Μετά την εποποιία η γερμανική εισβολή
Τα γερμάνια σχέδια,Η απόφαση για άμυνα και τα διλήμματα
Μετά τη νικηφόρα εποποιία της Αλβανίας, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε μια ακόμη μεγαλύτερη δοκιμασία. Η γερμανική εισβολή του Απριλίου 1941 αποκάλυψε τα στρατηγικά αδιέξοδα, την εξάντληση του στρατού και τις πιέσεις που δεχόταν η χώρα μέσα στη δίνη του παγκοσμίου πολέμου. Ο θρίαμβος στα βουνά της Ηπείρου έδωσε τη θέση του σε μια νέα, ασύγκριτα ισχυρότερη απειλή: την άρτια οργανωμένη και τεχνολογικά ανώτερη πολεμική μηχανή της Γερμανίας.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Ο ελληνικός στρατός, εξουθενωμένος και διασκορπισμένος σε πολλαπλά μέτωπα, κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που υπερείχε σε μέσα, ταχύτητα και αριθμούς. Μέσα σε αυτή την ασφυκτική συγκυρία, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας αναγκάστηκε να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για την άμυνα της Μακεδονίας και τη συνέχιση του αγώνα, σε μια περίοδο όπου η τύχη της Ελλάδας κρεμόταν κυριολεκτικά από τις επιλογές λίγων ημερών.
.
Τα σχέδια των Γερμανών
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε πλέον εξαπλωθεί, με τη Γερμανία να έχει κατακτήσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης μέσω ταχύτατων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η Βρετανία συνέχιζε να αντιστέκεται, ενώ τα Βαλκάνια αποτελούσαν το επόμενο στρατηγικό πεδίο για τον Άξονα.
Η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα κατέληξε σε φιάσκο για τον Μουσολίνι. Η ελληνική αντεπίθεση όχι μόνο απέκρουσε την εισβολή, αλλά απώθησε τις ιταλικές δυνάμεις βαθιά στη Βόρεια Ήπειρο. Ακόμη και η περίφημη εαρινή επίθεση, λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή, είχε βαλτώσει στα αλβανικά βουνά.
Ο απόλυτος έλεγχος της Βαλκανικής Χερσονήσου αποτελούσε προτεραιότητα για τον Χίτλερ από τη στιγμή που αποφάσισε τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Η Γερμανία ήθελε να ξεκαθαρίσει το τοπίο στα Βαλκάνια, ώστε να εξασφαλίσει τα νώτα των δυνάμεών της που θα έπλητταν τη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1941, σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα.
Από τις πρώτες ημέρες που διαφαινόταν ότι οι Ιταλοί δεν θα τα κατάφερναν στο αλβανικό μέτωπο, ο Χίτλερ είχε δώσει οδηγίες για την προετοιμασία γερμανικής επίθεσης. Από τη στιγμή που η ιταλική επίθεση είχε καθηλωθεί στην Αλβανία, η Ελλάδα αποτελούσε κρίσιμο πέρασμα για τη γερμανική προέλαση στα Βαλκάνια.
Η κατάληψη της Μακεδονίας και της Θράκης θα εμπόδιζε τις βρετανικές αεροπορικές επιδρομές κατά των πετρελαιοπηγών στο Πλοέστι της Ρουμανίας. Στις 12 Νοεμβρίου 1940, το υπόμνημα του Φύρερ ανέλυε την κατάσταση στην Ευρώπη και έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, για «ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να καταλάβουν τη Βουλγαρία και την Ελλάδα βορείως του Αιγαίου, ώστε η Λουφτβάφε να μπορεί να προσβάλλει στόχους στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα τις βρετανικές αεροπορικές βάσεις που απειλούν τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές».
Στην περίφημη Οδηγία 18 γινόταν λόγος ότι σκοπός των γερμανικών στρατευμάτων, που θα εξορμούσαν από τη Βουλγαρία, θα ήταν να διασπάσουν τη Γραμμή Μεταξά και να κινηθούν προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά και ανατολικά προς την Αλεξανδρούπολη.
Η επιχείρηση Μαρίτα κατά της Ελλάδας αναγκαστικά καθυστέρησε λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, αλλά και έως ότου η Βουλγαρία προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, γεγονός που πραγματοποιήθηκε την 1η Μαρτίου 1941. Μετά τη γερμανική εισβολή, η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της με τον Άξονα. Ο Χίτλερ απέδιδε ιδιαίτερη σημασία και στη Γιουγκοσλαβία, επιδιώκοντας να την προσεγγίσει, ώστε να εκμεταλλευτεί το εκτεταμένο συγκοινωνιακό της δίκτυο για τη γρήγορη μεταφορά στρατού και πολεμικού υλικού.
Αν και αρχικά η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση υπέγραψε το Τριμερές Σύμφωνο στις 25 Μαρτίου 1941, το πραξικόπημα που ξέσπασε στο Βελιγράδι στις 27 Μαρτίου 1941, κατά της συνεργασίας με τους Γερμανούς, ανέτρεψε τα δεδομένα. Τότε η γερμανική ηγεσία αποφάσισε την άμεση επίθεση τόσο κατά της Γιουγκοσλαβίας όσο και κατά της Ελλάδας, η οποία ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1941. Η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε γρήγορα και συνθηκολόγησε στις 17 Απριλίου 1941, πολύ ταχύτερα και ευκολότερα σε σύγκριση με την Ελλάδα.
Ελληνικά διλήμματα — Η αμυντική διάταξη
Ήδη από τον Φεβρουάριο, η ελληνική πλευρά γνώριζε ότι στη Ρουμανία είχε συγκεντρωθεί η 12η Στρατιά των Γερμανών με προορισμό την εκστρατεία κατά της Ελλάδας, ενώ στη Βουλγαρία είχαν ξεκινήσει εκτεταμένες τεχνικές προπαρασκευές από γερμανικά συνεργεία για τη δημιουργία υποδομών και δικτύων μεταφοράς. Η απόφαση του Βερολίνου για πόλεμο ήταν πλέον δεδομένη και, παρότι υπήρχε η υπόσχεση βρετανικής συνδρομής, ήταν σαφές ότι η Ελλάδα θα επωμιζόταν σχεδόν μόνη της το βάρος ενός δεύτερου μετώπου.
Απέναντι στις 24 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες του στρατάρχη φον Λιστ, το νέο μέτωπο μπορούσε να καλυφθεί μόλις από τρεις ελληνικές μεραρχίες και τη φρουρά των οχυρών της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Στην Ανατολική Μακεδονία παρατάχθηκαν οι δυνάμεις της Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίες αρχικά αριθμούσαν περίπου 70.000 άνδρες, αλλά μέχρι την έναρξη της γερμανικής επίθεσης είχαν περιοριστεί σε τρεις πλήρεις μεραρχίες, καθώς σημαντικά τμήματα είχαν μεταφερθεί στην Αλβανία. Η άμυνα ήταν έτσι ήδη αποδυναμωμένη, με ελάχιστα αντιαρματικά και σχεδόν μηδενική αεροπορική προστασία. Το μεγαλύτερο αδύνατο σημείο του μετώπου εντοπιζόταν στη ζώνη Αξιού–Θεσσαλονίκης, σε περίπτωση γερμανικής εισβολής από γιουγκοσλαβικό έδαφος, γεγονός που καθιστούσε την ελληνική διάταξη εξαρτημένη από τη στάση του Βελιγραδίου. Μια γερμανική προέλαση από εκεί θα σήμαινε άμεσο κίνδυνο περικύκλωσης των μονάδων που υπερασπίζονταν το Μπέλες.
Απέναντι στην ΤΣΑΜ επιτέθηκαν ισχυρές δυνάμεις της 12ης Στρατιάς, με 120.000–150.000 άνδρες, άφθονο μηχανοκίνητο και βαρύ πυροβολικό και απόλυτη αεροπορική υπεροχή της Λουφτβάφε. Ο μοναδικός φυσικός σύμμαχος της Ελλάδας ήταν το δύσβατο ορεινό έδαφος, που δυσκόλευε την κίνηση των γερμανικών τεθωρακισμένων.
Το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα αφορούσε τη θέση της κύριας γραμμής άμυνας. Η εγκατάλειψη της Δυτικής Θράκης θεωρείτο αναπόφευκτη. Οι Βρετανοί επέμεναν σε μια γενική αναδιάταξη του ελληνικού στρατού, προτείνοντας την εγκατάλειψη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης και τη συγκρότηση νέου μετώπου από τον Όλυμπο έως το Βέρμιο και τον Αλιάκμονα. Σε περίπτωση διάρρηξης αυτής της γραμμής θα οργανωνόταν δεύτερη αμυντική τοποθεσία ακόμη νοτιότερα, εξασφαλίζοντας ότι θα διατηρούνταν ελεύθερο ελληνικό έδαφος για τις ανάγκες των βρετανικών επιχειρήσεων.
Παλαιότερη σύσκεψη του Βασιλιά Γεωργίου,του Πρωθυπουργού Μεταξά και του Αρχιστράτηγου Παπάγου με Βρετανούς επιτελείς.
Σε διαδοχικές συσκέψεις του στρατηγού Τζον Ντιλ με τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ εξετάστηκαν όλα τα ενδεχόμενα. Η ελληνική ηγεσία τελικά επέλεξε την άμυνα στη Γραμμή Μεταξά. Τα οχυρά ήταν πλήρως οργανωμένα και η εγκατάλειψή τους χωρίς μάχη θα είχε βαρύ πολιτικό και ηθικό κόστος, θα θεωρείτο ουσιαστικά παράδοση της Μακεδονίας στους Βουλγάρους, αλλά και θα προκαλούσε κίνδυνο διάλυσης του στρατεύματος. Ταυτόχρονα, η αβέβαιη στάση της Γιουγκοσλαβίας δημιουργούσε φόβους για παράκαμψη των οχυρών από βόρεια.
Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε εγκλωβισμένη σε μια στρατηγική χωρίς ιδανικές λύσεις: ο κύριος όγκος του στρατού ήταν καθηλωμένος στο αλβανικό μέτωπο, η Γραμμή Μεταξά στελεχωνόταν με περιορισμένες δυνάμεις, ενώ στην περιοχή του Αλιάκμονα αναπτύσσονταν ελληνικά και βρετανικά τμήματα χωρίς την απαραίτητη ισχύ για να αναχαιτίσουν μια γερμανική θωρακισμένη επίθεση. Η χώρα ουσιαστικά αντιμετώπιζε τρία μέτωπα ταυτόχρονα, με τα διαθέσιμα μέσα ήδη εξαντλημένα.
Βρετανοί στην Ελλάδα
Καθώς η συζήτηση για τη θέση της κύριας γραμμής άμυνας —στο Βέρμιο ή στο Μπέλες— συνεχιζόταν, οι πιέσεις δεν προέρχονταν μόνο από τη βρετανική πλευρά. Αρκετοί Έλληνες ανώτατοι αξιωματικοί τάσσονταν υπέρ της υποχώρησης στη γραμμή Βερμίου–Αλιάκμονα, θεωρώντας ότι εκεί μπορούσε να οργανωθεί πιο συνεκτικό αμυντικό μέτωπο. Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος, ωστόσο, επέμενε ότι η υφιστάμενη διάταξη έπρεπε να διατηρηθεί. Υποστήριζε πως το μεικτό βρετανοελληνικό συγκρότημα W όφειλε να αναπτυχθεί σε πιο προωθημένη θέση, ώστε να καλύπτει πλευρικά την ΤΣΑΜ προς ανατολάς και ταυτόχρονα να κρατά επαφή με το αλβανικό μέτωπο στα δυτικά, διατηρώντας μια ενιαία στρατηγική γραμμή άμυνας.
Παρά τις προσπάθειες του Γενικού Επιτελείου να οργανώσει μια συνεκτική άμυνα, στο εσωτερικό της ελληνικής διοίκησης άρχισε να εμφανίζεται κλίμα απαισιοδοξίας. Η κόπωση από τον αγώνα στην Αλβανία, η έλλειψη μέσων και η επίγνωση της γερμανικής υπεροχής οδήγησαν ορισμένους ανώτατους αξιωματικούς στην εκτίμηση ότι η άμυνα στην Ανατολική Μακεδονία κινδύνευε με περικύκλωση και ότι η ελληνική αντίσταση δύσκολα θα μπορούσε να αναχαιτίσει μια τόσο ισχυρή μηχανοκίνητη στρατιά.
Το υπόγειο αυτό αίσθημα ανασφάλειας εντεινόταν από τις επίμονες βρετανικές πιέσεις για σύμπτυξη, καλλιεργώντας την εντύπωση ότι η κατάρρευση ήταν πιθανό ενδεχόμενο. Παρότι δεν εκφραζόταν ανοιχτά, η ηττοπάθεια αποτυπωνόταν στις προτάσεις αναδιάταξης και στις επιφυλάξεις για την ικανότητα των ελληνικών δυνάμεων να αντέξουν το γερμανικό πλήγμα.
ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ στην Γιουγκοσλαβία
Την ίδια στιγμή, στη Γιουγκοσλαβία ξέσπασε πραξικόπημα που ανέτρεψε την κυβέρνηση η οποία είχε προσχωρήσει στο γερμανικό σύμφωνο. Η εξέλιξη αυτή δημιουργούσε νέο γεωπολιτικό τοπίο. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα μπορούσε να ελπίζει ότι η Γιουγκοσλαβία θα προβάλει ένοπλη αντίσταση στη γερμανική επίθεση, γεγονός που, θεωρητικά, θα περιόριζε τον κίνδυνο παράκαμψης των ελληνικών οχυρώσεων από τον βόρειο άξονα και θα διευκόλυνε τον ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό.
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ
Η γερμανική αντίδραση θα είναι ακαριαία. Ο Χίτλερ σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να δημιουργηθεί βαλκανικό μέτωπο Γιουγκοσλαβίας–Ελλάδας, και πιθανόν και Τουρκίας, γιατί κάτι τέτοιο θα αναστάτωνε τον ευρύτερο σχεδιασμό του. Ήδη προετοίμαζε τη μεγάλη επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, την περίφημη «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα», που ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει μέσα στην άνοιξη του 1941. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να επιτρέψει καθυστερήσεις στα Βαλκάνια: η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα.
Το σχέδιο επίθεσης με τον κωδικό «Επιχείρηση 25», που στόχευε στη Γιουγκοσλαβία, θα αποτελούσε το δεξί τμήμα του σχεδίου «Μαρίτα», το οποίο αφορούσε την επίθεση κατά της Ελλάδας. Τάχιστα συγκεντρώθηκαν μεγάλες γερμανικές δυνάμεις που θα εφορμούσαν συγχρόνως από τη Γιουγκοσλαβία και από τη Βουλγαρία, με τελικό προορισμό την Ελλάδα. Η ημερομηνία της επίθεσης καθορίστηκε για τις 6 Απριλίου.
ΧΑΟΣ στη ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ
Τα νέα όμως που θα μεταδοθούν από τη Γιουγκοσλαβία γρήγορα θα φέρουν απογοήτευση, λόγω της χαοτικής κατάστασης που επικρατούσε στο Βελιγράδι και της αδυναμίας συμφωνίας σε μια κοινή γραμμή άμυνας. Στην Ελλάδα, ενώ όλοι ανέμεναν την γερμανική επίθεση, υπήρχε ανασφάλεια αλλά και μια δόση αισιοδοξίας· ήταν πολύ πρόσφατη η απόκρουση των Ιταλών. Θετικό κλίμα δημιούργησε επίσης η καταστροφή ιταλικών πλοίων από τον αγγλικό στόλο στη ναυμαχία του Ταινάρου στις 27 Μαρτίου.
Συνεχίζεται...




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου