Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

26 Οκτωβρίου 1921

Ο ελληνικός στρατός στη Θεσσαλονίη

Ζήτω η Μακεδονία- Ελεύθερη η  Θεσσαλονίκη

Το  πρωινό της 29ης Οκτωβρίου o βασιλιάς Γεώργιος έμπαινε θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη που έβγαινε μέσα από μια μακρά περίοδο σκλαβιάς. Στο σιδηροδρομικό σταθμό τον υποδεχόταν ολόκληρη η A΄ Μεραρχία του ελληνικού στρατού, παρατεταγμένη σε όλο το μήκος της βασιλικής διαδρομής ως το διοικητήριο της πόλης.


 γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

           Ο βασιλιάς ήταν έφιππος και συνοδευόταν από τον αρχιστράτηγο και  δαφνοστεφανωμένο από τις μεγάλες νίκες Διάδοχο Κωνσταντίνο και από τους πρίγκιπες και τους ανώτατους αξιωματικούς. Τα πυροβόλα βαρούσαν. Τα πλοία σφύριζαν στο λιμάνι. Κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος κατά μήκος της διαδρομής. Οι  Έλληνες, με τις σημαίες στα χέρια, επευφημούσαν.Τούρκοι, Εβραίοι και Λεβαντίνοι παρακολουθούσαν  με αμηχανία και   καχυποψία.  Η Άλωση της πόλης  από τους Τούρκους έγινε στις 28 Φεβρουαρίου 1430. Η απελευθέρωση  στiς 26 Οκτωβρίου 1912. Είχαν μεσολαβήσει 482 χρόνια σκλαβιάς. Ανήμερα του Αι-Δημήτρη, πολιούχου της πόλης, στη Θεσσαλονίκη  κυμάτιζε  η γαλανόλευκη.Είναι η κορυφαία στιγμή των βαλκανικών πολέμων που θα αλλάξουν την εικόνα της νεώτερης Ελλάδας.


Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ στα 1912

Η Θεσσαλονίκη το 1912 ήταν μια πόλη σε μεγάλη ακμή και ανάπτυξη, με πληθυσμό περίπου 150.000 κατοίκους∙ αριθμός ιδιαίτερα σημαντικός αν αναλογιστεί κανείς ότι η Αθήνα είχε τότε 165.000, η Σόφια 85.000 και το Βελιγράδι 170.000. Η πολυεθνική σύνθεσή της περιλάμβανε 35.000 Έλληνες, 65.000 Ισραηλίτες, 30.000 Τούρκους και περίπου 2.000 κατοίκους άλλων εθνοτήτων. Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες έφτασαν τις 67.000, οι Τούρκοι μειώθηκαν στις 25.000, ενώ οι Ισραηλίτες διατήρησαν τον ίδιο περίπου αριθμό.


Η οικονομική σημασία της πόλης ήταν εξαιρετικά μεγάλη. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αποτελούσε τον βασικό διαμετακομιστικό κόμβο των Βαλκανίων, συνδέοντας την Κεντρική Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τη Μεσόγειο. Μέσα από αυτό διοχετεύονταν δημητριακά, καπνά, βαμβάκι, δέρματα, μεταξωτά και βιομηχανικά προϊόντα της Δύσης. Ο καπνός ειδικά υπήρξε το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν, δίνοντας πλούτο σε εμπόρους και σε καπνεργοστάσια που αναπτύχθηκαν στην πόλη.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, είχε μπει σε μια φάση ανάπτυξης χάρη τόσο στα ξένα κεφάλαια όσο και στη δράση ενός τοπικού καπιταλιστικού πυρήνα. Στη Θεσσαλονίκη αυτό φαινόταν έντονα: οι συγκοινωνίες και οι μεταφορές βελτιώνονταν, νέες βιοτεχνίες και βιομηχανίες ιδρύονταν, ενώ και ο τραπεζικός τομέας αναπτυσσόταν δυναμικά. 

Η πρόοδος ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με το Μοναστήρι, τα Σκόπια, το Βελιγράδι και τη Βιέννη, η οποία διεύρυνε σημαντικά το εμπορικό της δίκτυο.

Η πολυεθνική της σύνθεση έδινε ζωντάνια και ποικιλία στη ζωή της πόλης: εφημερίδες σε πολλές γλώσσες, σχολεία, θέατρα, πολιτιστικοί και κοινωνικοί σύλλογοι, όλα συνέβαλλαν στη διαμόρφωση μιας πόλης κοσμοπολίτικης και δυναμικής, που αποτελούσε σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Βαλκανική.

Στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος, δηλαδή της σταδιακής διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πόλεις με μεγάλη στρατηγική και οικονομική σημασία, όπως η Θεσσαλονίκη, βρέθηκαν στο επίκεντρο του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. Η γεωγραφική της θέση, ως πύλη προς τα Βαλκάνια και το Αιγαίο, το εμπορικό της λιμάνι και ο πολυεθνικός πληθυσμός της, την κατέστησαν σημείο αναφοράς και διπλωματικό στόχο, καθώς ο έλεγχός της σήμαινε ισχυρή παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε στόχο πολλών δυνάμεων στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος. Η Αυστροουγγαρία, μετά την κατάληψη της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, επιδίωκε να φτάσει ως το Αιγαίο, οι Βούλγαροι την ενέτασσαν στα σχέδια της Μεγάλης Βουλγαρίας για πρόσβαση στη θάλασσα, ενώ οι Σέρβοι την εποφθαλμιούσαν για να αποκτήσουν διέξοδο προς το Αιγαίο. Παράλληλα, οι Έλληνες τη διεκδικούσαν για ιστορικούς και εθνικούς λόγους, καθώς υπήρξε σπουδαία πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και για τη στρατηγική και οικονομική σημασία της, γεγονός που την κατέστησε σημείο έντονου ανταγωνισμού μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους.

            Οι Βούλγαροι για τη Θεσσαλονίκη                                                                                         

Η βουλγαρική Μακεδονική στρατιά είχε στραμμένη την προσοχή της στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποιώντας παραπλανητικές κινήσεις στη Μακεδονία, ενώ οι υπόλοιπες τρεις στρατιές επιχειρούσαν στη Θράκη με τελικό στόχο την Κωνσταντινούπολη. Τα σχέδια αυτά ήταν γνωστά στην ελληνική κυβέρνηση, και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος άσκησε ισχυρή πίεση στον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο για να κινηθεί ταχύτατα προς τη Θεσσαλονίκη πριν φτάσουν οι Βούλγαροι. Τα τηλεγραφήματα,το ένα μετά το άλλο από το Υπουργεία Στρατιωτικών προς τον Κωνσταντίνο συνιστούσαν ταχεία είσοδο  της στρατιάς στην πόλη γιατί ήδη οι τουρκικές αρχές είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων για την παράδοση της πόλης.Το Υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωνε την είδηση για την πρόθεση των Τούρκων να παραδώσουν την πόλη. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία για τον διαμοιρασμό των εδαφών, η τύχη της Θεσσαλονίκης παρέμενε ανοιχτή. Την ίδια στιγμή οι Σέρβοι μάχονταν βόρεια της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων, γεγονός που άφηνε το πεδίο ελεύθερο για έναν έντονο αγώνα δρόμου ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους για το ποιος θα προλάβει να καταλάβει πρώτος τη Θεσσαλονίκη.

Οι διαπραγματεύσεις

Στις 25 Οκτωβρίου οι προφυλακές του ελληνικού στρατού έφταναν στις παρυφές της πόλης την ίδια στιγμή που βουλγαρικά τμήματα από τα βόρεια πλησίαζαν απειλητικά.

Ο αντιστράτηγος Χασάν Ταχσίν Πασάς διέθετε δύναμη περίπου 25.000 ανδρών για να αντισταθεί στον ενθουσιώδη ελληνικό στρατό. Βρέθηκε μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να προβάλλει σθεναρή αντίσταση μέχρις εσχάτων είτε να παραδώσει την πόλη στους Έλληνες με όρους. Τελικά, με τον ελληνικό στρατό ήδη έξω από τη Θεσσαλονίκη και με την παρέμβαση των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων, πείσθηκε να επιλέξει τη δεύτερη λύση. Απέστειλε δύο αξιωματικούς και επίσημο έγγραφο προς τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, ζητώντας την έναρξη διαπραγματεύσεων. Η συνάντηση έγινε στις 2 το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου, στην έπαυλη Τοψίν στο χωριό Γέφυρα, όπου βρισκόταν το ελληνικό αρχηγείο. Οι Οθωμανοί πρότειναν να παραμείνουν οι δυνάμεις τους ανατολικά, στο Καραμπουρνού, μέχρι το τέλος του πολέμου, όμως ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κατηγορηματικά και απαίτησε άμεση παράδοση, δίνοντας προθεσμία έως το πρωί της 26ης Οκτωβρίου, διαφορετικά θα διέταζε την επίθεση. Την ίδια στιγμή, οι Βούλγαροι είχαν ήδη φτάσει στις Σέρρες και απείχαν ένα μόλις βήμα από τη Θεσσαλονίκη.

Μια ώρα πριν παρέλθει η προθεσμία ο Σεφήκ Πασάς παρέδωσε την απάντηση του διοικητή του,κάνοντας δεκτούς τους όρους του Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου,ζητώντας την παραμονή ενός μικρού σώματος στην πόλη,κάτι που απορρίφθηκε και πάλι από την ελληνική πλευρά.Νέα καθυστέρηση από τους Τούρκους που προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο.

Στο μεταξύ οι ελληνικές μεραρχίες άρχισαν να κινούνται από διάφορες κατευθύνσεις προς την πόλη χωρίς την παραμικρή τουρκική αντίδραση.Η ταξιαρχία Ιππικού που λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη πληροφορήθηκε την παρουσία μια βουλγαρικής ταξιαρχίας που λειτουργούσε ως προπομπός της αντίστοιχης μεραρχίας.Ένας αγώνας δρόμου ξεκίνησε ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους για το ποιος θα εισέλθει πρώτος στη Θεσσαλονίκη.Η  7η ελληνική Μεραρχία και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινόπουλου σπεύδουν και καταλαμβάνουν την πόλη.Ο Κωνσταντίνος στέλνει τηλεγράφημα  στον διοικητή των Βουλγάρων όπου με το ανάλογο μειδίαμα του ανακοινώνει ότι η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από τους Έλληνες και ότι καλό θα ήταν οι Βούλγαροι να στραφούν σε άλλη κατεύθυνση όπου υπάρχει στρατηγική ανάγκη.


 Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.

Στις 19.00 η ώρα της 26ης Οκτωβρίου 1912 ημέρα της γιορτής του πολιούχου Αγίου Δημητρίου,ελληνική αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τον αντισυνταγματάρχη Βίκτωρα Δουσμάνη και τον λοχαγό Ιωάννη Μεταξά έγινε δεκτή από τη  τουρκική διοίκηση.Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο γενειοφόρος Τούρκος σωματάρχης Χασάν Ταχσίν Πασάς που ανήκε στην παλιά οθωμανική στρατιωτική αριστοκρατία,έβαλε την υπογραφή του στο πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό.Προβλεπόταν ότι οι 25.000 περίπου Τούρκοι στρατιώτες θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους και θα θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου.



 Η είσοδος του ελληνικού στρατού και οι πανηγυρισμοί στην πόλη

Με την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, εκείνον τον σημαδιακό Οκτώβριο του 1912, τερματίζεται μια μακρά περίοδος τουρκικής κατοχής που είχε ξεκινήσει το 1430. Η συγκυρία του χρόνου και το γύρισμα της Ιστορίας έφεραν τα γεγονότα να εκτυλίσσονται ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, δημιουργώντας μια σειρά από συμβολισμούς που γέννησαν έντονα θρησκευτικά και πατριωτικά αισθήματα. Έτσι εξηγούνται οι πανηγυρισμοί και οι θερμές εκδηλώσεις των Ελλήνων της πόλης προς τους στρατιώτες, αλλά και κυρίως προς τον βασιλιά Γεώργιο και τον στρατηλάτη Κωνσταντίνο, που θα ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες.

Σχετικά με το ποιος Έλληνας αξιωματικός μπήκε πρώτος στην πόλη, οι γνώμες διίστανται. Μία από αυτές θέλει τον υπομοίραρχο της Χωροφυλακής Κωνσταντίνο Μανωλιδάκη, ο οποίος, ως επικεφαλής της Στρατονομίας, είχε εντολή να διευκολύνει τη μετάβαση της τουρκικής αντιπροσωπείας προς το ελληνικό στρατηγείο. Ο Έλληνας αξιωματικός, επικεφαλής ομάδας πέντε ανδρών, μπήκε στην πόλη· οι τουρκικές περίπολοι τους αναγνώρισαν αλλά δεν αντέδρασαν, ενώ οι περαστικοί ένιωσαν έκπληξη, αλλά και κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί. Γρήγορα η παρουσία των Ελλήνων διαδόθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την πόλη. Έλληνες, αλλά και μέλη άλλων εθνοτήτων, κατέκλυσαν την περιοχή γύρω από το φρουραρχείο για να βεβαιωθούν και να δουν από κοντά τους Έλληνες στρατιώτες.

Ωστόσο, η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι πρώτοι εισήλθαν στην πόλη από την παραθαλάσσια περιοχή του Μπέχτσιναρ τμήματα Μακεδονομάχων πολεμιστών, που τελούσαν υπό τις διαταγές του μετέπειτα στρατηγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη. Οι Μακεδονομάχοι, γνωρίζοντας καλά τον τόπο, λειτουργούσαν ως πρόσκοποι του αποσπάσματος και οδηγοί του. Το τμήμα εκείνο εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο κοντά στο Διοικητήριο.

Στο μικτό αυτό απόσπασμα υπηρετούσε και ο μετέπειτα υπουργός και πολιτευτής Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Ζάννας, ο οποίος κατέγραψε τα γεγονότα.

Στις δύο τα ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου, λίγη ώρα μετά την υπογραφή της παράδοσης, η 4η ίλη του 1ου Συντάγματος Ιππικού, υπό τον ίλαρχο Βερύκιο, εισήλθε στην περιοχή του Μπέχτσιναρ, όπου αιχμαλώτισε έναν λόχο τουρκικού στρατού. Ένας ουλαμός αυτής της ίλης, προχωρώντας μέσα στην πόλη, έφτασε στην πλατεία Ελευθερίας, και ο επικεφαλής αξιωματικός, μαζί με δύο υπαξιωματικούς, εισήλθαν στο μεγάλο καφενείο του Σαράντη Πεντζίκη, όπου έγιναν δεκτοί από τους λίγους θαμώνες με δάκρυα χαράς και τις επευφημίες «Χριστός Ανέστη!».

  Η πραγματική κατάληψη της πόλης έγινε το πρωί της 27ης Οκτώβρη όταν το απόσπασμα Ευζώνων του Κωνσταντινόπουλου μπήκε και κατέλυσε στους στρατώνες  πεζικού, ενώ η 7η Μεραρχία εγκαταστάθηκε γύρω από τη συνοικία Μπετσινάρ και τον σιδηροδρομικό σταθμό.Η Θεσσαλονίκη ξυπνά μέσα σε μια ατμόσφαιρα πρωτόγνωρης χαράς και συγκίνησης.  Οι καμπάνες όλων των εκκλησιών ηχούν χαρμόσυνα, αναγγέλλοντας σε κάθε γωνιά της πόλης το μεγάλο γεγονός: την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους και την είσοδο του ελληνικού στρατού.

Χιλιάδες κάτοικοι, νέοι και γέροντες, γυναίκες και παιδιά, ξεχύνονται στους δρόμους και κατευθύνονται προς τον σιδηροδρομικό σταθμό για να προϋπαντήσουν τους Έλληνες στρατιώτες. Οι συγκινήσεις είναι ανείπωτες.Η χαρά είναι τέτοια που πολλοί παρομοιάζουν την ημέρα αυτή με Πάσχα της Λευτεριάς. Παντού επικρατούν ζητωκραυγές, γέλια, δάκρυα και φωνές ενθουσιασμού. Οι κάτοικοι προσφέρουν στους κουρασμένους στρατιώτες κονιάκ, λουκούμια, σοκολάτες και ψωμί, για να τους ευχαριστήσουν για τον αγώνα τους και να τους ανακουφίσουν από την πολυήμερη πορεία προς την πόλη. Οι Θεσσαλονικείς αγκαλιάζουν και φιλούν τους ελευθερωτές τους, φωνάζοντας με δάκρυα στα μάτια:«Χριστός Ανέστη, παλληκάρια μας! Χριστός Ανέστη, λεβέντηδες!»

Πλήθος κόσμου, κυρίως μαθητές και μαθήτριες, είχαν συγκεντρωθεί στον Βαρδάρη, κρατώντας ελληνικές σημαίες, για να υποδεχθούν τους στρατιώτες.Η είσοδος του στρατού υπήρξε αποθεωτική,για πολλή ώρα οι στρατιώτες βάδιζαν υπό τα συνεχή χειροκροτήματα και τις εκδηλώσεις λατρείας του ελληνικού πληθυσμού.'Όπως γράφει ο τότε μαθητής Χ. Χαρίσης, «ἔλαβον χώραν σκηναὶ ἀσυλλήπτου ἐνθουσιασμοῦ. Τριακόσιοι μαθηταὶ μὲ τὰ μπλὲ πηλίκια καὶ ἕνα πλῆθος Ἑλλήνων, τοὺς περικυκλώσαμε καὶ […] ζητωκραυγάζαμε ἔξαλλοι. […] Ὅλοι φιλήσαμε τὴν Πολεμικὴν Σημαίαν, μὲ δάκρυα χαρᾶς».

Όλη η πόλη συμμετέχει στη γιορτή. Οι επαγγελματίες ανοίγουν τα μαγαζιά τους και προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους στους στρατιώτες. Οι κουρείς ξυρίζουν και κουρεύουν χωρίς πληρωμή, τα «λουκουματζίδικα» γεμίζουν από στρατιώτες που θέλουν να γλυκάνουν την πείνα τους, και τα καφενεία μετατρέπονται σε κέντρα χαράς και πανηγυρισμών. Οι καταστηματάρχες κερνούν καφέ, ούζο, μεζέδες και γλυκά, ενώ οι δρόμοι πλημμυρίζουν από ελληνικές σημαίες.


Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν ήταν ο Μακεδονομάχος λοχαγός του Πυροβολικού, γνωστός με το ψευδώνυμο Α. Αντωνίου (Εξαδάκτυλος), μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη, διευθυντή τότε του Πολιτικού Γραφείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Αυτοί ύψωσαν την ελληνική σημαία στον ιστό του κτιρίου του Ελληνικού Προξενείου, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.Mε την είσοδο του στρατιωτικού τμήματος στην οδό Eγνατίας άρχισαν να καταφθάνουν από όλα τα σημεία της πόλης πλήθη λαού, ενώ στα μπαλκόνια και τα παράθυρα εμφανίστηκαν χιλιάδες ελληνικές σημαίες. «Tο ελληνικόν χρώμα εκυριάρχει παντού, αι δε οδοί της Θεσσαλονίκης έλαβον όψιν πανηγυρικήν», περιγράφει η Aγγελική Mεταλλινού, αναφέροντας μάλιστα ότι την πρώτη ελληνική σημαία και μάλιστα από την 26η Oκτωβρίου, πριν ακόμη εισέλθει ο ελληνικός στρατός στην πόλη, την είχε τοποθετήσει στην Eγνατία οδό ο θαρραλέος οδοντίατρος κ. Xατζηνικολάου.

Τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού, οι περίφημοι Εύζωνοι, προχωρούν μέσα στην πόλη ακολουθώντας την Εγνατία οδό. Στη γωνία με τη σημερινή οδό Βενιζέλου στρίβουν προς τη θάλασσα, ώστε να περάσουν πρώτα από το σύμβολο της Θεσσαλονίκης, τον Λευκό Πύργο, πριν κατευθυνθούν στους στρατώνες τους.

 Η πορεία τους είναι θριαμβευτική και αποθεωτική. Στην πλατεία Ελευθερίας, στα μεγάλα καφενεία και ξενοδοχεία, πλήθη Ελλήνων ζητωκραυγάζουν:

«Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω ο Διάδοχος Κωνσταντίνος! Ζήτω ο γενναίος ελληνικός στρατός!».

Οι γυναίκες πετούν λουλούδια στους στρατιώτες από τα μπαλκόνια, τα ξενοδοχεία είναι σημαιοστολισμένα, και η ατμόσφαιρα δονούνται από τις φωνές χαράς και συγκίνησης.

Όταν οι Εύζωνοι φτάνουν στον Λευκό Πύργο, τους περιμένει μια άλλη «κοσμοπλημμύρα». Οι κάτοικοι, άντρες και γυναίκες, έχουν κατέβει από την οδό Χαμηδιέ (σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας) για να τους υποδεχτούν. Τα καφενεία της περιοχής είναι επίσης σημαιοστολισμένα και γεμάτα από κόσμο που ζητωκραυγάζει

 Από τις πρώτες ενέργειες του Αποσπάσματος Ευζώνων ήταν η κατάληψη όλων των σημαντικών δημοσίων κτιρίων: του Διοικητηρίου, του Τελωνείου, του Ταχυδρομείου και του Τηλεγραφείου. Από το πρωί της 27ης Οκτωβρίου, Έλληνες αξιωματικοί είχαν ήδη εγκατασταθεί στα κέντρα διοίκησης της πόλης, σηματοδοτώντας την πλήρη αποκατάσταση της ελληνικής εξουσίας.

Χρόνια αργότερα, ο λογοτέχνης Γιώργος Βαφόπουλος, που έζησε παιδί εκείνες τις στιγμές, θα γράψει με συγκίνηση:

 «Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης είχαν γεμίσει από τα πεταμένα φέσια των Ελλήνων».Ήταν το πιο απλό, μα και το πιο συμβολικό σημάδι ότι η πόλη είχε ξαναγίνει ελληνική.

Άμεσα ο Μητροπολίτης Γεννάδιος ενημέρωσε τους τοπικούς προκρίτους για τη δοξολογία που θα γινόταν την επόμενη ημέρα, ώστε να υποδεχθούν τα υπόλοιπα τμήματα του ελληνικού στρατού και την ηγεσία του στρατεύματος που θα εισέρχονταν στην πόλη με επικεφαλής τον Διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνου.

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1912,λίγο προτού εισέλθει ο Στρατηλάτης Κωνσταντίνος η ελληνική σημαία δεν είχε ακόμα υψωθεί στον ιστό του Λευκού Πύργου.Και αυτό γιατί οι Τούρκοι φεύγοντας είχαν αφαιρέσει το σκοινί.Η λύση βρέθηκα από έναν νεαρό ναύτη ο οποίος επιδέξια ανέβηκε στον ιστό για να περάσει τον ιστό.Από τη στιγμή εκείνη και μετά η γαλανόλευκη περήφανα κυματίζει στην μητρόπολη του μακεδονικού ελληνισμού.

28η Οκτωβρίου 1912 Η είσοδος του Διάδοχου στη Θεσσαλονίκη

Στις 11 το πρωί, μια ειδική αμαξοστοιχία φτάνει στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης o Διάδοχος Κωνσταντίνος. Εκεί, τον υποδέχονται οι μέραρχοι Κλεομένης και Μανουσογιαννάκης, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, καθώς και πλήθος λαού που είχε συγκεντρωθεί για να δει από κοντά τον ελευθερωτή της πόλης. Ένα Σύνταγμα Πεζικού και μια διμοιρία Ευζώνων είναι παρατεταγμένα και αποδίδουν τιμές.

Έφιππος και συνοδευόμενος από το επιτελείο του και ένα τμήμα ιππικού, κατευθύνεται προς το Διοικητήριο της πόλης όπου γίνεται η επίσημε έπαρση της ελληνικής σημαίας.Αμέσως μετά, ο Κωνσταντίνος μεταβαίνει στον τότε μητροπολιτικό  ναό του Αγίου Μηνά για να παραστεί στην επίσημη δοξολογία. Στην είσοδο του ναού τον υποδέχεται ο Μητροπολίτης Γεννάδιος, ενώ δίπλα του στέκει ο νέος Νομάρχης Θεσσαλονίκης, Περικλής Αργυρόπουλος,ο οποίος είχε φτάσει το προηγούμενο βράδυ από τον Βόλο.Άμεσα είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι πρόξενοι και ξένες αρχές που έδρευαν στην πόλη για να παραστούν.

Το  βράδυ, κάτω από καταρρακτώδη βροχή,εισέρχεται στην πόλη η II Μεραρχία του ελληνικού στρατού. Οι στρατιώτες, εξαντλημένοι και νηστικοί από την πολύημερη πορεία, παρελαύνουν μέσα στις λάσπες, ενώ ο κόσμος τους επευφημεί και τους χειροκροτεί.Πολλοί είναι άρρωστοι και χρειάζονται άμεση περίθαλψη στα νοσοκομεία της πόλης. 

Οι Βούλγαροι και η Συνάντηση με τον Κωνσταντίνο

 Οι Βούλγαροι, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν και οι ίδιοι πως η πόλη είχε παραδοθεί επίσημα από τους Τούρκους στους Έλληνες, δεν εγκατέλειψαν την πρόθεσή τους να εισέλθουν στη Θεσσαλονίκη, έστω και ως συγκυρίαρχοι.

Την ώρα που ο διάδοχος Κωνσταντίνος έμπαινε θριαμβευτικά στην πόλη, έφθανε με αυτοκίνητο ο Βούλγαρος στρατηγός Θεοδώροφ, ο οποίος, ως θεατής, παρακολούθησε την είσοδο του ελληνικού στρατού και εντυπωσιάστηκε από την πειθαρχία και τη δύναμή του — χαρακτηριστικά που οι γείτονες είχαν υποτιμήσει πριν από τον πόλεμο.

Στη συνάντηση που είχε με τον Κωνσταντίνο, ο Θεοδώροφ ζήτησε άδεια να εισέλθουν και να παραμείνουν στη Θεσσαλονίκη δύο βουλγαρικά τμήματα, με το πρόσχημα ότι οι άνδρες του ήταν καταπονημένοι και εξαντλημένοι από την πορεία. Ο Κωνσταντίνος αρχικά αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με την κυβέρνηση στην Αθήνα.

Λίγο αργότερα, όμως, με δική του πρωτοβουλία, πιθανότατα για να δείξει καλή θέληση,αποφεύγοντας μια   άσκοπη σύγκρουση εκείνη τη στιγμή, αποφάσισε να συναινέσει, επιτρέποντας την είσοδο των βουλγαρικών τμημάτων. Ήταν μια κίνηση με ρίσκο, καθώς η παρουσία βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων μέσα στην πόλη δεν μπορούσε να θεωρηθεί θετική για τη νέα ελληνική διοίκηση της Θεσσαλονίκης.

Η εξέλιξη αυτή, καθώς και όσα γεγονότα ακολούθησαν, έδειξαν ξεκάθαρα ότι οι ανταγωνισμοί και οι διαφορές ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη δεν είχαν λυθεί με τη συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εκκαθάριση της νέας κατάστασης που δημιουργούνταν πάνω στα ερείπια του παλιού καθεστώτος θα απαιτούσε νέες πολεμικές αναμετρήσεις.όπως πράγματι συνέβη λίγους μήνες αργότερα, με τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

Η είσοδος του Βασιλιά Γεώργιου του   Α΄ στη Θεσσαλονίκη

Ήταν φανερό ότι έπρεπε να ενισχυθεί και να εκπροσωπηθεί σε πολύ υψηλό επίπεδο η ελληνική διοίκηση στη απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. Έτσι, αποφασίστηκε αμέσως η οργάνωση ενός σταθερού μηχανισμού στρατιωτικών και διοικητικών υπηρεσιών.Γενικός διοικητής της Μακεδονίας διορίστηκε ο Στέφανος Δ. Ρακτιβάν, στρατιωτικός διοικητής ο πρίγκιπας Νικόλαος και νομάρχης, όπως ήδη είχε αναφερθεί, ο Περικλής Αργυρόπουλος. Για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια της πόλης ανέλαβαν καθήκοντα χίλιοι άνδρες της Κρητικής Χωροφυλακής, οι γνωστοί βρακοφόροι, που αποτέλεσαν την πρώτη ελληνική δύναμη αστυνόμευσης στη Θεσσαλονίκη

Παράλληλα, κρίθηκε αναγκαίο να υπάρξει εκπροσώπηση στο ανώτατο επίπεδο του ελληνικού κράτους. Έτσι, αποφασίστηκε να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη ο ίδιος ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, ώστε με την παρουσία του να ενισχύσει το κύρος της νέας διοίκησης και να παραμείνει εκεί όσο θα απαιτούσαν οι περιστάσεις. Άλλωστε, ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει σύντομα, επικεφαλής του στρατού, για το μέτωπο της Ηπείρου, όπου συνεχίζονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις.

Το πρωί της Δευτέρας 29 Οκτωβρίου 1912, ο βασιλιάς Γεώργιος, συνοδευόμενος από τη βασίλισσα Όλγα και τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας, έφθασε στη Θεσσαλονίκη με ειδική αμαξοστοιχία από τη Βέροια, όπου βρισκόταν τις προηγούμενες ημέρες. Στον σιδηροδρομικό σταθμό είχαν παραταχθεί δυνάμεις ιππικού και Ευζώνων, ενώ πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει τα πεζοδρόμια για να υποδεχθεί τον βασιλιά με ενθουσιασμό και συγκίνηση.

 


Εκείνη την ημέρα, στις 29 Οκτωβρίου, πατέρας και γιος —ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και ο διάδοχος Κωνσταντίνος—, συνοδευόμενοι από τους πρίγκιπες και τους επιτελείς του στρατού, διέσχισαν έφιπποι τους δρόμους της Θεσσαλονίκης μέσα σε νέες πανηγυρικές εκδηλώσεις και ζητωκραυγές του λαού.Ασφαλώς ο γηραιός Γεώργιος θα ήταν πλήρης ικανοποιημένος από τις εξελίξεις.Πενήντα χρόνια μετά τον έρχομό του στην Ελλάδα έβλεπε το μικρό βασίλειο που παρέλαβε να μεγαλώνει και να ισχυροποιείται και να συμπεριλαμβάνει μια τόσο σπουδαίο πόλη,μια αληθινή συμπρωτεύουσα.Τέσσερις μήνες αργότερα, ο συνετός βασιλιάς θα πέσει νεκρός από τις σφαίρες ενός παρανοϊκού δολοφόνου· ένα τραγικό γεγονός που θα σημαδέψει βαθιά και θα ταράξει την ελληνική πολιτική ζωή.



 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις