Το Τέλος του Μακεδονικού Αγώνα
Το 1908 υπήρξε χρονιά-ορόσημο για τη Μακεδονία, καθώς σηματοδότησε την τυπική λήξη του Μακεδονικού Αγώνα. Η περιοχή βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, όμως ύστερα από τέσσερα χρόνια συνεχούς δράσης των Ελλήνων Μακεδονομάχων η κατάσταση είχε βελτιωθεί αισθητά για τους πατριαρχικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ζούσαν πλέον με μεγαλύτερη ασφάλεια. Οι ελληνικές και βουλγαρικές αντάρτικες ομάδες εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, σαφώς όμως αποδυναμωμένες και κουρασμένες από τον τετραετή «ακήρυχτο» πόλεμο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις, καθώς η Μακεδονία, πολυεθνική και στρατηγικής σημασίας, αποτελούσε σημείο έντονου ανταγωνισμού.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Το πρόβλημα που είχε ανακύψει, ωστόσο, ήταν οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις μεταξύ των καπεταναίων. Για τον λόγο αυτόν, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης ανέθεσε στον συνταγματάρχη Παναγιώτη Δαγκλή την ευθύνη για την αναδιοργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου και την προσχώρηση σε αυτό όλων των οπλαρχηγών. Τα αποτελέσματα της προσπάθειάς τους δεν υπήρξαν ικανοποιητικά μέχρι και τις παραμονές της Επανάστασης των Νεοτούρκων.Παρόμοιες διαφωνίες και συγκρούσεις υπήρχαν και μεταξύ των Βούλγαρων αρχηγών,φτάνοντας μάλιστα μέχρι και δολοφονίες ηγετικών στελεχών των σωμάτων τους.
Συγκρίνοντας την κατάσταση των δύο αντιπάλων, Ελλήνων και Βουλγάρων, τα ελληνικά αντάρτικα σώματα, ύστερα από την τετραετή σύγκρουσή τους, ήταν πλέον πιο μάχιμα και ετοιμοπόλεμα, έχοντας ως πεδίο δράσης ακόμη και το βιλαέτι του Μοναστηρίου. Εκεί, εκτός από τους Βουλγάρους, στρέφονταν και εναντίον των Τούρκων. Οι τελευταίοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες ως σοβαρή απειλή, ακριβώς επειδή η δράση τους ήταν πιο έντονη από εκείνη των κομιτατζήδων.
Σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία στις αρχές του 1909 οι τουρκικές δυνάμεις καταδίωκαν συστηματικά τους Έλληνες μαχητές και η αλήθεια είναι ότι κατάφεραν να περιορίσουν τη δράσης τους και να τους εκτοπίσουν στα απρόσιτα βουνά της περιοχής.
Οι τελευταίες μάχες
Στα τέλη του Αγώνα (1907–1908), είχε καθοριστικό αντίκτυπο η δράση του Κρητικού οπλαρχηγού Γεώργιου Βολάνη, καθώς αποδυνάμωσε ουσιαστικά τη βουλγαρική παρουσία στην περιοχή και έστειλε σαφές μήνυμα στους κατοίκους ότι οι Έλληνες μακεδονομάχοι ήταν σε θέση να υπερασπιστούν τις πατριαρχικές κοινότητες. Ο Βολάνης δεν περιορίστηκε σε αμυντικές επιχειρήσεις· προχώρησε σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις κατά βουλγαρικών σωμάτων, έστησε ενέδρες σε κομιτατζήδες που τρομοκρατούσαν τα χωριά και προέβη στην πυρπόληση κομιτατζήδικων καταλυμάτων στην περιοχή του Πόζαρ, ενέργεια που αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για την τοπική οργάνωση των αντιπάλων.
Η μάχη στο ύψωμα «Πιπερίτσα» υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο καπετάν Γκόνος Γιώτας, γνωστός και με το προσωνύμιο Καραβίτης, ο οποίος είχε συγκροτήσει ισχυρό αντάρτικο σώμα από ντόπιους αγωνιστές. Η συνεργασία του με τα σώματα των Βολάνη και Νικολούδη επέφερε ισχυρό πλήγμα στις βουλγαρικές συμμορίες. Οι τρεις άνδρες κατέστρωσαν σχέδιο που προέβλεπε την παραπλάνηση του εχθρού και στη συνέχεια την κυκλωτική κίνησή του με σκοπό την παγίδευση. Το σχέδιο πέτυχε: οι Έλληνες μακεδονομάχοι, αν και αριθμητικά λιγότεροι, πολέμησαν με πείσμα και κατάφεραν να νικήσουν το βουλγαρικό σώμα, προκαλώντας του βαριές απώλειες.
Στα μέσα του 1908, λίγο πριν από την Επανάσταση των Νεοτούρκων, στο χωριό Κωστενέτσι (σημερινή Ιεροπηγή Καστοριάς) δόθηκε μία από τις τελευταίες μάχες του Μακεδονικού Αγώνα. Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο καπετάν Παπαλουκάς, ο οποίος με το σώμα του οχύρωσε το χωριό και αντιμετώπισε ισχυρό βουλγαρικό σώμα κομιτατζήδων. Παρά την αριθμητική τους υπεροχή, οι Βούλγαροι υπέστησαν βαριές απώλειες. Η νίκη αυτή ενίσχυσε το ελληνικό φρόνημα στην περιοχή της Καστοριάς και αποτέλεσε μία από τις τελευταίες σημαντικές αναμετρήσεις πριν τη λήξη του Αγώνα.
Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα, ο Βασίλειος Σταυρόπουλος (καπετάν Βασίλης) ανέπτυξε έντονη δράση και στην περιοχή της Βέροιας. Εκεί φρόντισε για την οργάνωση των πατριαρχικών πληθυσμών, την προστασία των ελληνικών σχολείων και ιερέων και τη συνεργασία με άλλα σώματα μακεδονομάχων για την αντιμετώπιση των κομιτατζήδων. Παράλληλα, ενίσχυσε τους δεσμούς της Βέροιας με το Μακεδονικό Κομιτάτο, ώστε η πόλη να αποτελέσει ασφαλές κέντρο ανεφοδιασμού και στήριξης του Αγώνα. Στράφηκε επίσης και κατά των Ρουμάνων και της προπαγάνδας τους στην περιοχή.
Στον βάλτο των Γιαννιτσών εξακολουθούσαν να δρουν οι ομάδες του Γκόνου Γιώτα και του Ματόπουλου, όμως ο αγώνας στην περιοχή δεν είχε πλέον την ένταση που χαρακτήριζε τα προηγούμενα χρόνια. Αντάρτικα σώματα παρέμεναν ενεργά στη Γευγελή, στη Στρώμνιτσα, στον Όλυμπο και σε άλλα μέρη, συνεχίζοντας να αντιμετωπίζουν τις βουλγαρικές επιθέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η κατάσταση στη χερσόνησο του Άθω, η οποία από την αρχή του Αγώνα είχε βρεθεί στο στόχαστρο των Βουλγάρων εξαρχικών λόγω της πνευματικής της ακτινοβολίας και της βαρύτητας των μοναστηριών της. Εκεί, οι παρεμβάσεις τοπικών καπεταναίων σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίο αποδείχθηκαν καθοριστικές για την προστασία των μονών και την αποτροπή της βουλγαρικής διείσδυσης.Στην ίδια την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, τη Θεσσαλονίκη, το 1908 η δράση των ένοπλων σωμάτων ήταν κυρίως παρασκηνιακή, μέσα από δίκτυα και μυστικές οργανώσεις που στήριζαν τον Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό, η δολοφονία του διερμηνέα του ελληνικού προξενείου Θεόδωρου Ασκητή προκάλεσε σοκ στην τοπική κοινωνία και είχε ως αντίποινα τη δολοφονία τεσσάρων σημαντικών προσώπων της βουλγαρικής παροικίας της πόλης. Μετά τον Ιούλιο, οι μακεδονομάχοι εμφανίστηκαν ανοιχτά στη Θεσσαλονίκη, παραδίδοντας τα όπλα και σηματοδοτώντας την τυπική λήξη του Μακεδονικού Αγώνα.
Ιούλιος 1908 – Επανάσταση των Νεοτούρκων
Τον Ιούλιο του 1908, στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη, ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων. Αξιωματικοί του στρατού, με αρχηγούς τον Εμβέρ και τον Ταλαάτ πασά, στασίασαν κατά του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, απαιτώντας την ενεργοποίηση του Συντάγματος του 1878. Βρισκόμενος σε προφανή αδυναμία, ο σουλτάνος δέχτηκε τους όρους και προκήρυξε εκλογές.
Σύμφωνα με τις διακηρύξεις των Νεοτούρκων, αλλά και με όσα προέβλεπε το Σύνταγμα, όλοι οι Οθωμανοί πολίτες, ανεξάρτητα από θρησκεία και καταγωγή, θα απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα: ελευθερία, ισονομία, ανεξιθρησκία (αν και επίσημη θρησκεία παρέμενε ο ισλαμισμός), ισοπολιτεία, καθώς και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Οι εξαγγελίες αυτές προκάλεσαν ικανοποίηση, ακόμη και ενθουσιασμό, στις διάφορες εθνοτικές ομάδες της αυτοκρατορίας και δημιούργησαν την εντύπωση ότι η ζωή των χριστιανικών πληθυσμών θα βελτιωνόταν και ότι οι συγκρούσεις στη Μακεδονία θα τερματίζονταν.
Πώς η Επανάσταση των Νεοτούρκων οδήγησε στο τέλος του Μακεδονικού Αγώνα
Η εφαρμογή του Συντάγματος και η πολιτική των Νεοτούρκων επηρέασαν άμεσα την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα. Οι Νεότουρκοι ζήτησαν τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων σωμάτων, θεωρώντας παράνομες τις οργανώσεις που δρούσαν στη Μακεδονία (ελληνικές, βουλγαρικές κ.ά.). Τα ελληνικά ανταρτικά σώματα διαλύθηκαν, γεγονός που οδήγησε στη μείωση των καθημερινών συγκρούσεων με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Το κλίμα ισονομίας που διακήρυτταν οι Νεότουρκοι έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος για ένοπλη δράση.
Η γενική αμνηστία που δόθηκε μετά το κίνημα είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες Μακεδονομάχοι να επιστρέψουν στα σπίτια τους, ενώ τα ένοπλα σώματα σταμάτησαν τον αγώνα, χωρίς όμως να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Μετά από τέσσερα χρόνια σκληρού αγώνα, στη διάρκεια των οποίων, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, είχε επιτευχθεί η ανάσχεση της βουλγαρικής διείσδυσης στη Μακεδονία και η ενίσχυση των ελληνικών κοινοτήτων, ήταν φυσικό να υπάρχουν κόπωση και απώλειες. Αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν επίσης στην απόφαση για την αναστολή της ένοπλης δράσης, μέσα στο πλαίσιο της νέας πολιτικής κατάστασης.
Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, οι εξαγγελίες των Νεοτούρκων αποδείχθηκαν μετέωρες. Η αρχική αισιοδοξία έδωσε και πάλι τη θέση της στην αβεβαιότητα και το πολεμικό κλίμα άρχισε να δημιουργείται ξανά. Συγκεκριμένα, στις εκλογές οι Τούρκοι προσπάθησαν να εμποδίσουν το χριστιανικό στοιχείο της Μακεδονίας να αποκτήσει ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία. Παρ’ όλα αυτά, στο νέο κοινοβούλιο που προέκυψε από τις εκλογές του φθινοπώρου του 1908 εξελέγησαν 26 Έλληνες βουλευτές σε σύνολο 288, ενώ εκλέχθηκαν επίσης Σλάβοι, Αλβανοί και Εβραίοι βουλευτές.
Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των εθνοτήτων άρχισαν και πάλι, ενώ σταδιακά –μετά από αποτυχημένα στασιαστικά κινήματα– η εξουσία πέρασε στα χέρια των πιο φανατικών Νεοτούρκων, οι οποίοι έθεσαν ως προτεραιότητα τον παντουρκισμό. Παράλληλα, οι Βούλγαροι, μετά και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους, ξεκίνησαν ξανά τις επιθετικές κινήσεις στη Μακεδονία, γεγονός που ανάγκασε την ελληνική πλευρά να αναθεωρήσει τη στάση της και να προχωρήσει στην απαραίτητη προετοιμασία για τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου