Δεκεμβριανά...Οι Επιθέσεις του ΕΛΑΣ σε στρατηγικούς στόχους

   

Η μορφή των συγκρούσεων κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών ήταν  ιδιαίτερα σφοδρή, παρά την απουσία  συχνά βαρέος οπλισμού από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Το πιθανότερο ήταν οι συμπλοκές να καταλήγουν μάχες σώμα με σώμα, όπου η έκβασή τους κρινόταν περισσότερο από την προσωπική αντοχή και τη μαχητική διάθεση των αντιπάλων παρά από την υπεροπλία του ενός έναντι του άλλου. Κατά τις πρώτες είκοσι ημέρες, οι συγκρούσεις έλαβαν τη μορφή πολιορκιών ανδρών του ΕΛΑΣ σε στρατηγικά σημεία και κτίρια, τα οποία υπερασπίζονταν κυβερνητικές δυνάμεις. Μετά από μια αρχική, μάλλον αμήχανη παρουσία των Βρετανών, ακολούθησε η ενεργότερη επέμβασή τους, με κύριο στόχο τη διάσωση των πολιορκημένων. Παρόμοιες μάχες θα διεξαχθούν δεκάδες φορές εκείνον τον Δεκέμβριο στην Αθήνα, τόσο στο κέντρο της πόλης όσο και στις συνοικίες της.

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου – Επίθεση στο στρατόπεδο «Μακρυγιάννη»



Η επίθεση του ΕΛΑΣ στο Σύνταγμα Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα επεισόδια των Δεκεμβριανών του 1944 και θεωρείται η σφοδρότερη μάχη που διεξήχθη στην Αθήνα μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Το στρατόπεδο της Χωροφυλακής στον Μακρυγιάννη ήταν ένα από τα σημαντικότερα κρατικά κτίρια στο κέντρο της πόλης και η κατάληψή του αποτελούσε στρατηγικό στόχο για τον ΕΛΑΣ.


γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Από τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου το 1ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ εξαπολύει επίθεση εναντίον του στρατοπέδου, όπου οι υπερασπιστές υπολογίζονται σε περίπου 600 άνδρες. Οι μάχες είναι σκληρές και θα διαρκέσουν συνολικά έξι ημέρες. Η σφοδρότητα του πυρός των τμημάτων του ΕΛΑΣ υπήρξε καταιγιστική, προκαλώντας την κατάρρευση όλων των φυλακίων και δημιουργώντας συνθήκες ασφυκτικής πολιορκίας. Ακολούθησαν προσπάθειες υπονόμευσης του μαντρότοιχου με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, χειροβομβίδες και βενζίνη. Ωστόσο, η αντίδραση των αμυνόμενων ήταν αποτελεσματική, κυρίως χάρη στις βολές ενός αντιαρματικού πυροβόλου που εξουδετέρωσε μεγάλο μέρος των επιτιθέμενων και των εφοδίων τους. Προς το απόγευμα παρατηρείται σχετική ύφεση στις συγκρούσεις.

 

Πέμπτη 7 – Σάββατο 9 Δεκεμβρίου

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ συνεχίζουν τις επιθέσεις τους, παρενοχλώντας τους υπερασπιστές από κομβικά σημεία που έχουν καταλάβει. Το βράδυ της 7ης Δεκεμβρίου κατορθώνουν να ρίξουν τμήμα του νότιου μαντρότοιχου. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και τις επόμενες ημέρες, με τις μάχες να παραμένουν σφοδρές. Στις 9 Δεκεμβρίου πέφτει ένα ακόμη τμήμα του νότιου μαντρότοιχου, ενώ νέες ένοπλες δυνάμεις ενισχύουν τις επιτιθέμενες μονάδες του ΕΛΑΣ.

 

Ο Τσώρτσιλ, βαθιά ανήσυχος, τηλεγραφεί στον Σκόμπι:

«Φαίνεται ότι αντιμετωπίζετε μια δύσκολη κατάσταση. Έχετε αρκετές δυνάμεις;»

 

Και ο Σκόμπι απαντά:

«Η αποστολή δεν είναι εύκολη. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια οργανωμένη, αδίστακτη και αποφασιστική οργάνωση. Κρατούμε ζωτικά σημεία στο κέντρο της Αθήνας και επεκτείνουμε βαθμιαία την επιρροή μας. Οι δυνάμεις μας, όμως, είναι ανεπαρκείς. Επιβάλλεται να καταφύγουμε σε βομβαρδισμό, από ξηρά και από αέρα, των πυκνοκατοικημένων περιοχών της πόλης, ανεξαρτήτως υλικών ζημιών και θυμάτων.»

 Κυριακή 10 Δεκεμβρίου – Η κρισιμότερη ημέρα

Η 10η Δεκεμβρίου θεωρείται η αποφασιστικότερη ημέρα της μάχης, καθώς οι συγκρούσεις φτάνουν στο αποκορύφωμά τους. Στόχος του ΕΛΑΣ είναι πλέον η άμεση προσέγγιση του περιβόλου του στρατοπέδου και η είσοδος σε αυτό. Οι χωροφύλακες, αν και κουρασμένοι, προσπαθούν να ανταποδώσουν τα πυρά και να διατηρήσουν το στρατόπεδο υπό τον έλεγχό τους.

Προς το μεσημέρι, τρία βρετανικά άρματα μάχης καταφέρνουν να διασπάσουν τις γραμμές επίθεσης του ΕΛΑΣ, ανατρέποντας προσωρινά την πίεση που δέχονταν οι αμυνόμενοι. Το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στον μαντρότοιχο παγιδεύεται από τους χωροφύλακες με εκρηκτικά.

 

Παρά τη σφοδρότητα των επιθέσεων του ΕΛΑΣ, η χωροφυλακή αντιστάθηκε σθεναρά, αξιοποιώντας τις ισχυρές οχυρώσεις, τα πολυβόλα και το πλεονέκτημα της αμυνόμενης θέσης. Η βρετανική επέμβαση υπήρξε καθοριστική: άρματα Sherman, πυροβολικό από τον λόφο του Φιλοπάππου και ακόμη και ναυτικά πυρά από τον Πειραιά συνέβαλαν σημαντικά στην απόκρουση των επιθέσεων. Σε πολλά σημεία η μάχη διεξήχθη σώμα με σώμα, με άνδρες του ΕΛΑΣ να φτάνουν πολλές φορές έως τα προαύλια του στρατοπέδου, αλλά τελικά να απωθούνται με βαριές απώλειες.

Δευτέρα 11 – Τρίτη 12 Δεκεμβρίου


Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ συνεχίζονται. Το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου πραγματοποιείται νυχτερινή επίθεση, η οποία όμως αποτυγχάνει. Από την επόμενη ημέρα οι επιχειρήσεις περιορίζονται σε παρενόχληση, καθώς οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εμφανίζονται εξαντλημένες και δεν έχουν πια τη σφοδρότητα των πρώτων ημερών. Η μάχη ολοκληρώνεται ουσιαστικά στις 12 Δεκεμβρίου.

 

Ο τελικός απολογισμός ήταν βαρύς: εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες από την πλευρά του ΕΛΑΣ και περίπου 50 νεκροί από τη χωροφυλακή. Άμαχοι της γύρω περιοχής επίσης σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν από τα πυρά και τους βομβαρδισμούς.


 Στρατηγική σημασία και συνέπειες

 Η αποτυχία κατάληψης του στρατοπέδου Μακρυγιάννη αποτέλεσε σημείο καμπής των Δεκεμβριανών και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη των γεγονότων που ακολούθησαν.

Η πτώση του στρατοπέδου θα έδινε στον ΕΛΑΣ σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς θα του επέτρεπε να κινηθεί άμεσα προς την πλατεία Συντάγματος. Η αποτυχημένη επίθεση όμως ανέτρεψε τα δεδομένα. Οι Βρετανοί αποφάσισαν πλέον να παρέμβουν ενεργά υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων, καθώς σε αντίθετη περίπτωση κινδύνευαν να χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης.

Για τον ΕΛΑΣ έγινε φανερό ότι έλειπε ένα ενιαίο επιτελικό σχέδιο δράσης· συχνά οι αποφάσεις λαμβάνονταν επιτόπου από τους μαχητές, ενώ στη στρατηγική τους έπρεπε να υπολογίσουν και τον ρόλο των Βρετανών, ο οποίος αποδείχθηκε καθοριστικός.

Παρά τις δυσκολίες, ο ΕΛΑΣ συνέχισε να επιχειρεί στην Αθήνα και τον Πειραιά, καταλαμβάνοντας αστυνομικά τμήματα και στρατιωτικές θέσεις, μεταξύ των οποίων και το Αρχηγείο της Αστυνομίας Πόλεων στην οδό Σανταρόζα. Την ίδια ημέρα ο στρατηγός Σκόμπι ενισχύει τις κυβερνητικές δυνάμεις προετοιμάζοντας την εμπλοκή της Ορεινής Ταξιαρχίας και της Ταξιαρχίας Ρίμινι, ενώ οι Βρετανοί καταλαμβάνουν στρατηγικά σημεία όπως την πλατεία Συντάγματος και τον λόφο του Φιλοπάππου. Μάχες διεξάγονται στο Θησείο, τον Ψυρρή και την Ομόνοια, καθώς ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο της πόλης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι την ημέρα αυτή φθάνει στην Ελλάδα ο Βρετανός στρατάρχης Αλεξάντερ, ο οποίος αποφασίζει την αντικατάσταση του Σκόμπι από τον στρατηγό Χόγκσγουερθ. Προκειμένου να μη φανεί η υποβάθμιση του Σκόμπι, εκείνος παρέμεινε στη χώρα, αναλαμβάνοντας τις διαπραγματεύσεις με τον ΕΛΑΣ.

 

 Επιθεση του ΕΛΑΣ στο ΓΟΥΔΗ

. Η περιοχή στο Γουδή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς εκεί βρίσκονταν στρατώνες, αποθήκες πυρομαχικών και εγκαταστάσεις του πυροβολικού, ενώ παράλληλα αποτελούσε νευραλγικό σημείο για τη σύνδεση του κέντρου της πόλης με τους Αμπελόκηπους, το Ζωγράφου και την Καισαριανή. Ο έλεγχός της θα έδινε στον ΕΛΑΣ τη δυνατότητα να απομονώσει τις βρετανικές και κυβερνητικές μονάδες που κρατούσαν το κέντρο.

Από τις 7 έως τις 9 Δεκεμβρίου τμήματα της Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Αττικής κινήθηκαν προς το Γουδή από την Καισαριανή, το Ζωγράφου και το Παγκράτι, με στόχο την περικύκλωση της περιοχής και την απομόνωση των μονάδων που βρίσκονταν εκεί. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ χρησιμοποίησαν ελαφρύ οπλισμό, όλμους και πολυβόλα και εκμεταλλεύτηκαν τα γύρω υψώματα και τον οικιστικό ιστό για να προωθηθούν. Οι μάχες έγιναν ιδιαίτερα σφοδρές γύρω από τους στρατώνες και τις αποθήκες πυρομαχικών. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τεθωρακισμένα, πυροβολικό από τον Λυκαβηττό και από θέσεις στην Πανεπιστημιούπολη, γεγονός που δυσχέρανε αποφασιστικά την προώθηση του ΕΛΑΣ.

Οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν στα υψώματα προς το Ζωγράφου και στην ανοιχτή ζώνη γύρω από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Παρά τις προσπάθειες του ΕΛΑΣ να διασπάσει τις γραμμές άμυνας και να καταλάβει κρίσιμα σημεία, η υπεροχή των Βρετανών σε πυροβολικό, οχήματα και συντονισμό αποδείχθηκε καθοριστική. Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ τελικά δεν πέτυχαν τον στόχο τους και οι επιτιθέμενοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν προς την Καισαριανή και το Ζωγράφου, έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες.

Η αποτυχία της επίθεσης στο Γουδί είχε σοβαρές συνέπειες για την εξέλιξη των Δεκεμβριανών. Οι Βρετανοί διατήρησαν τον έλεγχο της βορειοανατολικής ζώνης της Αθήνας, προστατεύοντας τις βασικές συγκοινωνιακές αρτηρίες και τα στρατηγικά σημεία που συνέδεαν το κέντρο με τις περιοχές όπου είχαν ισχυρή παρουσία. Παράλληλα απετράπηο  περαιτέρω απομονωτισμός των κυβερνητικών δυνάμεων και επέτρεψε στους Βρετανούς να οργανώσουν αποτελεσματικά την αντεπίθεσή τους τις ημέρες που ακολούθησαν. Ο ΕΛΑΣ δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει την πλήρη στρατιωτική ισχύ και τον οπλισμό των Βρετανών, γεγονός που επηρέασε την εξέλιξη των συγκρούσεων σε όλη την Αθήνα.


Η επίθεση στη Σχολή Ευελπίδων (Δεκέμβριος 1944)


Η Σχολή Ευελπίδων, λόγω της στρατηγικής της θέσης στους Αμπελοκήπους αλλά και της αποστολής της, αποτέλεσε έναν από τους κύριους αντικειμενικούς σκοπούς του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ συγκέντρωσε γύρω από τη Σχολή ένα πλήρες σύνταγμα εξοπλισμένο με πολυβόλα και όλμους, από το ύψωμα του Στρέφη μέχρι την εκκλησία του Αγίου Σωτήρος, περίπου 500 μέτρα βορειοανατολικά της Σχολής. Ένα δεύτερο εφεδρικό σύνταγμα αναπτύχθηκε στην περιοχή Γκύζη–Γαλάτσι. Οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τη Σχολή ναρκοθετήθηκαν, ώστε να εμποδιστεί η προσέγγιση ενισχύσεων.

Οι τρεις λόχοι των Ευελπίδων πήραν θέσεις άμυνας γύρω από τον περίβολο, με διασταυρούμενα πυρά αυτομάτων όπλων και όλμων. Η παρουσία της αγγλικής δύναμης, ενισχυμένης με τεθωρακισμένα και δύο άρματα, αποτέλεσε πολύτιμη εφεδρεία.

Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις 4 Δεκεμβρίου με ανταλλαγή πυρών. Περίπολος που αποτελούνταν από δύο Ευέλπιδες και έναν Άγγλο λοχία, η οποία είχε σταλεί για αναγνώριση στην περιοχή Γκύζη, δέχθηκε επίθεση από τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι δύο Ευέλπιδες κατάφεραν να επιστρέψουν στη Σχολή με τη βοήθεια τεθωρακισμένου, αλλά ο Άγγλος υπαξιωματικός σκοτώθηκε.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, βλέποντας την αποφασιστικότητα των Ευελπίδων και την αποτελεσματική άμυνά τους, δεν προχώρησαν σε κατά μέτωπο έφοδο. Αντίθετα, προσπάθησαν να τους εξαναγκάσουν σε παράδοση μέσω στενής πολιορκίας. Με συνεχή πυρά από πολυβόλα, όλμους και ελεύθερους σκοπευτές περιόρισαν κάθε κίνηση μέσα στη Σχολή. Οι Ευέλπιδες όμως παρέμειναν στις θέσεις τους, απαντώντας ψύχραιμα στα πυρά, όσο το επέτρεπαν τα περιορισμένα αποθέματα πυρομαχικών, και προξενώντας απώλειες στους επιτιθέμενους.

Ο αγώνας συνεχίστηκε μέρα και νύχτα τις επόμενες ημέρες. Στη Σχολή προστέθηκαν για ενίσχυση αξιωματικοί και οπλίτες της Ανώτερης Διοίκησης Χωροφυλακής Αττικής και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Η κατάσταση όμως γινόταν ολοένα και πιο κρίσιμη λόγω της έλλειψης πυρομαχικών και τροφίμων.

Στις 11 Δεκεμβρίου διατάχθηκε η εκκένωση της Σχολής. Η εκκένωση πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου χωρίς καμία επέμβαση του ΕΛΑΣ, χάρη στην υποστήριξη δύο βρετανικών αεροπλάνων και των δύο αρμάτων Sherman. Ο απολογισμός για τη Σχολή ήταν δύο νεκροί –ο ανθυπολοχαγός Ράντος, ο οποίος σκοτώθηκε στο πολυβολείο του όταν αυτό ανατινάχθηκε από βλήμα μπάζουκα, και ο Εύελπις Πούλος, που έπεσε στην πλατεία της Σχολής– καθώς και δύο τραυματίες αξιωματικοί και δεκαεπτά τραυματίες Ευέλπιδες. Από τον ΕΛΑΣ αιχμαλωτίστηκαν δύο άνδρες, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι οι απώλειές του ήταν σημαντικά μεγαλύτερες. Μετά την εκκένωση, οι αξιωματικοί και οι Ευέλπιδες διατέθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής, συνεχίζοντας τον αγώνα στις υπόλοιπες περιοχές της Αθήνας.

Μετά την αποχώρηση των αμυνόμενων, δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν στη Σχολή. Ακολούθησε εκτεταμένη καταστροφή εγκαταστάσεων και χώρων που βρίσκονταν στο συγκρότημα. Καταστράφηκαν τα δύο μουσεία της Σχολής, οι αίθουσες με ιστορικά ενθύμια, η βιβλιοθήκη, τα αρχεία και η εκκλησία. Σοβαρές ζημιές προκλήθηκαν και σε πολλά κτίρια. Το μόνο που παρέμεινε ανέπαφο ήταν τα μητρώα των αξιωματικών.

Η μάχη της Σχολής Ευελπίδων υπήρξε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές συγκρούσεις των πρώτων ημερών των Δεκεμβριανών, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σφοδρότητα των επιχειρήσεων, την αποφασιστικότητα των αμυνομένων και τη σημασία της βρετανικής υποστήριξης για την τελική τους διάσωση.

Νέα επεισόδια

Οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν πλέον στην περιφέρεια του κέντρου της Αθήνας, όπου οι νέες τακτικές του ΕΛΑΣ – οδοφράγματα στην πρώτη γραμμή, τολμηρές διεισδύσεις στα μετόπισθεν των εχθρικών γραμμών – έφερναν ορισμένες επιτυχίες στους αντάρτες. Στις 11 Δεκεμβρίου οι Βρετανοί, λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στον ανεφοδιασμό τους από τον Πειραιά προς το κέντρο της Αθήνας μέσω της Λεωφόρου Συγγρού, σκέφτηκαν για μια στιγμή να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από το κέντρο της πόλης προς το Φαληρικό Δέλτα. Η απόφαση αυτή όμως δεν προχώρησε, εξαιτίας της άρνησης του αρχηγού της Ορεινής Ταξιαρχίας, αλλά κυρίως λόγω των εντολών του ίδιου του Λονδίνου.

Η επίθεση στους Στρατώνες Παραπηγμάτων

Οι Στρατώνες Παραπηγμάτων, που βρίσκονταν στην περιοχή του Βοτανικού κοντά στον Ελαιώνα, αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές βάσεις της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944. Εκεί στάθμευαν μονάδες της Χωροφυλακής, τμήματα της Αστυνομίας Πόλεων και μικρές ομάδες Βρετανών στρατιωτών. Η θέση τους, ανάμεσα στον Πειραιά και στο κέντρο της Αθήνας, είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, καθώς έλεγχε τους δρόμους που συνέδεαν τις δυτικές συνοικίες με το κέντρο.

Ο ΕΛΑΣ, επιδιώκοντας να αποκόψει τις κυβερνητικές δυνάμεις από τις βρετανικές ενισχύσεις που έρχονταν από τον Πειραιά, εξαπέλυσε στις 5 Δεκεμβρίου 1944 επίθεση εναντίον των Στρατώνων Παραπηγμάτων. Τμήματα της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ προωθήθηκαν μέσα από τις συνοικίες του Βοτανικού και του Κεραμεικού, στήνοντας οδοφράγματα και χρησιμοποιώντας το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής για κάλυψη. Οι αντάρτες επιτέθηκαν με πολυβόλα, ελαφρύ οπλισμό και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, στριμώχνοντας τους αμυνόμενους στα κεντρικά κτίρια των στρατώνων.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις, αιφνιδιασμένες από την ένταση της επίθεσης, αναγκάστηκαν να οχυρωθούν στα εσωτερικά κτίρια. Η πολιορκία έγινε ασφυκτική, καθώς οι αντάρτες κατέλαβαν αρκετά από τα βοηθητικά κτίρια και απέκοψαν τις οδούς διαφυγής. Παρά τη σθεναρή αντίσταση των χωροφυλάκων, ο ΕΛΑΣ κατάφερε να διεισδύσει στην περίμετρο και σε ορισμένα σημεία να εισέλθει σε κτίρια των στρατώνων.

Η μάχη κράτησε δύο ημέρες και υπήρξε ιδιαίτερα σφοδρή. Οι Βρετανοί, που είχαν αντιληφθεί την κρισιμότητα του σημείου, έστειλαν ενισχύσεις από το Θησείο και την Ομόνοια. Τεθωρακισμένα οχήματα Bren και άρματα Sherman προωθήθηκαν προς τους Στρατώνες Παραπηγμάτων, ανοίγοντας πυρ για να υπερασπιστούν τους αμυνόμενους. Η άφιξη των τεθωρακισμένων υπήρξε καθοριστική, καθώς ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε αντιαρματικά όπλα ικανά να αντιμετωπίσουν τα άρματα.

Ως απάντηση στην ενέργεια του ΕΛΑΣ βρετανικά αεροσκάφη  προσέλαβαν εγκαταστάσεις τους στον Λυκαβητό και την ευρύτερη περιοχή ενω στις 14 Δεκεμβρίου δύναμη της ορεινης ταξιαρχίας προχώρησε στην εκκαθαριση της περιοχής γύρω από τους στρατώνες παραπηγματων αναγκάζοντας τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να αποσυρθούν πέρα από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Στον Πειραιά 

Μεγάλο βάρος των βρετανικές επιχειρήσεις θα μεταφερθούν στον Πειραιά όπου η  139η Ταξιαρχία και η 4η Ινδική Μεραρχία θα προσπαθήσουν να καταλάβουν επαρκές τμήμα της πόλης ώστε να είναι δυνατή η χρήση  του λιμανιού από το οποίο γινόταν ο ανεφοδιασμός των δυνάμεών τους στην Αθήνα. Στις 5–6 Δεκεμβρίου τμήματα του ΕΛΑΣ Πειραιά εξαπέλυσαν επιθέσεις στις βρετανικές θέσεις στα υψώματα της Καστέλας, επιχειρώντας να αποκόψουν τη σύνδεση Πειραιά–Αθήνας. Οι Βρετανοί όμως αντέδρασαν άμεσα, αναπτύσσοντας ισχυρές δυνάμεις πεζικού και τεθωρακισμένων, ενώ πλοία του στόλου παρείχαν υποστήριξη με πυρά.

Οι μάχες ήταν σφοδρές μέσα στα στενά της Καστέλας, όπου ο ΕΛΑΣ είχε στήσει οδοφράγματα και χρησιμοποιούσε τα σπίτια ως οχυρά. Παρ’ όλα αυτά, η βρετανική υπεροχή σε οπλισμό και τεθωρακισμένα έγειρε την πλάστιγγα υπέρ τους. Μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου, οι Βρετανοί είχαν ανακαταλάβει ολόκληρη την περιοχή και ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς Πειραϊκή, Μανιάτικα και Δραπετσώνα. Η κατοχή της Καστέλας επέτρεψε στους Βρετανούς να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό τους από τον Πειραιά, γεγονός καθοριστικό για τη συνέχεια των επιχειρήσεων στην Αθήνα.


16 Δεκεμβρίου,Άφιξη Βρετανικών ενισχύσεων

Στις 16 Δεκεμβρίου φθάνει στον Πειραιά η 4η Βρετανική Μεραρχία. Από το βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου ξεκινά η μεγάλη βρετανική επίθεση. Μέσω της Λεωφόρου Συγγρού οι βρετανικές δυνάμεις, εξουδετερώνοντας τους θύλακες του ΕΛΑΣ, προχωρούν προς το κέντρο προκειμένου να ενωθούν με τις δυνάμεις που κρατούν ήδη τις κεντρικές συνοικίες. Το βασικό οχυρό του ΕΛΑΣ στην περιοχή ήταν το συγκρότημα παγοποιείου–ζυθοποιείου ΦΙΞ. Ειδικές δυνάμεις, μονάδες του μηχανικού και επίθεση με άρματα κατάφεραν να καταλάβουν τον χώρο, εκτοπίζοντας τους υπερασπιστές του.

Στόχος των Βρετανών ήταν η αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ Φαλήρου, κέντρου και του αεροδρομίου του Ελληνικού. Οι μάχες συνεχίστηκαν στις νότιες και δυτικές συνοικίες της πόλης,όπως στην Καλλιθέα,και στη Νέα Σμύρνη. Δευτερεύοντα ρόλο πίσω από τις βρετανικές δυνάμεις είχαν οι μονάδες της Εθνοφυλακής, στις οποίες συμμετείχαν και πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, μετά την κοινή απόφαση Βρετανών και κυβέρνησης ότι όλοι έπρεπε να εμπλακούν στην υπεράσπιση της πόλης.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ στις φυλακές Αβέρωφ 18 Δεκεμβρίου 1944

Στις φυλακές Αβέρωφ, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, κρατούνταν γύρω στα 400 άτομα κατηγορούμενα για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ανάμεσά τους βρίσκονταν σημαντικά πρόσωπα, όπως οι δωσίλογοι πρωθυπουργοί Γεώργιος Τσολάκογλου και Ιωάννης Ράλλης, καθώς και πρώην υπουργοί και στρατηγοί της κατοχικής διοίκησης. Τη φρουρά αποτελούσαν 14 αξιωματικοί και περίπου 100 οπλίτες της Χωροφυλακής, καθώς και μια διμοιρία Βρετανών πεζικάριων υπό έναν υπολοχαγό..

Ο ΕΛΑΣ με την επίθεση αυτή ήθελε να σημειώσει μια εντυπωσιακή επιτυχία για να ανυψώσει το ηθικό των ανδρών του αλλά και όλου του κόσμου,συλλαμβάνοντας κρατούμενους που είχαν κατηγορηθεί για δοσιλογισμό. Η επίθεση,μετά από συγκέντρωση σημαντικών δυνάμεων, άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 18ης Δεκεμβρίου. Μέσα σε δύο ώρες οι αντάρτες έφθασαν μέχρι τον μαντρότοιχο, τον οποίο ανατίναξαν με δυναμίτιδα, παρασύροντας μαζί και το σύνολο της πρώτης γραμμής άμυνας. Μέσα από τα ρήγματα που δημιουργήθηκαν, τμήματα του ΕΛΑΣ εισήλθαν στις φυλακές και κατέλαβαν μέρος του συγκροτήματος, συλλαμβάνοντας περίπου 130 αιχμαλώτους,οι περισσότεροι από αυτούς ήταν κρατούμενοι κατηγορούμενοι για δωσιλογισμό.

 

Αεροφωτογραφία από βρετανικό αεροσκάφος που συμμετείχε σε βομβαρδισμό των φυλακών Αβέρωφ που φλέγονται. Διακρίνονται οι προσφυγικές πολυκατοικίες της Λ.Αλεξάνδρας. Δεξιά των φυλακών στέκεται ακόμα το μέγαρο Λάσκο, ενώ είναι άδειο ακόμα το μεγάλο οικόπεδο που είναι σήμερα το ΙΚΑ. Το γήπεδο του Παναθηναϊκού είναι χωρίς εξέδρες....

Οι υπερασπιστές, μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους, συμπτύχθηκαν στο κεντρικό κτίριο μπροστά από την κύρια είσοδο, όπου συνέχισαν να αντιστέκονται. Η πίεση του ΕΛΑΣ αυξανόταν και η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο κρίσιμη μέχρι περίπου τις 14:00. Τότε εμφανίστηκαν βρετανικά άρματα μάχης στην περιοχή, ενώ παράλληλα άρχισε καταιγισμός βολών όλμων από θέσεις στον Λυκαβηττό. Τα ισχυρά αυτά πυρά ανάγκασαν τον ΕΛΑΣ σε προσωρινή υποχώρηση και έδωσαν τη δυνατότητα στους τελευταίους υπερασπιστές και στους κρατουμένους να διαφύγουν προς τις βρετανικές θέσεις στο Φάληρο.


Οι απώλειες ήταν βαριές. Από τους περίπου 400 κρατουμένους, όταν έφθασαν στο προγεφύρωμα των Βρετανών διαπιστώθηκε ότι είχαν απομείνει 189 επιζώντες. Παρά την αρχική υποχώρηση, στις 19 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ επανήλθε και κατέλαβε πλήρως το συγκρότημα των φυλακών Αβέρωφ, σε μία από τις τελευταίες σημαντικές του επιτυχίες στην Αθήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου, οι φυλακές ανατινάχθηκαν από τον ΕΛΑΣ.


Η σκληρή πολιορκία των ξενοδοχείων της Κηφισιάς

 Μετά τις φυλακές Αβέρωφ, η δεύτερη μεγάλη επιθετική ενέργεια του ΕΛΑΣ στράφηκε εναντίον του στρατηγείου της RAF στην Κηφισιά, όπου οι Βρετανοί υπέστησαν το σοβαρότερο πλήγμα τους κατά τα Δεκεμβριανά. Στα μεγάλα ξενοδοχεία της περιοχής είχαν εγκατασταθεί πολλοί Βρετανοί αξιωματικοί της Αεροπορίας, καθώς εκεί λειτουργούσαν τμήματα διοίκησης και επικοινωνιών.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική και ιδιαίτερα δυναμική επίθεση, καταλαμβάνοντας τις θέσεις των Βρετανών στα γύρω κτίρια και αποκρούοντας τις ενισχύσεις που επιχειρούσαν να φτάσουν από το κέντρο της Αθήνας. Η πολιορκία υπήρξε σκληρή και τα ξενοδοχεία μετατράπηκαν σε αυτοσχέδια οχυρά, όμως ο ΕΛΑΣ διατηρούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η κατάληξη ήταν εντυπωσιακή: οι βρετανικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να παραδοθούν και περίπου 500 άνδρες –στην πλειονότητά τους προσωπικό της RAF και βοηθητικά τμήματα– συνελήφθησαν από τους αντάρτες. Σημαντική ποσότητα πολεμικού υλικού, κρυπτογραφικών συσκευών και υλικών επικοινωνίας έπεσε επίσης στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Ωστόσο, η βρετανική ισχύς ενισχυόταν συνεχώς. Στον Πειραιά, στις 22 Δεκεμβρίου, αποβιβαζόταν η 5η Ινδική Ταξιαρχία, υποστηριζόμενη από αεροπλάνα και πολεμικά πλοία. Δυνάμεις του ΕΛΑΣ προσπάθησαν –και σε ορισμένα σημεία πέτυχαν– να δημιουργήσουν προσκόμματα στην απόβαση των βρετανικών τμημάτων. Αυτές όμως αποδείχθηκαν οι τελευταίες σημαντικές επιτυχίες των ανταρτών.

Από το σημείο αυτό και έπειτα, γεγονότα και εξελίξεις δρομολογούνταν πλέον προς την οριστική επικράτηση των βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων σε όλη την Αττική. Ο ΕΛΑΣ βρέθηκε αντιμέτωπος με τρεις βρετανικές μεραρχίες, ενώ η έλλειψη πυρομαχικών τον εξανάγκαζε σε αναδίπλωση από τις 22 Δεκεμβρίου και μετά. Στον έλεγχό του απέμεναν κυρίως η Ανατολική Αττική και ο βόρειος τομέας της πόλης.


 


Συνεχίζεται με τις συγκρούσεις στον ανατολικό και βόρειο τομέα της πόλης...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις