Δ Ε Κ Ε Μ Β Ρ Ι Α Ν Α η συνέχεια και το τέλος των συγκρούσεων β΄ μέρος


Στην αρχή, η μάχη εξελισσόταν καθαρά υπέρ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Οι Βρετανοί βρέθηκαν γρήγορα περιορισμένοι σε τρεις βασικούς θύλακες. Ο πρώτος ήταν μια μικρή ομάδα στρατιωτών που είχε αποκοπεί από την κύρια δύναμη στο κέντρο της Αθήνας, αλλά κρατούσε επικοινωνία με τον βρετανικό στόλο που βρισκόταν στον Πειραιά. Ο δεύτερος θύλακας ήταν το αεροδρόμιο του Ελληνικού μαζί με ένα τμήμα της ακτής προς τον κόλπο του Φαλήρου. Το παράδοξο είναι ότι ο ΕΛΑΣ δεν προχώρησε σε καμία σοβαρή προσπάθεια κατάληψης του αεροδρομίου—κάτι που αποδείχθηκε στρατηγικό λάθος, αφού από εκεί οι Βρετανοί άρχισαν να μεταφέρουν συστηματικά ενισχύσεις από την Ιταλία.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Το μεγαλύτερο μέρος των βρετανικών δυνάμεων είχε κλειστεί στο κέντρο της πόλης, μαζί με τα ελάχιστα κυβερνητικά τμήματα που κρατούσαν αμυντικές θέσεις σε κτίρια της Χωροφυλακής και του Στρατού. Επρόκειτο κυρίως για την περιοχή του Συντάγματος με τα κυβερνητικά κτίρια, την εμπορική ζώνη, το Κολωνάκι και φυσικά το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Η υπόλοιπη Αθήνα—όπως και το μεγαλύτερο μέρος της χώρας—ήταν πράγματι υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ.

Μετά τις 10 Δεκεμβρίου, όταν πλέον οι Βρετανοί άρχισαν να εντείνουν τις επιχειρήσεις τους, η σύγκρουση πήρε ακόμα πιο σκληρή μορφή. Μέχρι τότε είχαν επέμβει για να στηρίξουν τις κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά τώρα πλέον έμπαιναν αποφασιστικά στη μάχη. Ο ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να έχει πληθώρα δυνάμεων μέσα στην πόλη και προχωρούσε σε επιθετικές κινήσεις κατά κυβερνητικών και βρετανικών θέσεων, χρησιμοποιώντας ομάδες πεζικού, ελεύθερους σκοπευτές και στήνοντας ενέδρες στα στενά. Οι Βρετανοί περιορίζονταν συχνά στην απόκρουση των επιθέσεων και στην αποφυγή των ενεδρών. Ήταν μια μάχη μέσα σε πυκνοκατοικημένες γειτονιές, με κύριους στόχους μεγάλα κτίρια, όπου πολλές φορές δεν ξεχώριζες στρατιώτες από πολίτες, αφού πολλοί ελασίτες δεν φορούσαν στολές. Οι άνδρες του ΕΛΑΣ ήταν μαχητικοί και ριψοκίνδυνοι, όπως είχαν δείξει λίγους μήνες νωρίτερα πολεμώντας τους Γερμανούς. Η κυβέρνηση, μέσα σε αυτό το χάος, δεν είχε ουσιαστικά καμία στρατιωτική δυνατότητα παρέμβασης.

Η πραγματική ανατροπή άρχισε με την άφιξη της 4ης Βρετανικής Μεραρχίας γύρω στις 16 Δεκεμβρίου. Με τις νέες αυτές δυνάμεις οι Βρετανοί κατάφεραν να σταθεροποιήσουν το μέτωπο και, αφού έλεγξαν ξανά τη Λεωφόρο Συγγρού, αποφάσισαν να ξεκινήσουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Πρώτος στόχος: οι ανατολικές συνοικίες της πόλης, από τη Νέα Σμύρνη μέχρι την Καισαριανή. Η είσοδος των νέων βρετανικών τμημάτων ουσιαστικά απομόνωσε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που κρατούσαν τις περιοχές αυτές. Παρ’ όλα αυτά, η Καισαριανή—ισχυρό προπύργιο των ελασιτών—ήταν γεμάτη οδοφράγματα και ακροβολισμένους μαχητές και απαιτούσε σοβαρή επιχείρηση για να πέσει. Σε αυτήν θα συμμετείχε και η 3η Ορεινή Ταξιαρχία.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 

Αγγλικές δυνάμεις προωθούνται σε Καλλιθέα,Νέα Σμύρνη,Κουκάκι ενώ επιθετικές κινήσεις γίνονται και σε άλλες περιοχές.

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 

Πυρά πυροβολισμών και όλμων εναντίον των δυνάμεων του ΕΛΑΣ σε Γαλάτσι,Κυψέλη, στην Αχαρνών και Πατησίων.Κλίμα ηττοπάθειας και αμυντικές κινήσεις στον ΕΛΑΣ.

22-24 Δεκεμβρίου

Οι βρετανικές δυνάμεις συνεχώς κερδίζουν έδαφος από τον Πειραιά μέχρι την Καισαιριανή.Διεξάγουν επιχειρήσεις σε Νέα Σμύρνη,Πλάκα,Κεραμεικό,Ψυρρή.Σκληρές μάχες διεξάγονται στη Δραπετσώνα.Ενόψει της επίσκεψης Τσώρτσιλ στην Αθήνα σαμποτέρ του....

Η επιχείρηση δολιοφθοράς στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»

Το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», ένα από τα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα κτίρια της νοτιοανατολικής Ευρώπης, είχε μετατραπεί κατά τα Δεκεμβριανά στο καταφύγιο των μελών της ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών αξιωματούχων. Η στιβαρή κατασκευή του και η αυστηρή φρούρησή του το καθιστούσαν πρακτικά απροσπέλαστο για κάθε εχθρική δύναμη.

Στις παραμονές της άφιξης του Ουίνστον Τσώρτσιλ στην Αθήνα, ομάδες σαμποτέρ του ΕΛΑΣ επιχείρησαν να πλήξουν το ξενοδοχείο, με στόχο να διαταράξουν το κέντρο διοίκησης των αντιπάλων και να ανυψώσουν το ηθικό του κόσμου του ΕΑΜ, το οποίο κλονιζόταν από την εντεινόμενη βρετανική επέμβαση. Η επιχείρηση ήταν εξαρχής εξαιρετικά δύσκολη και οι πιθανότητες επιτυχίας περιορισμένες.

Από τις 22 έως τις 24 Δεκεμβρίου 1944, οι σαμποτέρ μετέφεραν μέσω των υπονόμων κάτω από το κτίριο μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας, προετοιμάζοντας την ανατίναξη του βρετανικού στρατηγείου.Η επιχείριση ήταν έτοιμη να γίνει, η  ηγεσία του ΚΚΕ όμως επίμονα  διέταξε τη ματαίωσή της, φοβούμενη τις σοβαρές διεθνείς συνέπειες που θα είχε η εξόντωση πιθανώς του Άγγλου πρωθυπουργών και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Τα εκρηκτικά ανακαλύφθηκαν από βρετανικές δυνάμεις στις 26 Δεκεμβρίου 1944. Ο Τσώρτσιλ τελικά  δεν διέμενε στο ξενοδοχείο αλλά στο πολεμικό πλοίο «Αίας».

Παρά την αποφασιστικότητα των εκτελεστών, τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας, η συνεχής επιτήρηση και οι πυκνές περιπολίες γύρω από τη «Μεγάλη Βρετανία» δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση του σχεδίου. Η απόπειρα, αν και τελικά ανεπιτυχής, αποτυπώνει το εύρος των επιχειρήσεων που διεξάγονταν εκείνες τις ημέρες και καταδεικνύει τη δραματική όξυνση της σύγκρουσης στο κέντρο της πρωτεύουσας.

 

Πολιτικές εξελίξεις – Ο ερχομός του Τσόρτσιλ στην Αθήνα

Ο Τσώρτσιλ θεωρούσε τη βρετανική κυριαρχία στην Ελλάδα δεδομένη και αδιαμφισβήτητη και σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει μια πιθανή επικράτηση της Αριστεράς.  Η εμμονή του με το «ελληνικό ζήτημα» ήταν τέτοια, ώστε η Ελλάδα αποτελούσε για εκείνον απόλυτη προτεραιότητα. Αυτό αποδείχθηκε και από την εσπευσμένη απόφασή του να επισκεφθεί την Αθήνα εν μέσω των μαχών, όταν ακόμη το αποτέλεσμα παρέμενε αβέβαιο.


Η επίσκεψή του, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1944, δεν ήταν απλώς συμβολική· ήταν μια ξεκάθαρη προσπάθεια να επιβληθεί μια πολιτική λύση σύμφωνη με τα βρετανικά συμφέροντα και να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός γνώριζε ότι η στρατιωτική επικράτηση από μόνη της δεν αρκούσε για να εδραιώσει την ειρήνη. Οι Βρετανοί χρειάζονταν κάποια μορφή συνεννόησης με το ΕΑΜ, καθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν τη χώρα — κάτι που δεν είχαν καταφέρει ούτε οι Γερμανοί, παρότι διέθεταν πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης προς την Αθήνα πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύσκεψη, με τη συμμετοχή των Αλεξάντερ, Μακ Μίλαν και Λίπερ. Ο στρατάρχης Αλεξάντερ ενημέρωσε τον Τσώρτσιλ για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, επισημαίνοντας  ότι η κατάσταση είχε βελτιωθεί, χωρίς όμως να έχει κριθεί οριστικά.Τόνισε επίσης ότι οι Βρετανοί δεν περίμεναν τόσο ισχυρή και οργανωμένη στρατιωτική αντίδραση από τον ΕΛΑΣ.

Δευτέρα 25-Τρίτη 26 Δεκεμβρίου

Με την άφιξή του στην Αθήνα, συγκλήθηκε σύσκεψη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»,που συμμετείχαν ο Γεώργιος Παπανδρέου, Έλληνες πολιτικοί,περιλαμβανομένων και εκπροσώπων του ΕΑΜ, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ως προεδρεύων,ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας  που είχε κληθεί να επανέλθει, καθώς και εκπρόσωποι ξένων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και ο απεσταλμένος της Μόσχας Ποπόφ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος, όπως και η χώρα του, παρέμεναν εμφανώς αποστασιοποιημένοι από τον αγώνα της ελληνικής Αριστεράς, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του ΚΚΕ να εξασφαλίσει υποστήριξη.

Ο Τσώρτσιλ ήταν αποφασισμένος να επιβάλει μια πολιτική λύση που θα σταθεροποιούσε τη χώρα και θα περιόριζε τον ΕΛΑΣ από την πρόσβαση στην εξουσία, χωρίς ωστόσο να οδηγήσει —τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων— σε πλήρη εμφύλια σύγκρουση. Στην πράξη, βέβαια, ο εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει με τις μάχες στην Αθήνα.

Κατά τη σύσκεψη, ο Τσώρτσιλ πρότεινε ανοιχτά τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό για αντιβασιλέα, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του βασιλιά Γεωργίου Β΄. Εκτιμούσε ότι ένα ουδέτερο και ευρύτερα αποδεκτό πρόσωπο θα μπορούσε να αναλάβει την πολιτική διαχείριση της κρίσης. Η πρόταση έγινε δεκτή, καθώς τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο βασιλιάς είχαν ουσιαστικά απολέσει την πολιτική τους ισχύ στις συνθήκες των Δεκεμβριανών. Η τοποθέτηση του Δαμασκηνού άνοιξε τον δρόμο για τον σχηματισμό νέας μεταβατικής κυβέρνησης που θα οδηγούσε σε ανακωχή.

Την ίδια στιγμή, ο Τσώρτσιλ επέμεινε ότι ο ΕΛΑΣ όφειλε να σταματήσει τις επιχειρήσεις και να αποδεχθεί πολιτική λύση, ξεκαθαρίζοντας ότι η Βρετανία δεν θα επέτρεπε την επικράτηση του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Η ηγεσία του ΚΚΕ, ωστόσο, παρερμήνευσε την επίσκεψη του Τσώρτσιλ ως ένδειξη βρετανικής αδυναμίας, αγνοώντας ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός δεχόταν μεν κριτική στο εσωτερικό της χώρας του, αλλά παρέμενε αποφασισμένος να διασφαλίσει τα βρετανικά συμφέροντα. Πίστευε πως ο Τσώρτσιλ έφθασε στην Ελλάδα προκειμένου να επιβάλει λύση άνευ όρων.

Στη σύσκεψη, οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ, θεωρώντας λανθασμένα ότι διαπραγματεύονταν από θέση ισχύος, προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Η μάχη της Αθήνας συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα της 4ης προς 5η Ιανουαρίου 1945.

Στις 30 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε στη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου η δήλωση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, σύμφωνα με την οποία αποδεχόταν την ανάθεση της Αντιβασιλείας στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και δεσμευόταν ότι η επιστροφή του στην Ελλάδα θα πραγματοποιούνταν μόνο ύστερα από δημοψήφισμα. Με τον τρόπο αυτό αποσοβούνταν προσωρινά η άμεση επαναφορά της βασιλείας, ζήτημα που είχε αποτελέσει σημείο βαθιάς πολιτικής διαίρεσης ήδη πριν από τα Δεκεμβριανά.

Αμέσως μετά, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υπέβαλε την παραίτησή του, ανοίγοντας τον δρόμο για τον σχηματισμό, στις 2 Ιανουαρίου, κυβέρνησης ευρείας συναίνεσης υπό τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα. Ο έμπειρος στρατιωτικός, στενός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, ακραιφνής αντιβασιλικός και ιδιαίτερα δημοφιλής σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού —ιδίως στους πρόσφυγες— θεωρήθηκε από πολλούς η καταλληλότερη επιλογή για να συμβάλει στη σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης. Η παρουσία του αναμενόταν να διευκολύνει τον διάλογο με την Αριστερά, αλλά και να επιτύχει την απομάκρυνση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων από την επιρροή του ΕΑΜ.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου

Οι επιχειρήσεις των Βρετανών είναι μαζικότερες προς την κατεύθυνσης της τελικής επικράτησής τους.Διεισδύσεων στο Μεταξουργειο, καταλαμβανουν το Ψυρρή,ενώ συνεχίζονται οι μάχες στη Δραπετσώνα.

Με οργανωμένο και συντονισμένο τρόπο, οι Βρετανοί, με τη συμμετοχή της Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας, ξεκινούν την προσπάθεια για την τελική εκκαθάριση της Ανατολικής Αθήνας, κάτι που θα επιτευχθεί μετά από σκληρό τετραήμερο αγώνα. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η επέμβαση της Ορεινής Ταξιαρχίας στη Δραπετσώνα, καθώς συνέβαλε αποφασιστικά στην αποδυνάμωση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην ευρύτερη περιοχή.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου

Μετά την κατάληψη των ανατολικών συνοικιών, οι βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις προετοιμάζουν επίθεση προς τους Αμπελόκηπους, αλλά και προς Καλογρέζα και Νέα Ιωνία. Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, σε πολλά σημεία της Αττικής ακούγονται συνεχώς πυρά πεζικού, όλμων και πυροβολικού.


Τρίτη 2 Ιανουαρίου

Από το πρωί ξεκινά μεγάλη επιχείρηση για την εκκαθάριση του βόρειου τομέα της πόλης. Ο τομέας αυτός ορίζεται από τη Λεωφόρο Κηφισίας, τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, τη δυτική πλευρά του Λυκαβητού, την οδό Σόλωνος, την πλατεία Κάνιγγος, την Ομόνοια, τον άξονα προς Πειραιά και την Ιερά Οδό. Με δύο παράλληλες ενέργειες, από το Γουδή και το Ρουφ, οι βρετανικές δυνάμεις επιχειρούν να απωθήσουν τους Ελασίτες προς τα βόρεια. Οι μάχες σε όλον τον βόρειο τομέα είναι από τις πιο σφοδρές των Δεκεμβριανών, με τους άνδρες του ΕΛΑΣ να μάχονται επίμονα και να επιχειρούν επανακαταλήψεις θέσεων.



Πέμπτη 4 Ιανουαρίου

Από τα ξημερώματα διεξάγονται επιχειρήσεις στις περιοχές του Μεταξουργείου και της πλατείας Βάθης, όπου η πυκνή δόμηση και τα πολυάριθμα οδοφράγματα δυσχεραίνουν σημαντικά την κίνηση των τεθωρακισμένων. Ως το μεσημέρι έχει καταληφθεί το Περιστέρι, ενώ οι γέφυρες Δαφνίου και Κολοκυνθούς τίθενται υπό βρετανικό έλεγχο, αποκλείοντας έτσι τις δυτικές οδούς διαφυγής του ΕΛΑΣ.

Η νυχτερινή αντεπίθεση του ΕΛΑΣ για ανακατάληψη περιοχών στον βόρειο τομέα αποτυγχάνει· τα βρετανικά τεθωρακισμένα υπερτερούν και σταθεροποιούν τις θέσεις τους. Στον Πειραιά, μετά την επικράτηση των Βρετανών, οι Ελασίτες συμπτύσσονται προς τον Ασπρόπυργο.


Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο ΕΛΑΣ, αντιλαμβανόμενος την ολοένα εντεινόμενη πίεση που δεχόταν, διέταξε γενική υποχώρηση· τμήματα κινήθηκαν προς τις Κουκουβάουνες, άλλα προς τη Βαρυμπόμπη και άλλα βορειότερα του Μενιδίου. Τις επόμενες ημέρες η υποχώρηση εξελίχθηκε σε ταχεία σύμπτυξη, με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να καταδιώκονται από βρετανικά στρατεύματα που προέλασαν στην Ελευσίνα, τον Ασπρόπυργο, τη Μάνδρα, τη Θήβα και τη Λιβαδειά. Κατά την αποχώρησή τους, οι αντάρτικες μονάδες εγκατέλειψαν πολεμικό υλικό, ενώ δέχθηκαν και επιθέσεις από βρετανικά αεροσκάφη.

Στις 8 Ιανουαρίου αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ παρουσιάστηκε στον στρατηγό Σκόμπι και διαπραγματεύτηκε τους όρους της ανακωχής. Σύμφωνα με αυτούς, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώνονταν να απομακρυνθούν από την πρωτεύουσα σε απόσταση 150 χιλιομέτρων βόρεια και δυτικά, ενώ προβλεπόταν ταυτόχρονα η εκκένωση της Θεσσαλονίκης και της Πελοποννήσου. Στους όρους περιλαμβανόταν επίσης η ανταλλαγή ομήρων σε αναλογία έναν προς έναν.

Η συντεταγμένη αποχώρηση των τμημάτων του ΕΛΑΣ δημιούργησε μεγάλες πομπές ανθρώπων στους δρόμους, οι οποίοι πεζή κατευθύνονταν προς τη Λαμία.Στην Αθήνα δεν υφίστατο πλέον οργανωμένη αντάρτικη παρουσία του ΕΛΑΣ, η οποία περιοριζόταν στην επαρχία, όπου εξακολουθούσε να διατηρεί τον πλήρη έλεγχο.

Συμπεράσματα 

Η μάχη του Δεκέμβρη υπήρξε η τελευταία απόπειρα του ΕΑΜικού στρατοπέδου να επιβάλει την πολιτική του κυριαρχία στην ελληνική κοινωνία με τους δικούς του όρους. Η διεξαγωγή του αγώνα ήταν αμήχανη και συχνά ανοργάνωτη, χωρίς ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Από τη μία πλευρά, η στάση της Σοβιετικής Ένωσης,η οποία παρέμεινε αποστασιοποιημένη, προκαλούσε ανησυχία στους ηγετικούς κύκλους της Αριστεράς· από την άλλη, το ΕΑΜ, τουλάχιστον αρχικά, δεν επιθυμούσε την άμεση σύγκρουση με τους Βρετανούς συμμάχους. Στη βάση του, ωστόσο, υπήρξε ενθουσιασμός και υψηλό μαχητικό φρόνημα, γεγονός που αποτυπώθηκε στη σφοδρότητα των μαχών.

Το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επιτύχει στη δεδομένη χρονική συγκυρία, καθώς η μεταπολεμική διεθνής πραγματικότητα είχε ήδη καθορίσει την Ελλάδα ενταγμένη στη βρετανική σφαίρα επιρροής. Η μόνη εναλλακτική για το ΕΑΜ ήταν η συμμετοχή στην εξουσία μέσα από συναινετικές διαδικασίες, όπως αυτές που προβλέφθηκαν στη Διάσκεψη του Λιβάνου και στη Συμφωνία της Καζέρτας. Ωστόσο, ούτε η πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ ούτε η κοινωνική του βάση ήταν σε θέση να αποδεχθεί εύκολα αυτόν τον δρόμο, μέσα στο βαθύ εμφυλιοπολεμικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί ήδη πριν από την απελευθέρωση.

Από την άλλη πλευρά, το σύνολο του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου θεώρησε ότι επιβεβαιώνονταν οι φόβοι του πως στόχος της Αριστεράς ήταν η βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Ήταν επίσης σαφές ότι χωρίς τη βρετανική στρατιωτική επέμβαση  που υπαγορευόταν από τα στρατηγικά συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν θα ήταν δυνατή η αναχαίτιση των δυνάμεων του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ.Η σύγκρουση κατέληξε να λάβει καθαρά στρατιωτική μορφή, αλλά οι ρίζες της βρίσκονταν στο βαθύ πολιτικό αδιέξοδο της μεταπολεμικής Ελλάδας και στην αδυναμία των εμπλεκομένων πλευρών να διαμορφώσουν ένα βιώσιμο πλαίσιο συνύπαρξης και εξουσίας.

Η επέμβαση των βρετανικών δυνάμεων υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας για την έκβαση των συγκρούσεων, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τον βαθμό διεθνοποίησης του ελληνικού προβλήματος σε μια περίοδο όπου ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.Γίνεται φανερό ότιη  Ελλάδα αποτέλεσε πρώιμο πεδίο αντιπαράθεσης των νέων ισορροπιών, πριν ακόμη παγιωθεί ο Ψυχρός Πόλεμος.

Η ελληνική κοινωνία, που είχε τόσο βαθιά δοκιμαστεί κατά την περίοδο της Κατοχής, επιχειρεί μετά τον Δεκέμβρη να κάνει μια νέα αρχή, προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει τη ζωή της μέσα στο πλαίσιο της κυριαρχίας της ελληνικής Δεξιάς και της αστικής τάξης, και σύμφωνα με τους όρους που διαμόρφωναν οι Βρετανοί.Όμως ο  “οδοστρωτήρας” που σάρωσε το κέντρο και τις συνοικίες της Αθήνας τον Δεκέμβριο θα λειτουργήσει, σε ακόμη μεγαλύτερη ένταση, στα χρόνια του εμφυλίου που θα ακολουθήσουν.

Οι βίαιες και φορτισμένες με μένος συγκρούσεις οδήγησαν, όπως συμβαίνει συχνά σε εμφύλιες αναμετρήσεις, σε ακρότητες και σκληρά αντίποινα. Το ΕΑΜ, στη λογική της στοχοποίησης όσων δεν εντάσσονταν στις τάξεις του, προχώρησε σε συλλήψεις, «λαϊκά δικαστήρια» και εκτελέσεις, ενώ έχουν καταγραφεί και φρικαλεότητες από στελέχη του. Στην αντίπερα όχθη, η έλλειψη δυνατότητας συμβιβασμού αλλά και η λογική της απόλυτης επικράτησης οδήγησαν στη λεγόμενη «Λευκή Τρομοκρατία», με συστηματικές διώξεις εις βάρος αριστερών πολιτών, οι οποίες εντάθηκαν σημαντικά στα χρόνια που ακολούθησαν.

Τελικά, η αιματηρή σύγκρουση των Δεκεμβριανών αποτέλεσε τον πρόλογο για τον επόμενο, ακόμη πιο καταστροφικό, γύρο της εμφύλιας σύγκρουσης, ο οποίος, από το 1946 έως το 1949, θα σφραγίσει οριστικά και δραματικά τη μεταπολεμική ελληνική ιστορία. Αν κάτι πρέπει να συγκρατήσουμε από εκείνες τις τραγικές ημέρες, είναι η διαρκής υπενθύμιση των δεινών που επιφέρει ο Διχασμός και ο Εμφύλιος Πόλεμος, καθώς η έξοδος από έναν τέτοιο αγώνα αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη από έναν συμβατικό πόλεμο: είναι μακροχρόνια, επώδυνη,με τις χαίνουσες πληγές να μην κλείνουν ίσως  ποτέ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις