Παύλος Μ Ε Λ Α Σ,η τρίτη αποστολή και ο Θάνατός του
Η τρίτη αποστολή και ο θάνατος του Παύλου Μελά
Η φράση «Βούλγαρος να μη μείνει» φέρεται να ήταν τα τελευταία λόγια του Παύλου Μελά, λίγο πριν ξεψυχήσει στις 13 Οκτωβρίου 1904, θανάσιμα τραυματισμένος στη Στάτιστα Καστοριάς,το σημερινό χωριό Παύλος Μελάς, όπως ονομάστηκε προς τιμήν του. Στη μάχη με τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών έπεσε ο αξιωματικός που έγινε σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η γνωστή φωτογραφία στην οποία ο Μελάς φοράει τα ρούχα του Μακεδόνα αντάρτη, τον δοξασμένο «ντουλαμά», τραβήχτηκε µετά από πολλή πίεση του ανθυπολοχαγού Λούφα στην Λάρισα. Ο Μελάς γράφει στην Ναταλία «σου στέλλω σήμερον το πρώτον αντίτυπον, αλλ΄ υπό τον όρον να µην ιδή το φως της ηµέρας. Αν πέσω εκεί ας είναι µια ανάμνησις εις σε και τα παιδάκια µου»
Η μυστική αποστολή
Τον Αύγουστο του 1904, με το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας», περνά κρυφά για τρίτη φορά τα σύνορα Ελλάδας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Φορά τον ντουλαμά,τα φυσεκλίκια και τα όπλα του.Είναι πια ο καπετάνιος που συνοδεύεται από περίπου 30 νδρες, Μακεδόνες και Κρητικούς.Μαζί του πάντα ο πιστός φίλος του Λάκη Πύρζα,σαν υπαρχηγός. Αποστολή του είναι η κατασκοπευτική διερεύνηση της κατάστασης των ελληνικών πληθυσμών και η οργάνωση ένοπλων σωμάτων ενάντια στους Βούλγαρους κομιτατζήδες που τρομοκρατούσαν τα ελληνικά χωριά.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες δρα ο Παύλος Μελάς στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά δύσκολες. Οι πορείες των σωμάτων πραγματοποιούνται κυρίως τη νύχτα, καθώς η ανάγκη για απόλυτη μυστικότητα παραμένει ζωτικής σημασίας. Ακόμη και οι πιο έμπειροι οδηγοί, γνώστες των τοπικών μονοπατιών, χάνουν συχνά τον προσανατολισμό τους· δεν είναι σπάνιο να περιπλανώνται ολόκληρη τη νύχτα και να ανακαλύπτουν το πρωί ότι έχουν επιστρέψει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν.
Σε επιστολή του προς τη σύζυγό του Ναταλία, ο Μελάς περιγράφει με γλαφυρότητα τις κακουχίες της ζωής στα βουνά:
«Τα τσαρούχια μας είναι γεμάτα παγωμένο νερό και δεν μπορούμε να τα βγάλουμε. Το ψωμί μας είναι σαν λάσπη από τη βροχή. Το κρύο είναι φοβερό. Οι χωρικοί μας φιλούν ως σωτήρες τους από τους Βουλγάρους».
Πρώτος σταθμός του σώματος είναι το Κωσταράζι, όπου ο ιερέας του χωριού τούς υποδέχεται με συγκίνηση. Οι άνδρες προσκυνούν στην εκκλησία και ευχαριστούν τον Θεό που τους προστατεύει και τους οδηγεί με ασφάλεια ως εκεί. Στη συνέχεια, το απόσπασμα περνά από το Τσιρίλοβο, το Κουμανίσοβο και το Λέχοβο, όπου ο Παύλος Μελάς συναντά τον καπετάν Ζήση και τους άνδρες του. Έπειτα ακολουθούν τα Στρέμπενα, η Προκοπάνα, η Μπελκαμένη, η Νεγοβάνη και το Νερέτι.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του, ο Μελάς και οι συμπολεμιστές του διασχίζουν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή, ενθαρρύνουν τους κατοίκους, οργανώνουν επιτροπές και παρεμβαίνουν στα τοπικά ζητήματα. Όλες οι ενέργειες πραγματοποιούνται με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία τους από τις οθωμανικές αρχές ή τα εχθρικά σώματα.
Παρά τις κακουχίες και τις ιδιαιτερότητες του αντάρτικου αγώνα, που διαφέρει ουσιωδώς από τις τακτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο Μελάς προσπαθεί διαρκώς να διατηρεί την ανθρωπιά και την ευγένειά του, παραμένοντας προσηλωμένος στο υψηλό ιδανικό της αποστολής του. Σε άλλη επιστολή του σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Είμαι υποχρεωμένος να συμμετάσχω σε συζητήσεις για φόνους. Ένιωθα ένοχος πριν ακόμη εγκληματήσω. Έκλαψα στην εκκλησία, μόνος στο σκοτάδι, γιατί είχα ξεχάσει το ωραίο και το υψηλό της αποστολής μου.»
Από το Κωσταράζι, ο Μελάς και το σώμα του κινούνται προς το Βογατσικό και κατόπιν προς το Στρέμπενο, όπου εντοπίζουν και συλλαμβάνουν τους φονιάδες του καπετάν Βαγγέλη. Το χωριό, το οποίο έχει προηγουμένως προσχωρήσει στην Εξαρχία, επανέρχεται τότε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρά τις πιέσεις που δέχεται, ο Μελάς αρνείται να προβεί σε πράξεις αντιποίνων, αποδεικνύοντας την αποστροφή του προς την εκδίκηση και τη βαθιά προσήλωσή του σε ηθικές αρχές.
Η ίδια στάση διαφαίνεται και στην άρνησή του να εγκρίνει τον εμπρησμό οικιών εξαρχικών στο Νερέτι (σημερινό Πολυπόταμο), αναγνωρίζοντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα έφερνε αντίποινα σε βάρος άμαχου πληθυσμού. Το αίσθημα της τιμής και του καθήκοντος λειτουργεί ως σταθερός οδηγός της δράσης του στη Μακεδονία, ενώ επιδιώκει να τα επιβάλει και στους συμπολεμιστές του, παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες του αγώνα.
Ωστόσο, η τήρηση αυτών των αρχών αποδεικνύεται σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά δύσκολη. Όπως προκύπτει από τη δράση του στην Πρεκοπάνα και στη Μπελκαμένη στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Μελάς αναγκάζεται από τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες του αγώνα, να υιοθετεί σκληρότερες τακτικές, ανάλογες με εκείνες που χρησιμοποιούν και άλλοι οπλαρχηγοί.Για τον Μελά δεν είναι εύκολη ή επιθυμητή επιλογή, αλλά αναγκαιότητα που υπαγορεύεται από τις συνθήκες και τις ανάγκες.
Η Μάχη στη Στάτιστα--- 13 Οκτωβρίου 1904
Το φθινόπωρο του 1904, με τον καιρό βαρύ, βροχερό και ψυχρό, ο Παύλος Μελάς με το ένοπλο σώμα του κινείται προς το Ζέλοβο. Καθ’ οδόν, σταματούν στη Στάτιστα προκειμένου να στεγνώσουν και να αναπαυθούν. Ο Παύλος, μαζί με τέσσερα παλικάρια, εγκαθίσταται προσωρινά σε ένα από τα σπίτια του χωριού.
Λίγο αργότερα, κάτοικοι ενημερώνουν τους άνδρες ότι στον κεντρικό δρόμο του χωριού έχει εμφανιστεί τουρκικό απόσπασμα. Ο Παύλος, διατηρώντας την ψυχραιμία του, θεωρεί ότι οι Τούρκοι θα περάσουν χωρίς να αντιληφθούν την παρουσία τους. Δίνει εντολή να παραμείνουν όλοι στα καταλύματά τους σε επιφυλακή, αλλά να μην κινηθεί κανείς. Από τα παράθυρα, με τα όπλα ανά χείρας, παρακολουθούν τις κινήσεις των Τούρκων, χωρίς να ανοίξουν πυρ, αναμένοντας οδηγίες από τον αρχηγό τους.
Η κατάσταση, ωστόσο, επιδεινώνεται. Οι Τούρκοι αρχίζουν να κυκλώνουν το σπίτι όπου βρίσκεται ο Παύλος. Η θέση του έχει προδοθεί από τον Βούλγαρο κομιτατζή Μήτρο Βλάχο, ο οποίος είχε διαδώσει ότι ο Παύλος Μελάς βρίσκεται στη Στάτιστα με τα παλικάρια του. Οι Οθωμανοί στρατιώτες χτυπούν με τους υποκόπανους των όπλων τους την πόρτα και τα παράθυρα, επιχειρώντας να εξαναγκάσουν την παράδοση των ενόπλων.
Ο Παύλος βρίσκεται κοντά στο παράθυρο μαζί με τον Ντίνα, ενώ δίπλα τους είναι ο Στρατινάκης και πίσω από την πόρτα ο Πύρζας,ο Πέτρος ήταν πιο μέσα.Όλοι βρίσκονται στον επάνω όροφο του σπιτιού. Ξεσπά ανταλλαγή πυροβολισμών,οι Τούρκοι σκορπίζουν για να προστατευτούν.
Ο Παύλος Μελάς και οι άνδρες του αποφασίζουν να μετακινηθούν προς τον αχυρώνα του σπιτιού, ώστε να προστατευθούν και να εξασφαλίσουν καλύτερη θέση άμυνας. Ο Παύλος, μαζί με τον Πέτρο, αντιλαμβάνονται την παρουσία ενός Τούρκου στρατιώτη που πλησιάζει την είσοδο και τον πυροβολούν.
Είναι πλέον σούρουπο, όταν βγαίνουν προς την αυλή οι τέσσερις αγωνιστές. Ο Στρατινάκης παίρνει το όπλο του νεκρού Τούρκου. Τη στιγμή εκείνη ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ο Παύλος τραυματίζεται σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και φωνάζει:«Στην κοιλιά με πήρε, παιδιά!»
Προσπαθεί να σταθεί όρθιος, όμως καταρρέει. Οι σύντροφοί του τον μεταφέρουν αμέσως στον αχυρώνα. Ο Παύλος αντιλαμβάνεται πως το τραύμα είναι θανάσιμο. Βγάζει από την τσέπη του τις φωτογραφίες των παιδιών του και, απευθυνόμενος στον στενό του συνεργάτη, τον Πύρζα, λέει με ήρεμη φωνή:
«Τον σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου.
Στο Μίκη το ντουφέκι μου.
Και να τους πεις πως έκαμα το καθήκον μου».
Λίγο αργότερα ψιθυρίζει «Πονώ…» και ξεψυχά.
Ήταν Τετάρτη βράδυ, 13 Οκτωβρίου 1904. Ο Παύλος Μελάς πέφτει στη Στάτιστα,θυσιάζοντας τη ζωή στον ιερό Αγώνα για τη Μακεδονία.Στον κρυψώνα του ακόμη ο Μελάς,στην Κοζάνη,στα τέλη του Ιούλη του 1904 είχε πει σε φίλο του γιατρό που τον εξέταζε τα παρακάτω προφητικά λόγια:«Zωντανό λοιπόν με κλαις γιατρέ μου;Αν είναι το πεπρωμένο μου να σκοτωθώ στα βάθη της Μακεδονίας,τότε να ιδής τι έχει να γίνει».
Η τύχη του σώματός του
Η νύχτα έχει πλέον πέσει. Οι Τούρκοι αποσύρονται για να μην εμπλακούν σε μάχες μέσα στο σκοτάδι. Αγνοούν ωστόσο, ότι έχουν σκοτώσει τον αρχηγό των Ελλήνων αγωνιστών,τον αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, Παύλο Μελά.
Ο Πύρζας φροντίζει να συλλέξει όλα τα έγγραφα και τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού αρχηγού.Δίνει εντολή στις γυναίκες του χωριού να αποκρύψουν το σώμα, ενώ ο ίδιος, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, επιχειρούν να διαφύγουν από τη Στάτιστα. Η αποχώρηση είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς οι Τούρκοι είχαν εισέλθει στο χωριό και αναζητούσαν τους Έλληνες αντάρτες.
Το επόμενο πρωί, οι κάτοικοι της Στάτιστας θάβουν βιαστικά το σώμα του Παύλου Μελά, υπό τον φόβο αντιποίνων. Η ταυτότητά του κρατείται μυστική, οι Έλληνες δεν επιθυμούν να αποκαλυφθεί ότι ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού είχε σκοτωθεί στη Μακεδονία.Ο Ντίνας, απεσταλμένος των συντρόφων του Μελά,επιστέφει για να πάρει το σώμα και να φροντίσει για την οριστική ταφή του.
Όταν εμφανίζονται και πάλι Τούρκοι στρατιώτες, αναγκάζεται να κόψει το κεφάλι του Μελά και να το φυγαδεύσει.Το παραδίδει στον απεσταλμένο του Προξενείου Μοναστηρίου Βασίλη Αγοραστό.
Τη νύχτα της 18ης προς 19η Οκτώβρη το κεφάλι του ήρωα θάβεται στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της Μονής Αγίας Τριάδας στο Πισοδέρι, μπροστά στην Ωραία Πύλη.
Οι Τούρκοι όταν πια είχαν μάθει την είδηση από τις ελληνικές εφημερίδες ότι σκοτώθηκε ο αξιωματικός του ελληνικού στρατού Παύλος Μελάς,στέλνουν στρατιώτες και ερευνούν την περιοχή,τρομοκρατώντας και απειλώντας τους κατοίκους. Βρίσκουν το ακέφαλο σώμα και το μεταφέρουν στην Καστοριά.
Ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης άμεσα παρεμβαίνει και παίρνει το σώμα του Μελά.Ο τάφος του βρίσκεται μέσα στον βυζαντινό ναό Ταξιάρχη Μητροπόλεως στην Καστοριά.Μαζί του είναι θαμμένη κατ’ επιθυμίαν της και η γυναίκα του Ναταλία Δραγούμη.Στη μικρή πλατεία δίπλα στο ναό υπάρχει το κενοτάφιο του μαζί με την προτομή του.
Την 13η Οκτωβρίου 1904 ο Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή στο χωριό Στάτιτσα. Βρήκε ηρωικό θάνατο για την πατρίδα. Ο απανταχού Ελληνισμός τον έκλαψε. Οι ντόπιες Μακεδόνισσες τον μοιρολόγησαν. Οι δημοσιογράφοι των Αθηνών στις στήλες των εφημερίδων της εποχής θρήνησαν το παλικάρι και όλος ο λαός στα κατά τόπους μνημόσυνα προσευχήθηκε για την ψυχή του. Οι ποιητές δεν έμειναν ασυγκίνητοι και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε το γνωστό «Σε κλαίει λαός». Το πένθος της Ναταλίας και των παιδιών τους μοιράστηκε µε όλους τους Έλληνες. Το σπουδαιότερο όμως ήταν, πως οι μιμητές του ήταν άφθονοι και η θυσία του αποδείχθηκε σωτήρια για τη Μακεδονία.
Ο θάνατος του Παύλου υπήρξε σημείο καμπής για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα και ορόσημο για το εθνικό φρόνημα του ελληνισμού. Αν και αρχικά η είδηση κρατήθηκε μυστική, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, σύντομα διαδόθηκε τόσο στην ελεύθερη Ελλάδα όσο και στις υπόδουλες μακεδονικές περιοχές, προκαλώντας βαθιά συγκίνηση και έντονη αφύπνιση του εθνικού αισθήματος.Η θυσία του Μελά, ενός νέου αξιωματικού του ελληνικού στρατού, μορφωμένου, οικογενειάρχη και κοινωνικά καταξιωμένου έδειχνε τον δρόμο της προσφοράς και της εμπνευσμένης δράσης σε δεκάδες νέους για να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Στην Αθήνα αλλά και στον απανταχού Ελληνισμό, η είδηση προκάλεσε κύμα συγκίνησης και εθνικής ανάτασης. Η σύζυγός του, Ναταλία Μελά, αφιερώθηκε στη διατήρηση της μνήμης του και στην ενίσχυση του αγώνα, ενώ ο πεθερός του, Στέφανος Δραγούμης, μαζί με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, εργάστηκαν για τον καλύτερο συντονισμό και την υποστήριξη των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία.
Ο θάνατός του έδωσε στον αγώνα νέα ώθηση και δυναμική. Οι Έλληνες αντάρτες — οι Μακεδονομάχοι — ενισχύθηκαν αριθμητικά και οργανωτικά, ενώ η δράση τους απέκτησε μεγαλύτερη συνοχή και σύνδεση με την επίσημη ελληνική πολιτεία. Η μορφή του Μελά αναδείχθηκε σε σύμβολο εθνικής ενότητας, υπερβαίνοντας πολιτικές και κοινωνικές διαφορές.
Η θυσία του καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως παράδειγμα ηρωισμού και πατριωτισμού. Μέσα από τη ζωή και τον θάνατό του, ο Παύλος Μελάς αναδείχθηκε σε πνευματικό και ηθικό ηγέτη του Μακεδονικού Αγώνα, εμπνέοντας όχι μόνο τους συγχρόνους του, αλλά και τις επόμενες γενιές Ελλήνων.
Πώς ζουν άραγε, και από τι είναι φτιαγμένοι οι ήρωες;Θα δούμε πως από ανθρώπινο νου και ανθρώπινη καρδιά που αγωνιούν και πονούν ώρες ατελείωτες, όπως του καθενός μας γεννιούνται σιωπηλά οι μεγαλύτερες ιδέες και πράξεις, γνωστές και άγνωστες, που αψηφούν την απόλαυση και τον θάνατο. Κι έτσι, στις πιο δύσκολες στιγμές, ο άνθρωπος, όσο αδύναμος κι αν είναι, γεννιέται με ροπή στον ηρωισμό· αυτός ο ίδιος που, παλεύοντας με τη φύση, δημιούργησε τον πολιτισμό.
Τέτοιος ήταν ο Παύλος Μελάς που αγωνίστηκε για να μη χαθεί ο τρόπος σκέψης, αισθήματος και βιώματος, ό,τι βαθύ, ιερό και υψηλό εννοούμε με τη λέξη Ελληνισμός.
«Είμαι ευτυχής διότι είσαι υπερήφανη δι’ εμέ, έστω και αν τούτο είναι παρ’ αξίαν μου προς το παρόν. Εις το μέλλον θα προσπαθήσω να γίνω άξιος της υπερηφανείας
σου.Σε φιλώ και σου εύχομαι ευτυχίαν και χαράν εις τον βίον σου. Την νύκτα, όταν φανεί ένα άστρο, σου στέλνω χίλια φιλιά
νοερώς.
Ο Παύλος σου»




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου