Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, μία από τις σημαντικότερες και πιο πολυδιάστατες μορφές του Μακεδονικού Αγώνα, γεννήθηκε το 1878 στην Ερμούπολη της Σύρου, σε οικογένεια Σουλιωτών με αγωνιστικές ρίζες που έφθαναν έως την Επανάσταση του 1821. Από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τα γράμματα, τις ιδέες και τα εθνικά ζητήματα. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και το 1900 εξήλθε ως Ανθυπολοχαγός του Πεζικού, τοποθετούμενος στη Θεσσαλία, που τότε αποτελούσε την ευαίσθητη μεθόριο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Το 1905 αποσπάστηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, όπου δημοσίευσε το πρώτο του λογοτεχνικό έργο με τίτλο «Γράμματα από το Βουνό». Την ίδια περίοδο ο Μακεδονικός Αγώνας βρισκόταν σε πλήρη έξαρση και αποτέλεσε για τον νεαρό αξιωματικό την ευκαιρία να προσφέρει ενεργά στην πατρίδα. Έτσι, με το ψευδώνυμο «Νικολαΐδης», μετέβη στη Θεσσαλονίκη ως μυστικός πράκτορας και ανέλαβε καίρια αποστολή: τη συγκρότηση δικτύου πληροφοριών, την παρακολούθηση της βουλγαρικής δραστηριότητας, την προώθηση ελληνικών θέσεων και την ενίσχυση της αυτοάμυνας των ελληνικών πληθυσμών.
Το σημαντικότερο έργο του κατά την περίοδο αυτή υπήρξε η ίδρυση και διεύθυνση της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης, μιας μυστικής πατριωτικής εταιρείας που στήριζε τις ελληνικές κοινότητες, παρεμπόδιζε οργανωμένα τη βουλγαρική προπαγάνδα, κυκλοφορούσε έντυπο υλικό υπέρ του ελληνισμού και ενίσχυε την εθνική συνοχή στην πολυεθνική Μακεδονική πρωτεύουσα. Την ίδια περίοδο τύπωσε και τις «Προφητείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου», ένα κείμενο που λειτούργησε ως εργαλείο ενθάρρυνσης και εθνικού σθένους.
Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του υπήρξε η γνωριμία του με τον Ίωνα Δραγούμη το 1906 στο Δεδέαγατς. Οι δύο νέοι, με κοινή ιδιοσυγκρασία, όραμα και απέχθεια για τη μικροπολιτική των Αθηνών, συνέδεσαν τις ζωές και τους αγώνες τους. Οι ιδέες τους για έναν ανανεωμένο ελληνισμό —πολιτικά και πνευματικά δυναμικό, οργανωμένο σε κοινότητες και όχι εγκλωβισμένο στα στενά όρια του κράτους— αποτέλεσαν το θεμέλιο μιας νέας πολιτικής σκέψης.
Το 1908, μετά το Κίνημα των Νεοτούρκων, οι Δραγούμης και Σουλιώτης ίδρυσαν στην Κωνσταντινούπολη την Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως, η οποία επεδίωκε τη συσπείρωση του ελληνικού στοιχείου σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Η οργάνωση ανέλαβε πολυσχιδές έργο: ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, απομάκρυνση μαθητών από ξένα σχολεία, δημιουργία συλλόγων, διανομή όπλων σε ελληνικούς πληθυσμούς και ίδρυση μυστικού εκτελεστικού σώματος. Χάρη στη δράση της, 26 Έλληνες βουλευτές εξελέγησαν στην Οθωμανική Βουλή το 1908, από τους οποίους οι 16 μυήθηκαν στην οργάνωση.O Νικολαΐδης οραματιζόταν ένα πολυεθνικό κράτος, όπου η ισότητα και η αδελφότητα θα επικρατούσαν χάρη στους κοινούς πολιτιστικούς δεσμούς και το κοινό πεπρωμένο των κατοίκων της Ανατολής.
Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1912, ο Σουλιώτης ανέλαβε εξαιρετικά κρίσιμη αποστολή: να λειτουργήσει ως σύνδεσμος με την VII Βουλγαρική Μεραρχία, συλλέγοντας πληροφορίες για τις κινήσεις της. Η αποστολή του κορυφώθηκε όταν, με μεγάλο κίνδυνο, εντόπισε και απέστειλε στην Αθήνα —μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια— τις πληροφορίες ότι τα βουλγαρικά στρατεύματα επιδίωκαν να εισέλθουν πρώτα στη Θεσσαλονίκη. Χάρη στη δική του ταχύτατη ενέργεια και τη συνεργασία του με τον ιατρό Φίλιππο Νίκογλου, ο ελληνικός στρατός επιτάχυνε την πορεία του και απελευθέρωσε την πόλη στις 26 Οκτωβρίου 1912, πριν την φθάσουν οι Βούλγαροι. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική.
Στη συνέχεια υπηρέτησε σε διπλωματικές αποστολές στη Σόφια, στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Κάθε αποστολή του συνοδευόταν από εκτενείς αναλύσεις και υπομνήματα προς την ελληνική κυβέρνηση, που αποδείκνυαν το βάθος της πολιτικής του σκέψης.
Κατά τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, ως βασιλόφρων, εξορίστηκε στην Κρήτη, αλλά μετά το 1920 επανήλθε στην πολιτική σκηνή ως πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός, αρθρογραφώντας για μεγάλα ζητήματα της εποχής και συμμετέχοντας στην έκδοση της Πολιτικής Επιθεώρησης μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη, του οποίου η δολοφονία το 1920 τον σημάδεψε βαθιά.
Το 1922 αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Συνταγματάρχη και εντάχθηκε στο Λαϊκό Κόμμα, με το οποίο εξελέγη βουλευτής. Διετέλεσε Νομάρχης Ιωαννίνων, Νομάρχης Φλώρινας και αργότερα Γενικός Διοικητής Θράκης (1936), όπου ίδρυσε το Τμήμα Πολιτικών Υποθέσεων, αρμόδιο για την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάννης — θεσμό που επιβιώνει έως σήμερα. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην παρακολούθηση της δραστηριότητας του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής και στη στήριξη του ελληνικού στοιχείου της περιοχής.
Παράλληλα ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο: πολιτικά κείμενα, ιστορικές μελέτες, ημερολόγια, άρθρα, ποιήματα, ακόμη και λογοτεχνικά έργα. Κεντρικός άξονας της σκέψης του ήταν η αντίληψη ότι ο ελληνισμός αποτελεί ενιαίο πολιτισμικό και ιστορικό σώμα — υπερεθνικό, υπερτοπικό — που πρέπει να προστατευθεί, να οργανωθεί και να ενισχυθεί, με θεμέλια την παιδεία, την αυτοσυνειδησία και την πνευματική αυτονομία.
Κατά την Κατοχή προσβλήθηκε από φυματίωση και, παρά τις προσπάθειες θεραπείας, απεβίωσε στις 22 Μαρτίου 1945 στην Αθήνα. Ο τάφος του, στο Α΄ Νεκροταφείο, αποτελεί σιωπηλό μνημείο ενός ανθρώπου που υπήρξε οραματιστής, αγωνιστής, διανοούμενος και οργανωτής — αλλά παραμένει σήμερα σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό.
Η μνήμη του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη είναι συνυφασμένη με το όραμα ενός ελληνισμού ζωντανού, δημιουργικού, αυτόνομου και περήφανου. Η ζωή και το έργο του αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας των ελληνικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της πολιτικής θεωρίας του 20ού αιώνα και της εθνικής ιδεολογίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οι ιδέες του για αυτοοργάνωση, πολιτισμική συνοχή και συνειδητοποίηση της ιστορικής μας κληρονομιάς παραμένουν επίκαιρες και πολύτιμες.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου