιχείρησης, αποφάσισε να επιτεθεί ταυτόχρονα στις ελληνικές θέσεις.

Η πρώτη επίθεση εκδηλώθηκε εναντίον του Δυοβουνιώτη. Οι άνδρες του, παρά την αντίσταση που πρόβαλαν, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις γύρω ορεινές και οχυρές θέσεις. Ο δρόμος άνοιξε για τους Οθωμανούς και τα υπόλοιπα ελληνικά τμήματα βρέθηκαν πλέον εκτεθειμένα στην εχθρική επίθεση.

Στο Μουσταφάμπεη, άνδρες του Πανουργιά πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση από σπίτια και εκκλησίες και κράτησαν τις θέσεις τους. Στη συνέχεια, το κύριο οθωμανικό σώμα στράφηκε προς τη Χαλκωμάτα, όπου βρισκόταν ο Πανουργιάς. Η μάχη υπήρξε σκληρή και η ελληνική αντίσταση δυναμική. Ο τραυματισμός όμως του Πανουργιά αποδείχθηκε καταλυτικός για την εξέλιξη της σύγκρουσης. Οι άνδρες του αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν στις γύρω ορεινές θέσεις.

Στο πεδίο της μάχης έπεσε μαχόμενος μία από τις σημαντικότερες μορφές της Επανάστασης και της Εκκλησίας, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας. Ο ιεράρχης που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε ευλογήσει την Επανάσταση στον Όσιο Λουκά, πολέμησε στο πλευρό των αγωνιστών και θυσιάστηκε για την ελευθερία της πατρίδας.


Την ίδια ώρα στην Αλαμάνα έμενε μόνος και τελευταίος ο Διάκος με τα παλικάρια του.Στην γέφυρα,λίγα μέτρα μακριά από τις Θερμοπύλες ο Διάκος,δεύτερος Λεωνίδας,θα δοκίμαζε την αντοχή του αλλά  και τις αρχές του. 

Οι επιθέσεις των Τούρκων ήταν σφοδρές. Λίγο πριν από τη γέφυρα, δυο οπλαρχηγοί,ο Καλύβας και ο Μπακογιάννης, είχαν κλειστεί σε ένα χάνι και απασχολούσαν σημαντικές εχθρικές δυνάμεις. Η πίεση όμως γινόταν συνεχώς μεγαλύτερη, καθώς οι Οθωμανοί ενισχύονταν και εκμεταλλεύονταν την υποχώρηση των άλλων ελληνικών σωμάτων.

Οι πιο στενοί σύντροφοί του, αντιλαμβανόμενοι ότι η παραμονή τους στη θέση αυτή θα οδηγούσε στην ολοκληρωτική καταστροφή, τον παρακινούσαν να αποχωρήσει. Ο Δυοβουνιώτης είχε ήδη αποσυρθεί, ενώ ο Πανουργιάς είχε ηττηθεί. Ο φίλος του, Βασίλης Μπούσγος, διέταξε να φέρουν το άλογό του, ώστε να είναι έτοιμος να διαφύγει. Τον παρακαλούσε να σκεφτεί ότι θα ήταν πολύ πιο χρήσιμος σε μια επόμενη μάχη παρά νεκρός ή αιχμάλωτος.

Ο Διάκος όμως, απτόητος και πεισματάρης μέχρι την τελευταία στιγμή, επέλεξε να μείνει. Δίπλα του παρέμειναν περίπου πενήντα παλικάρια, αποφασισμένα να πολεμήσουν μέχρι τέλους.

Η μάχη γύρω από τη γέφυρα συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Οι άνδρες του Διάκου, σχεδόν περικυκλωμένοι, αγωνίζονταν σώμα με σώμα. Κάποια στιγμή έπεσε νεκρός ο αδελφός του, Κωνσταντίνος. Ο ίδιος ο Διάκος, τραυματισμένος στην κλείδωση του ώμου και με το δεξί του χέρι σχεδόν αχρηστευμένο, κρατούσε το στομωμένο σπαθί του με το αριστερό και μαχόταν με πρωτοφανές πείσμα.

Τελικά πάνω του όρμησαν Αλβανοί στρατιώτες, οι οποίοι τον συνέλαβαν και σύντομα αναγνώρισαν ποιος ήταν. Ο τραυματισμένος οπλαρχηγός οδηγήθηκε αιχμάλωτος μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη και κατόπιν στη Λαμία.

Πολλοί από τους στενότερους συντρόφους του είχαν ήδη πέσει στη μάχη. Ανάμεσά τους ο αδελφός του Κωνσταντίνος, αλλά και οι οπλαρχηγοί Καλύβας και Μπακογιάννης, οι οποίοι πραγματοποίησαν ηρωική έξοδο από το χάνι και χτυπήθηκαν θανάσιμα πολεμώντας μέχρι την τελευταία στιγμή. Συνολικά, οι ελληνικές απώλειες υπολογίζονται σε περίπου 150 έως 200 νεκρούς, ενώ αρκετοί ακόμη τραυματίστηκαν ή διασκορπίστηκαν μετά τη μάχη. Οι Οθωμανοί, παρά τη νίκη τους, υπέστησαν επίσης σημαντικές απώλειες, οι οποίες σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των πηγών ανήλθαν σε 300 έως 500 νεκρούς και τραυματίες.


 

Ο φριχτός θάνατος

Η εικόνα του Διάκου να παραμένει στη θέση του και να πολεμά χωρίς φόβο, με αυταπάρνηση και περιφρόνηση προς τον θάνατο, εντυπωσίασε τον Ομέρ Βρυώνη. Οι δύο άνδρες είχαν γνωριστεί κατά τα χρόνια της υπηρεσίας τους στην αυλή του Αλή Πασά και ο Αλβανός στρατηγός γνώριζε καλά τις ικανότητες και το κύρος του Ρουμελιώτη οπλαρχηγού.

Ο Βρυώνης επιχείρησε να του χαρίσει τη ζωή. Του πρότεινε να εγκαταλείψει τον Αγώνα και να ενταχθεί στις τάξεις του οθωμανικού στρατού. Με τον τρόπο αυτό θα κέρδιζε έναν ικανό πολεμιστή, ενώ παράλληλα θα έστελνε το μήνυμα ότι ακόμη και γνωστοί Έλληνες οπλαρχηγοί εγκατέλειπαν την Επανάσταση.

Ο Διάκος, όμως, αρνήθηκε με περηφάνια κάθε πρόταση. Σύμφωνα με την παράδοση, απάντησε ότι γεννήθηκε Έλληνας και Έλληνας θα πεθάνει. Η στάση του εξόργισε τους Οθωμανούς και σύντομα του ανακοινώθηκε η θανατική του καταδίκη με έναν από τους πιο φρικτούς τρόπους εκτέλεσης, τον ανασκολοπισμό.

Την επομένη της μάχης, στις 24 Απριλίου 1821, μια ημέρα μετά τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, ο Αθανάσιος Διάκος,μάρτυρας της πατρίδας και της πίστης του, οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης. Ο θάνατός του είχε σκοπό να τρομοκρατήσει τους επαναστατημένους Έλληνες και να λειτουργήσει ως παραδειγματισμός για όσους σκέφτονταν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Επανάστασης.


 

Αντί όμως να κάμψει το ηθικό των Ελλήνων, το μαρτύριό του συγκλόνισε τη Ρούμελη και ολόκληρο τον υπόδουλο Ελληνισμό. Ο Διάκος μετατράπηκε από οπλαρχηγός σε σύμβολο θυσίας και ελευθερίας. Το σώμα του τάφηκε από χριστιανούς της περιοχής, κοντά στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η προτομή του, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη της θυσίας του.

Η μάχη της Αλαμάνας κατέδειξε τις μεγάλες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες επαναστάτες απέναντι στις ισχυρές οθωμανικές στρατιές. Η ελληνική άμυνα, διασπασμένη σε πολλά τμήματα, αποδείχθηκε αδύνατο να αναχαιτίσει έναν πολυάριθμο και καλά οργανωμένο αντίπαλο. Ο Ομέρ Βρυώνης ήταν νικητής και ο δρόμος προς τη νότια Ελλάδα φαινόταν ανοιχτός.

Στην περιοχή όμως επρόκειτο να εμφανιστεί ο άλλος μεγάλος οπλαρχηγός της Ρούμελης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Διαφωνίες και ανταγωνισμοί με τους καπετάνιους τον είχαν κρατήσει μακριά από τη μάχη της Αλαμάνας. Τώρα, όμως, η κατάσταση δεν άφηνε περιθώρια για καθυστερήσεις.

Το νέο πεδίο της αναμέτρησης θα βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα, σε ένα ταπεινό χάνι κοντά στη Γραβιά. Εκεί, λίγες ημέρες αργότερα, ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του θα έδιναν μία πολύ σημαντική  μάχη σε αυτές τις πρώτες μέρες της  Επανάστασης, ανατρέποντας την αισιοδοξία των Οθωμανών μετά τη νίκη τους στην Αλαμάνα.


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις