Πολεμώντας στην Αθήνα των Δεκεμβριανών


Η Αθήνα του Δεκέμβρη του 1944, λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση και λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, έμοιαζε με πόλη ανήσυχη, απρόβλεπτη και ανυπόμονη. Οι Αθηναίοι είχαν πια συνηθίσει την καθημερινή κακοφωνία των συνθημάτων και των καταγγελιών που αντηχούσαν από την Αριστερά. Το ΕΑΜ ακολουθούσαν χιλιάδες πολίτες, που εμπιστεύονταν περισσότερο την αντιστασιακή οργάνωση παρά την προσωρινή κυβέρνηση.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

 Η θρυαλλίδα που πυροδότησε τα γεγονότα ήταν το ματωμένο κυριακάτικο συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου, με τους πρώτους πυροβολισμούς και τους πρώτους νεκρούς. Από εκείνη τη στιγμή και για τριάντα τρεις ολόκληρες μέρες, η πόλη παραδόθηκε στη φωτιά και στον όλεθρο, μετατρεπόμενη σε ένα αδυσώπητο πεδίο μάχης.Η μεγάλη απεργία οργανώθηκε ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση Παπανδρέου, προκειμένου να μη γίνει ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Οι παροχές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, καθώς και η διάθεση καυσίμων, σταμάτησαν, ενώ ελάχιστες τηλεφωνικές γραμμές λειτουργούσαν. Με το ξεκίνημα της απεργίας, τα θέατρα, τα μαγαζιά, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια έκλεισαν. Οι συγκοινωνίες διακόπηκαν και στα λιμάνια οι εκφορτώσεις τροφίμων και φαρμάκων για τον πεινασμένο και ταλαιπωρημένο κόσμο γίνονταν με εμπόδια. Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Η χώρα είχε μόλις βγει από την Κατοχή· ωστόσο οι απόπειρες να σταθεί στα πόδια της, να αναζωογονηθεί η οικονομία και να τραφεί ο κόσμος που λιμοκτονούσε, φαίνονταν καταδικασμένες.

 Στα στενά της Αθήνας αντηχούσαν πυροβολισμοί, κραυγές και διαταγές, καθώς η ελπίδα της απελευθέρωσης από τη γερμανική κατοχή μετατρεπόταν ξαφνικά σε εμφύλια σύγκρουση. Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική αναμέτρηση· ήταν η βίαιη σύγκρουση δύο κόσμων, δύο οραμάτων για το μέλλον της χώρας. Άμαχοι, μαχητές, νέοι και γερασμένοι, όλοι βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια πόλη που πολεμούσε τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτή η εμπειρία, σκληρή και αντιφατική, σημάδεψε βαθιά τη συλλογική μνήμη και άνοιξε έναν αιματηρό δρόμο που θα οδηγούσε στα επόμενα τραγικά κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας.

Μάχες σε όλη την πόλη  

Η εικόνα της Αθήνας, αλλά και του Πειραιά, στις γειτονιές και στο κέντρο, ήταν απελπιστική και χαοτική. Από την Καισαριανή ως το Περιστέρι, από τις Τζιτζιφιές ως τους Αμπελόκηπους, από το Πολύγωνο ως του Ψυρρή, από τη Νέα Σμύρνη ως το Μοσχάτο, από το Μεταξουργείο ως τα Πετράλωνα και ως τα αεροδρόμια Τατοΐου και Ελευσίνας. Στο κέντρο —στην Ομόνοια, στην πλατεία Βάθης, στα Εξάρχεια, στην οδό Πατησίων— γίνονταν μάχες, πολιορκούνταν και καταλαμβάνονταν κτίρια, στήνονταν οχυρώσεις, οδοφράγματα και πολυβολεία.


Τακτική του ΕΛΑΣ ήταν να ανατινάσσει κτίρια, ειδικά στις γωνίες των δρόμων, και να χρησιμοποιεί τα υλικά για την κατασκευή οδοφραγμάτων. Βρετανικά αεροσκάφη έριχναν πυρά κατά συνοικιών που ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ, πολυβολεία από την Ακρόπολη και το Θησείο έβαλλαν κατά του αντιπάλου, ενώ βολές έκαναν και τα πλοία του βρετανικού στόλου από τον Πειραιά.

Ένα πανδαιμόνιο ήχων από εκρήξεις, βολές και αεροπλάνα συνέθετε ένα εφιαλτικό σκηνικό. Η σφοδρότητα των συγκρούσεων ήταν μεγάλη την ημέρα· τη νύχτα περιοριζόταν σε τυφλές βολές. Μια περίεργη αλλά χρήσιμη «ανακωχή» επικρατούσε από τις 12 έως τις 14, οπότε ο κόσμος μπορούσε να βγει για να αναζητήσει τρόφιμα ή να δει συγγενείς και φίλους. Τρόφιμα βέβαια δεν υπήρχαν σχεδόν πουθενά, ενώ ρεύμα και νερό ήταν κομμένα στο μεγαλύτερο μέρος της Αττικής. Λίγα τρόφιμα διανέμονταν στις περιοχές που ήλεγχαν οι Βρετανοί. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά και άνοιξαν ξανά στις 8 Ιανουαρίου. Οι μαυραγορίτες θησαύριζαν πουλώντας τρόφιμα αμφιβόλου ποιότητας σε εξωφρενικές τιμές. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι εξακολουθούσε να διανέμεται γάλα σε δύο κέντρα διανομής, καθώς και στα νοσοκομεία.



Ο κόσμος έμενε κλεισμένος στα σπίτια του τον περισσότερο χρόνο λόγω του κινδύνου από ελεύθερους σκοπευτές αλλά και από τα βλήματα όλμων που έπεφταν σε πλατείες και δρόμους.Οι ανταλλαγές πυρών ξεσπούσαν ξαφνικά. Πολλά ήταν τα θύματα μεταξύ του άμαχου πληθυσμού, που βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά. Η ταφή τους γινόταν γρήγορα σε πρόχειρους ομαδικούς τάφους.

Κλεισμένοι στα σπίτια, πεινασμένοι, παγωμένοι και βυθισμένοι στο σκοτάδι. Ο φόβος βρισκόταν σε κάθε χτύπημα της πόρτας, που μπορούσε να είναι είτε από την αστυνομία που αναζητούσε κομμουνιστές είτε από ομάδες ασφαλείας του ΚΚΕ που αναζητούσαν δωσίλογους. Και στις δύο περιπτώσεις η «ενοχή» συχνά εξαρτιόταν από τις διαθέσεις των επισκεπτών και, τις περισσότερες φορές, η κατηγορία οδηγούσε στον θάνατο. Επρόκειτο για την πιο στυγνή και κατάπτυστη τακτική ανθρώπων που, οδηγημένοι στην αποκτήνωση, ζητούσαν άμεση εκδίκηση στο όνομα μιας ιδεολογίας ή του πατριωτισμού, με ένα περίστροφο στο χέρι ή μια κρεμάλα ή ένα μαχαίρι σε βρωμερό υπόγειο ή στη γωνιά του δρόμου.


Τα τεχνάσματα

Μέσα στη φωτιά της μάχης, έχοντας την εμπειρία από την Αντίσταση και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες για να ξεγελούν τους κατακτητές, και έχοντας μάλιστα τότε τη βοήθεια των Βρετανών στη χρήση απάτης, τεχνασμάτων και παραπλάνησης του εχθρού, ήταν πολλές οι φορές που χρησιμοποιούνταν τέτοιες μέθοδοι. Άνδρες του ΕΛΑΣ μεταμφιέζονταν σε αρρώστους νοσοκομείου και επιτίθεντο σε ανυποψίαστες βρετανικές περιπόλους, ενώ γυναίκες του ΕΛΑΣ, μεταμφιεσμένες σε νοσοκόμες, συμμετείχαν επίσης στην παραπλάνηση του αντιπάλου. Ακόμη και παιδιά χρησιμοποιούνταν από τον ΕΛΑΣ για να παρασύρουν ή να παραπλανήσουν στρατιώτες.Oι Βρετανοί στρατιώτες αδυνατούσαν ή δυσκολεύονταν να ξεχωρίσου φίλους και εχθρούς,ενώ είχαν να αντιμετωπίσουν και τη δυσκολία της γλώσσας.    


                                                                                                   Ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους δράσης του ΕΛΑΣ ήταν η χρήση ελεύθερων σκοπευτών, ακροβολισμένων σε μπαλκόνια, σε στέγες και ταράτσες, στα πιο απίθανα σημεία. Οι Βρετανοί, όπως ομολογούσαν, φοβούνταν όχι τόσο τις κατά μέτωπο επιθέσεις των ΕΛΑΣιτών όσο τους ελεύθερους σκοπευτές, που ήταν πολύ αποτελεσματικοί. Σε μία περίπτωση, ένας άνδρας του ΕΛΑΣ πυροβολούσε μέσα από τα ανοιχτά πόδια ενός παιδιού· σε άλλη περίπτωση, μία γυναίκα πλησίασε Βρετανούς κρατώντας ένα πανέρι με γλυκά και λουλούδια, ενώ ταυτόχρονα έκρυβε μία χειροβομβίδα.

Οι πυροβολισμοί εναντίον γυναικόπαιδων ήταν κάτι στο οποίο δεν είχαν συνηθίσει οι Βρετανοί. Βέβαια, η εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών θα συνεχιστεί και στην επόμενη φάση του εμφυλίου πολέμου, σε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα ήταν η δυσκολία διαχωρισμού ενόπλων και αμάχων, καθώς και η διάκριση ανάμεσα στους Ελασίτες και τους άνδρες της Εθνοφυλακής. Στη Μάχη των Αθηνών ο ΕΛΑΣ πολέμησε με τα εφεδρικά τμήματα της Αθήνας και του Πειραιά, τα μέλη των οποίων αναγνωρίζονταν από περιβραχιόνια. Οι τακτικές μονάδες με στρατιωτική περιβολή ενεπλάκησαν σε μικρό βαθμό.

Από την άλλη πλευρά, εκτός από τους Βρετανούς, τις μονάδες της ΙΙΙ ΕΟΤ και τα τμήματα της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας που αναγνωρίζονταν εύκολα από τις στολές τους, υπήρχαν και τα τάγματα της Εθνοφυλακής, τα μέλη των οποίων φορούσαν γαλάζια περιβραχιόνια λόγω έλλειψης στολών. Επίσης, συμμετείχαν και άλλες οργανώσεις, όπως η «Χ» του συνταγματάρχη Γρίβα, των οποίων τα μέλη επίσης δεν είχαν στολές.

Οι συλλήψεις 

Πολύ σοβαρό ήταν το θέμα των συλλήψεων, το οποίο σχετιζόταν άμεσα με τη δυσκολία αναγνώρισης των εμπολέμων.Οι καταγγελίες για δωσιλογισμό ή για αριστερή δράση θα γίνουν κοινή πρακτική, και η εξέταση αυτών των υποθέσεων θα είναι χρονοβόρα και συχνά θα κοστίζει στα θύματα την απώλεια της εργασίας τους ή ακόμη και της ζωής τους. Θα αποτελέσουν, επίσης, ιδανικό μέσο για το ξεκαθάρισμα παλιών λογαριασμών. Το βέβαιο είναι ότι, και στις δύο πλευρές, ιδιοτελή άτομα εκμεταλλεύτηκαν το χάος για να ικανοποιήσουν την απληστία τους ή να καλύψουν δικά τους εγκλήματα. Από τη στιγμή που οι Βρετανοί, μαζί με τις κυβερνητικές δυνάμεις, επέβαλαν την κυριαρχία τους, άρχισαν συλλήψεις ανά περιοχές ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα. Μέχρι τον τερματισμό της Μάχης είχαν συλληφθεί πάνω από 15.000 άτομα, από τα οποία οι μισοί μεταφέρθηκαν στη Μέση Ανατολή. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν καμία σχέση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν συλληφθεί από τη Χωροφυλακή για παραβίαση κανονισμών. Πολλοί από αυτούς απελευθερώθηκαν μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας,κάποιοι έμειναν στο εξωτερικό ως πολιτικοί πρόσφυγες.

Από τη μεριά του ΕΛΑΣ, στις περιοχές που έλεγχε, γίνονταν επίσης συλλήψεις ατόμων, τις περισσότερες φορές αδιάκριτα, με στόχο την εξόντωση όσων αντιτίθενταν στο ΕΑΜ. Στην αρχή αφορούσαν μόνο στρατιωτικούς· ωστόσο, κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών αποφασίστηκε να συλλαμβάνονται και άμαχοι. Ένας μεγάλος κύκλος βίας, που περιλάμβανε καταδόσεις, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και αντεκδικήσεις, άνοιξε μέσα από τις μαζικές συλλήψεις ατόμων. Εκτός από όσους κατηγορούνταν για προδοσία, συνελήφθησαν στρατιωτικοί και μέλη των οικογενειών τους, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι κ.ά.

Οι συλληφθέντες οδηγούνταν σε λεγόμενα «λαϊκά δικαστήρια», όπου άνθρωποι με εμπάθειες και ταξικό μίσος, εκμεταλλευόμενοι τις χαοτικές συνθήκες που επικρατούσαν, θεωρούσαν ότι με αυτόν τον τρόπο τιμωρούσαν δωσίλογους, προχωρώντας σε κοινωνικές εκκαθαρίσεις κάθε ατόμου που δεν ανήκε στο ΕΑΜ. Μέσα σε αυτό το κλίμα συντελέστηκε και η τραγική δολοφονία της  ηθοποιού Ελένη Παπαδάκη, η οποία κατηγορήθηκε αβάσιμα, όπως αποδείχθηκε για δωσιλογισμό και για προσωπικές σχέσεις με τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννης Ράλλης.

Όσοι από τους συλληφθέντες εκτελούνταν, θανατώνονταν υπό άγριες συνθήκες, οι οποίες συνιστούν θηριωδίες, όπως αποκαλύπτεται μέσα από μαρτυρίες αλλά και από τα ευρήματα ομαδικών τάφων, όπου βρέθηκαν πτώματα ανθρώπων που είχαν βασανιστεί πριν από τον θάνατό τους.

Μετά τα Δεκεμβριανά, κατά την αποχώρησή του από την Αθήνα, ο ΕΛΑΣ πήρε μαζί του ως ομήρους τους περισσότερους από τους συλληφθέντες. Οι άνθρωποι αυτοί υπέστησαν μεγάλες ταλαιπωρίες, περπατώντας μέσα από ορεινές περιοχές, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, ενώ δεν έλειψαν και οι επί τόπου εκτελέσεις όσων αδυνατούσαν να συνεχίσουν την πορεία.

Ο τρόπος που πολέμησαν αποτύπωνε με τον πιο έντονο τρόπο τη σύγχυση, την ένταση,την όξυνση του μίσους και της βίας.Το τίμημα για την ελληνική κοινωνία ήταν βαρύτατο. Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν μόνο μια μάχη για την εξουσία,ήταν μια τραυματική εμπειρία που σημάδεψε τη μεταπολεμική εποχή της χώρας.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις