Παύλος Μ Ε Λ Α Σ,η τρίτη αποστολή και ο Θάνατός του

 «Ψηλός,όμορφος ευθυτενής...Ιδεαλιστής, ρομαντικός, οραματιστής και βαθιά πατριώτης, ο Παύλος Μελάς πίστεψε με πάθος στο εθνικό ιδανικό της απελευθέρωσης της Μακεδονίας. Τα λόγια και τις ιδέες τις έκανε πράξη, εγκαταλείποντας την άνετη ζωή του αξιωματικού για να βρεθεί στην πρώτη γραμμή του Μακεδονικού Αγώνα»

Η τρίτη αποστολή και ο θάνατος του Παύλου Μελά

Η φράση «Βούλγαρος να μη μείνει» φέρεται να ήταν τα τελευταία λόγια του Παύλου Μελά, λίγο πριν ξεψυχήσει στις 13 Οκτωβρίου 1904, θανάσιμα τραυματισμένος στη Στάτιστα Καστοριάς,το σημερινό χωριό Παύλος Μελάς, όπως ονομάστηκε προς τιμήν του. Στη μάχη με  τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών έπεσε ο αξιωματικός που έγινε σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 


    Η γνωστή φωτογραφία στην οποία ο Μελάς φοράει τα ρούχα του Μακεδόνα αντάρτη, τον δοξασμένο «ντουλαμά», τραβήχτηκε µετά από πολλή πίεση του ανθυπολοχαγού Λούφα στην Λάρισα. Ο Μελάς γράφει στην Ναταλία «σου στέλλω σήμερον το πρώτον αντίτυπον, αλλ΄ υπό τον όρον να µην ιδή το φως της ηµέρας. Αν πέσω εκεί ας είναι µια ανάμνησις εις σε και τα παιδάκια µου» 

 

Η μυστική αποστολή

Τον Αύγουστο του 1904, με το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας», περνά κρυφά για τρίτη φορά  τα σύνορα Ελλάδας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Φορά τον ντουλαμά,τα φυσεκλίκια και τα όπλα του.Είναι πια ο καπετάνιος που συνοδεύεται από περίπου 30 νδρες, Μακεδόνες και Κρητικούς.Μαζί του πάντα ο πιστός φίλος του Λάκη Πύρζα,σαν υπαρχηγός. Αποστολή του είναι  η κατασκοπευτική διερεύνηση της κατάστασης των ελληνικών πληθυσμών και η οργάνωση ένοπλων σωμάτων ενάντια στους Βούλγαρους κομιτατζήδες που τρομοκρατούσαν τα ελληνικά  χωριά.

 Η  ζωή στα βουνά 

Οι συνθήκες υπό τις οποίες δρα ο Παύλος Μελάς στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά δύσκολες. Οι πορείες των σωμάτων πραγματοποιούνται κυρίως τη νύχτα, καθώς η ανάγκη για απόλυτη μυστικότητα παραμένει ζωτικής σημασίας. Ακόμη και οι πιο έμπειροι οδηγοί, γνώστες των τοπικών μονοπατιών, χάνουν συχνά τον προσανατολισμό τους· δεν είναι σπάνιο να περιπλανώνται ολόκληρη τη νύχτα και να ανακαλύπτουν το πρωί ότι έχουν επιστρέψει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1904 η αντάρτικη ομάδα του Παύλου Μελά διασχίζει τον Αλιάκμονα και εισέρχεται στην καρδιά της δυτικής Μακεδονίας. Πρώτος σταθμός του σώματος είναι το Κωσταράζι, όπου οι κάτοικοι υποδέχονται τους άνδρες με συγκίνηση και ενθουσιασμό. Λίγες μόλις ημέρες νωρίτερα το χωριό είχε δεχθεί επίθεση από βουλγαρικές ένοπλες ομάδες, οι οποίες με απειλές και εκφοβισμούς προσπαθούσαν να εξαναγκάσουν τους κατοίκους να προσχωρήσουν στο βουλγαρικό κομιτάτο και να εγκαταλείψουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο.  Στη συνέχεια, το απόσπασμα περνά από το Τσιρίλοβο, το Κουμανίσοβο και το Λέχοβο, όπου ο Παύλος Μελάς συναντά τον καπετάν Ζήση και τους άνδρες του. Έπειτα ακολουθούν τα Στρέμπενα, η Προκοπάνα, η Μπελκαμένη, η Νεγοβάνη και το Νερέτι.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του, ο Μελάς και οι συμπολεμιστές του διασχίζουν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή, ενθαρρύνουν τους κατοίκους, οργανώνουν επιτροπές και παρεμβαίνουν στα τοπικά ζητήματα. Όλες οι ενέργειες πραγματοποιούνται με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία τους από τις οθωμανικές αρχές ή τα εχθρικά σώματα.

Σε επιστολή του προς τη σύζυγό του Ναταλία, ο Μελάς περιγράφει με γλαφυρότητα τις κακουχίες της ζωής στα βουνά:

«Τα τσαρούχια μας είναι γεμάτα παγωμένο νερό και δεν μπορούμε να τα βγάλουμε. Όλο το σώμα μου πονεί,αλλά ηθικώς είμαι καλά και ευχαριστημένος διότι ανεκτήσαμεν το έδαφος το οποίον ούτως ειπείν,είχομεν χάσει χάρις εις την ανοησίαν του ψευτοοδηγού μας.Το ψωμί μας είναι σαν λάσπη από τη βροχή. Το κρύο είναι φοβερό. Οι χωρικοί μας φιλούν ως σωτήρες τους από τους Βουλγάρους».

Παρά τις κακουχίες και τις ιδιαιτερότητες του αντάρτικου αγώνα, που διαφέρει ουσιωδώς από τις τακτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο Μελάς προσπαθεί διαρκώς να διατηρεί την ανθρωπιά και την ευγένειά του, παραμένοντας προσηλωμένος στο υψηλό ιδανικό της αποστολής του. Σε άλλη επιστολή του σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Είμαι υποχρεωμένος να συμμετάσχω σε συζητήσεις για φόνους. Ένιωθα ένοχος πριν ακόμη εγκληματήσω. Έκλαψα στην εκκλησία, μόνος στο σκοτάδι, γιατί είχα ξεχάσει το ωραίο και το υψηλό της αποστολής μου.»

Από το Κωσταράζι, ο Μελάς και το σώμα του κινούνται προς το Βογατσικό και κατόπιν προς το Στρέμπενο, όπου εντοπίζουν και συλλαμβάνουν τους φονιάδες του καπετάν Βαγγέλη. Το χωριό, το οποίο έχει προηγουμένως προσχωρήσει στην Εξαρχία, επανέρχεται τότε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρά τις πιέσεις που δέχεται, ο Μελάς αρνείται να προβεί σε πράξεις αντιποίνων, αποδεικνύοντας την αποστροφή του προς την εκδίκηση και τη βαθιά προσήλωσή του σε ηθικές αρχές.

Η ίδια στάση διαφαίνεται και στην άρνησή του να εγκρίνει τον εμπρησμό οικιών εξαρχικών στο Νερέτι (σημερινό Πολυπόταμο), αναγνωρίζοντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα έφερνε αντίποινα σε βάρος άμαχου πληθυσμού. Το αίσθημα της τιμής και του καθήκοντος λειτουργεί ως σταθερός οδηγός της δράσης του στη Μακεδονία, ενώ επιδιώκει να τα επιβάλει και στους συμπολεμιστές του, παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες του αγώνα.

Ωστόσο, η τήρηση αυτών των αρχών αποδεικνύεται σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά δύσκολη. Όπως προκύπτει από τη δράση του στην Πρεκοπάνα και στη Μπελκαμένη στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Μελάς αναγκάζεται από τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες του αγώνα, να υιοθετεί σκληρότερες τακτικές, ανάλογες με εκείνες που χρησιμοποιούν και άλλοι οπλαρχηγοί.Για τον Μελά δεν είναι εύκολη ή επιθυμητή επιλογή, αλλά αναγκαιότητα που υπαγορεύεται από τις συνθήκες και τις ανάγκες.

Με πρωτοβουλία του Παύλου Μελά οργανώθηκαν δύο ισχυρές επιτροπές άμυνας στο Λέχοβο και στο Φλάμπουρο, όπου διέθετε έμπιστους τοπικούς αρχηγούς και αξιόπιστους συνεργάτες.Μικρότεροι πυρήνες δημιουργήθηκαν και σε άλλα χωριά της περιοχής. Σκοπός τους ήταν η υποστήριξη των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων με τρόφιμα, πληροφορίες και καταλύματα, η προστασία των χωριών από τις επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά και η ενίσχυση του ελληνικού φρονήματος των κατοίκων. Από το Λέχοβο ο Παύλος Μελάς απέστειλε επιστολή προς τον καϊμακάμη της Φλώρινας, στην οποία διευκρίνιζε ότι ο αγώνας του στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και όχι κατά της οθωμανικής διοίκησης. Σημειωνε ότι σεβόταν τις τουρκικές αρχές και ότι δεν επρόκειτο να επιτεθεί σε τουρκικά στρατιωτικά αποσπάσματα, εκτός εάν δεχόταν πρώτος επίθεση από αυτά.

Δεν είχαν συμπληρωθεί παρά μόνο δύο μήνες από τη στιγμή που το ένοπλο σώμα του Μελά είχε διεισδύσει στη Μακεδονία, στην πιο ευαίσθητη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, και ήδη τα αποτελέσματα της δράσης του είχαν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Οι Έλληνες είχαν αναθαρρήσει, ενώ οι σλαβόφωνοι, που ήταν αδιευκρίνιστοι ως προς την εθνική τους επιλογή, επηρεάζονταν από την παρουσία του.

Τα πράγματα όμως θα εξελιχθούν άσχημα για τον ευπατρίδη αξιωματικό που είχε μεταβληθεί σε καπετάνιο του Μακεδονικού Αγώνα.

Η Μάχη στη Στάτιστα--- 13 Οκτωβρίου 1904 

Το φθινόπωρο του 1904, με τον καιρό βαρύ, βροχερό και ψυχρό, ο Παύλος Μελάς με το ένοπλο σώμα του κινείται προς το Ζέλοβο. Καθ’ οδόν, σταματούν στη Στάτιστα προκειμένου να στεγνώσουν και να αναπαυθούν. Το χωριό αυτό είχε περίπου 80 οικογένειες. Προτού μπουν στο χωριό, στέλνουν ανιχνευτές για την ασφάλειά τους. Διαμοιράζονται σε σπίτια Ελλήνων. Ο Παύλος, μαζί με τέσσερα παλικάρια, εγκαθίσταται προσωρινά σε ένα από τα σπίτια του χωριού.

Ήταν Τετάρτη 13 Οκτωβρίου. Οι άνδρες του Μελά περίμεναν να βραδιάσει για να συνεχίσουν την πορεία τους δίχως να γίνουν αντιληπτοί από πληροφοριοδότες των Βουλγάρων. Ο Παύλος γευμάτιζε στο σπίτι όταν κάτοικοι τού ενημέρωσαν ότι στον κεντρικό δρόμο του χωριού είχε εμφανιστεί τουρκικό απόσπασμα. Ο Παύλος, διατηρώντας την ψυχραιμία του, θεώρησε ότι οι Τούρκοι θα περνούσαν χωρίς να αντιληφθούν την παρουσία τους. Έδωσε εντολή να παραμείνουν όλοι στα  κλεισμένοι στα σπίτια  σε επιφυλακή και να μη κινηθεί κανείς. Από τα παράθυρα, με το όπλο στο χέρι, παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Τούρκων, χωρίς να ανοίξουν πυρ, αναμένοντας οδηγίες από τον αρχηγό τους.

Το τουρκικό απόσπασμα πέρασε μπροστά από το σπίτι που κρυβόταν ο Μελάς και προχώρησε προς το κέντρο.Όλοι πίστεψαν ότι ο κίνδυνος είχε περάσει.Σε λίγο όμως επέστρεψαν και άρχισαν να κυκλώνουν το σπίτι. Η θέση του έχει προδοθεί από τον Βούλγαρο κομιτατζή Μήτρο Βλάχο, ο οποίος είχε διαδώσει ότι ο Παύλος Μελάς βρίσκεται στη Στάτιστα με τα παλικάρια του. 

Οι Οθωμανοί στρατιώτες  περικύκλωσαν το σπίτι και άρχισαν ναχτυπούν με τους υποκόπανους των όπλων τους την πόρτα και τα παράθυρα, επιχειρώντας να εξαναγκάσουν την παράδοση των ενόπλων.

Ο Παύλος βρίσκεται κοντά στο παράθυρο μαζί με τον Ντίνα, ενώ δίπλα τους είναι ο Στρατινάκης και πίσω από την πόρτα ο Πύρζας,ο Πέτρος ήταν πιο μέσα.Όλοι βρίσκονται στον επάνω όροφο του σπιτιού. Ξεσπά ανταλλαγή πυροβολισμών,οι Τούρκοι σκορπίζουν για να προστατευτούν.Ο Τούρκος αξιωματικός τους καλεί να παραδοθούν απειλώντας τους ότι θα τους έκαιγαν ζωντανούς.Ακολουθεί έντονη ανταλλαγή πυροβολισμών.

Ο Παύλος Μελάς και οι άνδρες του αποφασίζουν να μετακινηθούν προς τον αχυρώνα του σπιτιού, ώστε να προστατευθούν και να εξασφαλίσουν καλύτερη θέση άμυνας. Ο Παύλος, μαζί με τον Πέτρο, αντιλαμβάνονται την παρουσία ενός Τούρκου στρατιώτη που πλησιάζει την είσοδο και τον πυροβολούν.

Είναι πλέον σούρουπο, όταν βγαίνουν προς την αυλή  οι τέσσερις αγωνιστές. Ο Στρατινάκης παίρνει το όπλο του νεκρού Τούρκου. Τη στιγμή εκείνη ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ο Παύλος τραυματίζεται σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και φωνάζει:«Στην κοιλιά με πήρε, παιδιά,τελείωσαν όλα για μένα!»

Προσπαθεί να σταθεί όρθιος, όμως καταρρέει. Οι σύντροφοί του τον μεταφέρουν αμέσως στον αχυρώνα. Ο Παύλος αντιλαμβάνεται πως το τραύμα είναι θανάσιμο. Βγάζει από την τσέπη του τις φωτογραφίες των παιδιών του και, απευθυνόμενος στον στενό του συνεργάτη, τον Πύρζα, λέει με ήρεμη φωνή:

«Τον σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου.
Στο Μίκη το ντουφέκι μου.
Και να τους πεις πως έκαμα το καθήκον μου».

Λίγο αργότερα ψιθυρίζει «Πονώ…» και ξεψυχά.

 Ο Παύλος Μελάς στα 34 μόλις χρόνια,πεθαίνει στη Στάτιστα,θυσιάζοντας τη ζωή στον ιερό Αγώνα για τη Μακεδονία.Στον κρυψώνα του ακόμη ο Μελάς,στην Κοζάνη,στα τέλη του Ιούλη του 1904 είχε πει σε φίλο του γιατρό που τον εξέταζε τα παρακάτω προφητικά λόγια:«Zωντανό λοιπόν με κλαις γιατρέ μου;Αν είναι  το πεπρωμένο μου  να σκοτωθώ στα βάθη της Μακεδονίας,τότε να ιδής τι έχει να γίνει».


Ο νεκρός Παύλος 

Η νύχτα έχει πλέον πέσει. Οι Τούρκοι αποσύρονται για να μην εμπλακούν σε μάχες μέσα στο σκοτάδι. Αγνοούν ωστόσο, ότι έχουν σκοτώσει τον αρχηγό των Ελλήνων αγωνιστών,τον αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, Παύλο Μελά.

Ο Πύρζας φροντίζει να συλλέξει όλα τα έγγραφα και τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού αρχηγού.Δίνει εντολή στις γυναίκες του χωριού να αποκρύψουν το σώμα, ενώ ο ίδιος, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, επιχειρούν  να διαφύγουν από τη Στάτιστα. Η αποχώρηση είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς οι Τούρκοι είχαν εισέλθει στο χωριό και αναζητούσαν τους Έλληνες αντάρτες.

Το επόμενο πρωί, οι κάτοικοι της Στάτιστας θάβουν βιαστικά το σώμα του Παύλου Μελά, υπό τον φόβο αντιποίνων. Η ταυτότητά του κρατείται μυστική, οι Έλληνες δεν επιθυμούν να αποκαλυφθεί ότι ένας αξιωματικός του ελληνικού στρατού είχε σκοτωθεί στη Μακεδονία.Ο Ντίνας, απεσταλμένος των συντρόφων του Μελά,επιστέφει για να πάρει το σώμα και να φροντίσει για την οριστική ταφή του.

Όταν εμφανίζονται και πάλι Τούρκοι στρατιώτες, αναγκάζεται να κόψει το κεφάλι του Μελά και να το φυγαδεύσει.Το παραδίδει στον απεσταλμένο του Προξενείου Μοναστηρίου Βασίλη Αγοραστό.

Τη νύχτα της 18ης προς 19η Οκτώβρη το κεφάλι του ήρωα θάβεται στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της Μονής Αγίας Τριάδας στο Πισοδέρι, μπροστά στην Ωραία Πύλη.

Οι Τούρκοι όταν πια είχαν μάθει την είδηση από τις ελληνικές εφημερίδες ότι σκοτώθηκε ο αξιωματικός του ελληνικού στρατού Παύλος Μελάς,στέλνουν στρατιώτες και ερευνούν την περιοχή,τρομοκρατώντας και απειλώντας τους κατοίκους. Βρίσκουν το ακέφαλο σώμα και το μεταφέρουν στην Καστοριά.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης άμεσα παρεμβαίνει και παίρνει το σώμα του Μελά.Ο τάφος του βρίσκεται μέσα στον βυζαντινό ναό Ταξιάρχη Μητροπόλεως στην Καστοριά.Μαζί του είναι θαμμένη κατ’ επιθυμίαν της και η γυναίκα του Ναταλία Δραγούμη.Στη μικρή πλατεία δίπλα στο ναό υπάρχει το κενοτάφιο του μαζί με την προτομή του.

 

  Μετά τον θάνατο...


 Την 13η Οκτωβρίου 1904 ο Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή στο χωριό Στάτιτσα, στην αγαπημένη του Μακεδονία,κάνοντας πράξη τα λόγια και τις επιθυμίες του.Βρήκε ηρωικό θάνατο για την πατρίδα. Ο απανταχού Ελληνισμός τον έκλαψε. Οι ντόπιες Μακεδόνισσες τον μοιρολόγησαν.Οι κάτοικοι του χωριού τον τίμησαν. 

 Αν και αρχικά η είδηση κρατήθηκε μυστική, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας,λίγες μέρες μετά διαδόθηκε τόσο στην ελεύθερη Ελλάδα όσο και στις υπόδουλες μακεδονικές περιοχές, προκαλώντας βαθιά συγκίνηση.

Οι δημοσιογράφοι των Αθηνών στις στήλες των εφημερίδων της εποχής θρήνησαν τον μεγάλο άνδρα και όλος ο λαός στα κατά τόπους μνημόσυνα προσευχήθηκε για την ψυχή του. Οι ποιητές δεν έμειναν ασυγκίνητοι και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε το γνωστό «Σε κλαίει λαός». Το πένθος της Ναταλίας και των παιδιών τους μοιράστηκε µε όλους τους Έλληνες. Το σπουδαιότερο όμως ήταν, πως οι μιμητές του ήταν άφθονοι και η θυσία του αποδείχθηκε σωτήρια για τη Μακεδονία.

 Ο θάνατος του Παύλου υπήρξε σημείο καμπής για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα και ορόσημο για το εθνικό φρόνημα του ελληνισμού. Η θυσία του Μελά, ενός νέου αξιωματικού του ελληνικού στρατού, μορφωμένου, οικογενειάρχη και κοινωνικά καταξιωμένου έδειχνε τον δρόμο της προσφοράς και της εμπνευσμένης δράσης σε δεκάδες νέους αξιωματικούς  για να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.


Στην Αθήνα αλλά και στον απανταχού Ελληνισμό, η είδηση προκάλεσε κύμα συγκίνησης και εθνικής ανάτασης. Η σύζυγός του, Ναταλία Μελά, αφιερώθηκε στη διατήρηση της μνήμης του και στην ενίσχυση του αγώνα, ενώ ο πεθερός του, Στέφανος Δραγούμης, μαζί με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, εργάστηκαν για τον καλύτερο συντονισμό και την υποστήριξη των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία.

Ο θάνατός του έδωσε στον αγώνα νέα ώθηση και δυναμική. Οι Έλληνες αντάρτες — οι Μακεδονομάχοι — ενισχύθηκαν αριθμητικά και οργανωτικά, ενώ η δράση τους απέκτησε μεγαλύτερη συνοχή και σύνδεση με την επίσημη ελληνική πολιτεία. Η μορφή του Μελά αναδείχθηκε σε σύμβολο εθνικής ενότητας, υπερβαίνοντας πολιτικές και κοινωνικές διαφορές.

Η θυσία του καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως παράδειγμα ηρωισμού και πατριωτισμού. Μέσα από τη ζωή και τον θάνατό του, ο Παύλος Μελάς αναδείχθηκε σε αληθινό ηγέτη του Μακεδονικού Αγώνα, εμπνέοντας όχι μόνο τους συγχρόνους του, αλλά και τις επόμενες γενιές Ελλήνων.

 Το όνομα του Παύλου Μελά είναι σήμερα σύμβολο αιώνιου ηρωισμού και αυταπάρνησης. Κι όμως, και εκείνος δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος στα 34 του χρόνια,νέος ένας αστός αξιωματικός, ευκατάστατος, που ζούσε μια άνετη και τακτοποιημένη ζωή. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τον έκανε να τα εγκαταλείψει όλα και να δοθεί ψυχή τε και σώματι στον αγώνα για τη Μακεδονία; 

Πώς ζουν άραγε και από τι είναι φτιαγμένοι οι ήρωες; Έχουν ανθρώπινο νου και καρδιά, αγωνιούν και πονούν ατέλειωτες ώρες, όπως κάθε κοινός άνθρωπος. Μέσα τους όμως γεννιούνται σιωπηλά οι μεγαλύτερες ιδέες και πράξεις, γνωστές και άγνωστες, που αψηφούν την απόλαυση και τον θάνατο. Κάποτε, στις πιο δύσκολες στιγμές, ο άνθρωπος, όσο αδύναμος κι αν είναι, πορεύεται με ροπή προς τον ηρωισμό· ο ίδιος άνθρωπος που, παλεύοντας με τη φύση, δημιούργησε τον πολιτισμό.

Τέτοιος ήταν ο Παύλος Μελάς που  αγωνίστηκε για να μη χαθεί ο τρόπος σκέψης, αισθήματος και βιώματος, ό,τι βαθύ, ιερό και υψηλό εννοούμε με τη λέξη Ελληνισμός.

«Είμαι ευτυχής διότι είσαι υπερήφανη δι’ εμέ, έστω και αν τούτο είναι παρ’ αξίαν μου προς το παρόν. Εις το μέλλον θα προσπαθήσω να γίνω άξιος της υπερηφανείας σου.Σε φιλώ και σου εύχομαι ευτυχίαν και χαράν εις τον βίον σου. Την νύκτα, όταν φανεί ένα άστρο, σου στέλνω χίλια φιλιά νοερώς.   

Ο Παύλος σου»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις