Παύλος Μ Ε Λ Α Σ,ο Πρωτομάρτυρας του Μακεδονικού Αγώνα,α΄μέρος


Όταν στις 13 Οκτωβρίου του 1904 ο Παύλος Μελάς έπεφτε νεκρός στη Σιάτιστα από τα πυρά των κομιτατζήδων, τη στιγμή εκείνη, με τον θάνατό του, στερέωνε και διεύρυνε τον ιερό Αγώνα για τη Μακεδονία. Πόσες φορές, μέσα από τα γράμματα και τις επιστολές του, δεν είχε προφητέψει ο ίδιος το τέλος του, και πόσο δικαίωσε τα λόγια του με τις πράξεις του! Οι λέξεις «σύμβολο», «θυσία», «ήρωας» έγιναν συνώνυμες της μορφής του· ωστόσο, ακόμη και αυτή η μυθοποίησή του υποτάσσεται στη συνέπεια των λόγων και των πράξεών του.

«Ο θάνατος ζωή»  «Στη Μακεδονία δεν πέθανε παρά ζη και βασιλεύει. Ένα κοριτσάκι στη Βέρροια, που το ρώτησαν ποιος είναι ο βασιλιάς των Ελλήνων, αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό: “Ο Παύλος Μελάς”».  

                     γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης



Ο Παύλος Μελάς υπήρξε μια μορφή που ξεπέρασε τα όρια της ιστορικής πραγματικότητας και αναδείχθηκε σε σύμβολο εθνικής αυταπάρνησης. Η δράση του συνδέεται άμεσα με τον Μακεδονικό Αγώνα (1904–1908), μια περίοδο έντονης εθνικής διεκδίκησης για την απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία και την επιρροή των βουλγαρικών κομιτάτων.

  Ιστορικό Πλαίσιο του Μακεδονικού Αγώνα

 Στα τέλη  19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, «μεγάλος ασθενής»– βρισκόταν σε φάση   παρακμής, ενώ οι εθνικισμοί στα Βαλκάνια κορυφώνονταν. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, ιδίως η Βρετανία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία, ασκούσαν ασφυκτικές πιέσεις, επιδιώκοντας να καθορίσουν τις εξελίξεις στη χερσόνησο σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), τα τρία βασικά βαλκανικά κράτη –η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία–, που διεκδικούσαν εδάφη του μακεδονικού χώρου, επιδόθηκαν σε έναν πολυμέτωπο αγώνα για επικράτηση στην περιοχή.

Αρχικά η αντιπαράθεση εκδηλώθηκε στον εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό τομέα, μέσα από την ίδρυση σχολείων και την επιρροή των πατριαρχικών ή εξαρχικών ενοριών. Ωστόσο, σταδιακά η βουλγαρική δραστηριότητα έλαβε ένοπλο χαρακτήρα, με τη δημιουργία των κομιτάτων και τη δράση των κομιτατζήδων, οι οποίοι επιχείρησαν να εκφοβίσουν και να προσεταιριστούν τους τοπικούς πληθυσμούς.

Προοδευτικά η κατάσταση στη Μακεδονία επιδεινώθηκε σημαντικά,  το ελληνικό κράτος όφειλε να αναλάβει ενεργό ρόλο για την υπεράσπιση του μακεδονικού ελληνισμού. Ήταν αναγκαία η συστηματική οργάνωση και αποστολή έμπειρων αξιωματικών και εθελοντών για την αντιμετώπιση των βουλγαρικών κομιτάτων και την ενίσχυση του ηθικού των Ελλήνων της περιοχής. Ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του Ίλιντεν (1903) και κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης  του νεοσύστατου Μακεδονικού Κομιτάτου αλλά  και εξεχουσών προσωπικοτήτων  η  κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη αντιλήφθηκε την επιτακτική ανάγκη για πιο οργανωμένη και συντονισμένη παρέμβαση. Αυτή η νέα φάση δράσης οδήγησε  στη σταδιακή είσοδο Ελλήνων αξιωματικών στη Μακεδονία και τη δημιουργία ανταρτικών ομάδων,ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η μορφή του Παύλου Μελά.

Ο Παύλος Μελάς, αξιωματικός του πυροβολικού, αντιλήφθηκε τη σημασία της Μακεδονίας για το μέλλον του ελληνισμού. Σε επιστολή του προς τη σύζυγό του το 1904 γράφει:

 «Η Μακεδονία είναι η ψυχή της Ελλάδος· αν χαθή αυτή, θα χαθώμεν και ημείς»

Για τον Μελά η Μακεδονία δεν ήταν ένα κομμάτι γης που η κατάκτησή της θα διεύρυνε το ελληνικό κράτος.Η  εδαφική απελευθέρωση της  δεν ήταν πολιτικός στόχος,αλλά υπαρξιακό χρέος για το έθνος.

Η ζωή και η προσωπικότητα του Παύλου Μελά

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στην Μασσαλία τον Μάρτιο του 1870 όπου εκεί η οικογένεια του είχε εγκατασταθεί και ο πατέρας του  ασχολείτο με το εμπόριο.Ηταν ένα από τα επτά παιδιά του Ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.Τον ονόμασαν Παύλο δίδοντας του το όνομα ενός θείου του πατέρα του, που έπεσε μαχόμενος στο Μεσολόγγι. Τον ίδιο ηρωικό δρόμο είχε χαράξει η μοίρα και για τον νεογέννητο Παύλο. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμα σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874. 

Από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει να κάνει σχέδια για να καταταγεί εθελοντής στο στρατό ή να βγει αντάρτης στα σκλαβωμένα  μακεδονικά βουνά. Στα 1886 δίνει εξετάσεις και εισέρχεται στην Σχολή Ευελπίδων.Τότε ήταν μόλις δεκάξι ετών.Τρεις μέρες προτού δώσει τις εξετάσεις του γράφει ο νεαρός Μελάς στο σημειωματάριό του:«Eκλέγοντας το στάδιον αυτό,δεν υπακούω παρά μόνο σε μια μιαν ιδέαν,να φανώ χρήσιμος στον πλησίον μου και στον τόπο μου.Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και σαν καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα και γι αυτήν να αποθάνω.Καμιά δυσκολία δε θα με σταματήση.Δε θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων».

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι ο υποψήφιος Εύελπις του Ελληνικού Στρατού είναι ταγμένος σε έναν και μόνο ιερό σκοπό: να αγωνιστεί και να αφιερώσει τη ζωή του στην Πατρίδα.

Τον Αύγουστο του 1892 ορκίζεται Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. 

 Τον Οκτώβριο του 1892 νυμφεύεται την φίλη των παιδικών του χρόνων Ναταλία Δραγούμη. Ήταν η κόρη του πολιτικού  Στέφανου Δραγούμη με καταγωγή από το Βογατσικό της Μακεδονίας. Η είσοδος του στην οικογένεια αυτή θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μετέπειτα στρατιωτική  πορεία του, για την απελευθέρωση της πολύπαθης Μακεδονικής γης

        


Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας,όπου αφοσιώθηκε με όλη τη θέρμη της ψυχής του,αναθυμούμενος  το έργο της Φιλικής Εταιρείας τις παραμονές του 1821.Στο προσκήνιο ήταν το ζήτημα της Κρήτης,η επανάσταση στο νησί τον Μάη του1896.Την επόμενη χρονιά (1897) ξεσπά ο ελληνοτουρκικός πόλεμος και συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.

Ο Παύλος,ορμητικός και αισιόδοξος από τη φύση του,λίγο πριν φύγει για το μέτωπο στέλνει τηλεγράφημα στην οικογένειά του: «Aν ο Θεός μας βοηθήση,σύντομα θα λάβετε γράμμα από τη Θεσσαλονίκη».

 Στις 11 Απριλίου του 1897 ο ελληνικός στρατός εξαναγκάζεται σε άτακτη υποχώρηση και ο Παύλος γυρίζει νικημένος πίσω.Λίγο αργότερα χάνει τον προσφιλή του πατέρα.

  Η εμπειρία αυτή τον πείσμωσε και τον ώθησε να αναζητήσει τρόπους ενίσχυσης του στρατού και αναδιοργάνωσης της εθνικής άμυνας. Παράλληλα, του έδωσε το έναυσμα να αφιερωθεί με ακόμη μεγαλύτερο πάθος στα εθνικά ζητήματα, προετοιμάζοντας ουσιαστικά το έδαφος για τη μελλοντική του δράση στον Μακεδονικό Αγώνα.

Η ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας τον συγκλόνισε βαθιά. Παράλληλα, πύκνωναν τα δυσάρεστα νέα από τη Μακεδονία για τη δράση των βουλγαρικών συμμοριών. Στην Αθήνα, και ιδιαίτερα στο γραφείο του πεθερού του, Στέφανου Δραγούμη, έρχονταν πατριώτες — κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία — που περιέγραφαν ανάγλυφα τη δεινή θέση των πατριαρχικών πληθυσμών της Μακεδονίας, οι οποίοι είχαν μπει στο στόχαστρο των Βουλγάρων. Οι άνθρωποι αυτοί ζητούσαν καθοδήγηση, συμπαράσταση και βοήθεια με άνδρες και οπλισμό.

Από τα τέλη του 1902 είχε διοριστεί στο Μοναστήρι ως πρόξενος ο αδελφός της Ναταλίας Δραγούμη, Ίων Δραγούμης.Η γνωριμία του με τον Ίωνα Δραγούμη, τον πρόξενο της Ελλάδας στο Μοναστήρι και αδελφό της συζύγου του Ναταλίας, έπαιξε καθοριστικό ρόλοι στην απόφασή του να εμπλακεί ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα. Μέσα από τις συζητήσεις και τις ανταλλαγές ιδεών με τον Δραγούμη, ο Μελάς συνειδητοποίησε το εύρος του προβλήματος στη Μακεδονία και την ανάγκη για άμεση δράση. Εκείνος, μαζί με τον Παύλο Μελά, προχώρησαν στη σύσταση μιας μυστικής οργάνωσης, της «Μακεδονικής Άμυνας», που συνέλεγε πληροφορίες και έστελνε χρήματα και άνδρες στη Μακεδονία. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη μετά την επανάσταση του Ίλιντεν (1903), με τους Βουλγάρους εντελώς αποθρασυμένους να πυκνώνουν τη δράση τους. Η ίδια η κυβέρνηση του Θεοτόκη είχε πλέον πειστεί ότι η Ελλάδα έπρεπε να προετοιμαστεί για μια ένοπλη παρέμβαση στην περιοχή.




Αλλά ο Παύλος,αν δεν πήγαινε ο ίδιος,αν δεν αναλάμβανε αυτός δράση δε θα ησύχαζε.Σε επιστολή του το 1903 σημειώνει:«Δεν έχω δικαίωμα να ζήσω ευτυχισμένος, όταν τόσοι αδελφοί μου στενάζουν υπό ζυγόν. Έχομεν χρέος όλοι να πράξωμεν κάτι διά την πατρίδα.»

Ο Μελάς δεν αντιμετώπιζε τον αγώνα ως ευκαιρία για δόξα ή τιμές:«Δεν πάγω να πολεμήσω διά δόξαν, αλλά διά να σώσω ψυχάς ελληνικάς, που κινδυνεύουν να χαθούν»


Φλεβάρης του 1904-Η Πρώτη Αποστολή 

Τον Φλεβάρη του 1904, ο Παύλος Μελάς περνά για πρώτη φορά στην αγαπημένη του  Μακεδονία.Είναι μέλος μιας τετραμελούς ομάδας  τεσσάρων αξιωματικών που αποτελούταν από τον ίδιο, τον Αναστάσιο Παπούλα, τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη–Αινιάν και τον Γεώργιο Κατεχάκη. Η αποστολή τους έχει διερευνητικό χαρακτήρα και στόχο να διαπιστώσει από κοντά την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία, τη δράση των βουλγαρικών κομιτάτων και τη στάση του ελληνικού πληθυσμού. Πριν φύγουν, οι τέσσερις άνδρες επισκέπτονται τον βασιλιά Γεώργιο Α΄, ο οποίος τους ενθαρρύνει και τους ευλογεί για το δύσκολο έργο που αναλαμβάνουν, γνωρίζοντας πως η αποστολή τους πρέπει να παραμείνει μυστική. Με θάρρος και πίστη στο εθνικό τους καθήκον ξεκινούν την αποστολή τους, σηματοδοτώντας την απαρχή του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Παύλος αποχαιρετά τη γυναίκα του και τα παιδιά του:«Πού και πού»,γράφει «κυλά κανένα δάκρυ,αμέσως μια Μεγάλη Ιδέα και έτσι στεγνώνει το δάκρυ»

Μια παγερή νύχτα του Φλεβάρη περνούν τα σύνορα,σαν σκιές ο ένας πίσω από τον άλλον με το όπλο στο χέρι και κουβαλώντας τον βαρύ οπλισμό τους.Μέσα από δύσβατα μονοπάτια με κρύο και βροχή περνούν τον Αλιάκμονα,ανεβαίνουν βουνά και προσεγγίζουν τη μονή Τσιρίλοβου,βόρεια της Σιάτιστας.Προορισμός τους η Καστοριά για να συναντήσουν την "ψυχή" του Αγώνα τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη.Ο Κοντούλης τελικά πηγαίνει στην Καστοριά, ενώ οι άλλοι τρεις ακολουθούν άλλες διαδρομές για να συναντηθούν στα Κορέστεια, βόρεια της Καστοριάς. Συναντούν ντόπιους,παίρνοντας πάντα προφυλάξεις για τον φόβο του εχθρού, που συγκινημένοι τους υποδέχονται προσφέροντας τους ψωμί και και κρασί.Στα μάτια των Ελλήνων της Μακεδονίας ο Παύλος Μελάς βλέπει την αγωνία τους,την ελπίδα που ζωντανεύει αλλά και την ανάγκη για άμεση κινητοποίηση.

Κατά τη διάρκεια της αποστολής, ο Παύλος Μελάς συναντιέται  με σημαντικές μορφές του τοπικού Μακεδονικού Αγώνα, όπως τον καπετάν Κώττα, τον καπετάν Γαρέφη και τον καπετάν Νταλίπη.Μέσα από αυτές τις συναντήσεις συγκεντρώνει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση της περιοχής, την οργάνωση των βουλγαρικών κομιτάτων και την ψυχολογία του πληθυσμού. Η ομάδα κινείται κυρίως στις περιοχές των Κορεστίων, της Καστοριάς και της Φλώρινας, μετακινούμενη συνήθως τη νύχτα, ώστε να αποφύγει τα τουρκικά αποσπάσματα και τις εχθρικές ενέδρες.

Έπειτα από διάφορες περιπέτειες, οι αξιωματικοί επιστρέφουν  σταδιακά στην Αθήνα στο τέλος της άνοιξης, έχοντας όμως διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Αναστάσιος Παπούλιας και ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης εισηγήθηκαν την αποστολή στη Μακεδονία ισχυρών ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα, ενώ ο Αλέξανδρος Κοντούλης και ο Παύλος Μελάς πρότειναν τη συγκρότηση εντόπιων ανταρτικών ομάδων. Ο Μελάς υποστήριξε ότι η πιο αποτελεσματική τακτική ήταν η δημιουργία μικρών, ευέλικτων σωμάτων, η στενή συνεργασία με τους τοπικούς καπετάνιους και η αποστολή έμπειρων αξιωματικών που θα αναλάμβαναν την καθοδήγηση του αγώνα.

 Ο Παύλος Μελάς στην πρώτη του αποστολή, απέκτησε προσωπική εμπειρία από τη ζωή και τον αγώνα των Μακεδόνων, πείστηκε για την ανάγκη άμεσης στρατιωτικής δράσης και προετοίμασε τις επόμενες κινήσεις του.


Η μύηση του Παύλου Μελά στο Μακεδονικό Κομιτάτο 

Η οργάνωση, γνωστή ως  Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο, είχε ιδρυθεί τον Μάιο του 1904 στην Αθήνα από πατριωτικούς κύκλους, με στόχο την οργάνωση ένοπλης και πολιτικής δράσης στη Μακεδονία. Το Κομιτάτο αποτελούσε κέντρο συντονισμού των ελληνικών σωμάτων και συνδέσμων με τις μακεδονικές κοινότητες που αντιστέκονταν στη βουλγαρική προπαγάνδα και τη δράση των κομιτατζήδων.

Ο Παύλος Μελάς μυήθηκε στην οργάνωση ύστερα από πρωτοβουλία του Ίωνα Δραγούμη και του Λάμπρου Κορομηλά, διπλωμάτη και προξένου στη Θεσσαλονίκη. Από εκείνη τη στιγμή, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην υπόθεση της Μακεδονίας. Με ψευδώνυμο και απόλυτη μυστικότητα, ανέλαβε καθήκοντα συντονισμού μεταξύ των επιτελών της Αθήνας και των μαχητών στο πεδίο. Στις επιστολές του εκείνης της περιόδου διαφαίνεται η αποφασιστικότητά του:

«Δεν έχω δικαίωμα να μένω αργός, ενώ η Μακεδονία χάνεται. Πρέπει να δράσω, να κινδυνεύσω, να δώσω το παράδειγμα».

Η Δεύτερη Αποστολή

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ο ανυπόμονος και ενθουσιώδης  ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς, που δεν είχε πάψει στιγμή να ενημερώνεται για τις εξελίξεις στη Μακεδονία μέσω των φίλων και συνεργατών του, αποφασίζει να πραγματοποιήσει τη δεύτερη εικοσαήμερη περιοδεία του στη Μακεδονία. Αφορμή για αυτή τη νέα εξόρμηση αποτέλεσε η επίσκεψη δύο αντιπροσώπων από την Κοζάνη στον πεθερό του, Στέφανο Δραγούμη, οι οποίοι ζήτησαν τη συνδρομή του ελληνικού κράτους για την αποστολή οπλισμού και αξιωματικών που θα αναλάμβαναν την εκπαίδευση των ντόπιων Ελλήνων.

Ο Μελάς  θεωρεί την παράκληση αυτή ως κάλεσμα για άμεση δράση. Χωρίς να περιμένει επίσημη εντολή, παίρνει την πρωτοβουλία να επιστρέψει ο ίδιος στη Μακεδονία, με το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες και την ιδιότητα του «Ζωέμπορου» προκειμένου να διαπιστώσει από κοντά την κατάσταση και να προετοιμάσει το έδαφος για πιο οργανωμένη ελληνική παρουσία. Κατά τη διάρκεια αυτής της αποστολής, οδηγός και συνοδός του είναι ο οπλαρχηγός Λάκης Πύρζας, καταγόμενος από τη Φλώρινα, ο οποίος γνώριζε άριστα τα περάσματα, τα χωριά και τους τοπικούς αγωνιστές. 

Στις 21 Ιουλίου φθάνει στην Κοζάνη,συναντά δυσκολίες,εμπόδια, μικροανταγωνισμούς αλλά δεν ξεφεύγει ποτέ από το μεγάλο στόχο του.«Τέλος πάντων δε θα χαθή ο κόσμος δια μερικά εμπόδια».Μετά από 20ήμερη παραμονή συναντιέται με τον Έλληνα πρόξενο, Λάμπρο Κορομηλά  στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρέφει στην Αθήνα,

Εκεί ανακοινώνει στο νεοσύστατο Μακεδονικό Κομιτάτο όλα τα συμπεράσματά του από την παρουσία του στη Μακεδονία. 

Η δεύτερη αυτή είσοδος του Παύλου Μελά στη Μακεδονία, τον Ιούλιο του 1904, αποτελεί καθοριστικό βήμα για τη μετέπειτα ένοπλη δράση του. Μέσα από αυτή την αποστολή απέκτησε βαθύτερη γνώση των προβλημάτων και των αναγκών των ελληνικών κοινοτήτων, διαπιστώνοντας την ανάγκη για συντονισμένη οργάνωση, αποστολή οπλισμού και δημιουργία μικρών αντάρτικων σωμάτων που θα αναλάμβαναν την άμυνα του ελληνισμού της Μακεδονίας.


Επιστρέφει στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του:

 

«Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν». 

Και από τη Λάρισα συμπλήρωνε με νέο γράμμα προς την σύζυγό του, ωσάν να προαισθανόταν το τέλος του: 

«...Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις