Μπιζάνι 1913-Η Απελευθέρωση των Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν
Από τις 20 Νοεμβρίου είχε υπογραφεί ανακωχή του πολέμου. Πρώτοι οι Βούλγαροι, που είχαν βαλτώσει έξω από την Πόλη, και έπειτα οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι, συμφώνησαν με τους Τούρκους. Οι μοναδικές τουρκικές εστίες αντίστασης στα Βαλκάνια ήταν η Αδριανούπολη στη Θράκη, η Σκόδρα στην Αλβανία και τα Ιωάννινα στην Ήπειρο.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η Στρατιά Ηπείρου
Οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο, αν και αποκαλούνταν «στρατιά»,μόνο τέτοια δεν αποτελούσαν στην πραγματικότητα. Περιελάμβαναν οκτώ τάγματα πεζικού και ευζώνων, καθώς και εθελοντές. Η συνολική τους δύναμη ανερχόταν σε περίπου 7.800 άνδρες με 24 πυροβόλα. Επικεφαλής ήταν ο στρατηγός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης.
Ο στρατηγός Σαπουντζάκης και οι πρώτες επιτυχίες στην Ήπειρο
Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση αξιωματικού. Ήταν ο εκπαιδευτής του Αρχιστρατήγου, άνθρωπος πολύ μορφωμένος, όμως οι περισσότεροι τον υποτιμούσαν, θεωρώντας τον άνθρωπο των γραφείων και όχι πολεμιστή. Κι όμως, κόντρα σε όλες αυτές τις εκτιμήσεις και αγνοώντας τις διαταγές, ο γηραιός στρατηγός αποφασίζει να επιτεθεί την επόμενη κιόλας ημέρα της έναρξης των εχθροπραξιών.
Μπιζάνι
Τι ήταν όμως αυτό το Μπιζάνι, που σύντομα το έμαθε όλη η Ελλάδα; Ήταν μια από τη φύση της οχυρή τοποθεσία, νότια και σε απόσταση περίπου 15 χιλιομέτρων από τα Ιωάννινα, με δυσπρόσιτους και απότομους ορεινούς όγκους, από όπου θα έπρεπε οπωσδήποτε να περάσει όποιος ερχόταν από την Άρτα ή την Πρέβεζα και κατευθυνόταν προς τα Ιωάννινα.
Επρόκειτο για αόρατα σχεδόν πυροβολεία, που δύσκολα μπορούσε να εντοπίσει κανείς. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το ψύχος και τα χιόνια του επερχόμενου χειμώνα, καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη οποιαδήποτε προσπάθεια εκπόρθησης αυτού του σύνθετου —φυσικού και τεχνητού— οχυρού.
Οι πρώτες επιθέσεις
Με τις δυνάμεις που διέθετε ο στρατός της Ηπείρου δεν ήταν δυνατόν να διεξαχθούν σοβαρές επιθετικές επιχειρήσεις. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν ότι η δημιουργία αλβανικού κράτους, σύμφωνα με τις επιθυμίες της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, έθετε σε κίνδυνο την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Για τον λόγο αυτό πίεζε εκ νέου τον Κωνσταντίνο να στείλει ενισχύσεις. Πράγματι, η 2η Μεραρχία μεταφέρθηκε ατμοπλοϊκώς στην Πρέβεζα και από εκεί κατευθύνθηκε κατευθείαν στο μέτωπο.
Ενισχύσεις και νέα αποτυχία
Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση κατά μέτωπο, με στόχο την εξουδετέρωση των οχυρώσεων του Μπιζανίου μέσω της μαζικής χρήσης του πυροβολικού. Ωστόσο, και αυτή η σφοδρότατη επίθεση, παρά τον ηρωισμό των ανδρών, αποκρούστηκε. Σε όλο το μήκος του μετώπου τα ελληνικά τμήματα παρέμειναν καθηλωμένα, λόγω της σθεναρής αντίστασης των Τούρκων, των κακών καιρικών συνθηκών, των ανθρώπινων απωλειών και της έλλειψης εφεδρειών.
Στις 6 Ιανουαρίου του νέου έτους ο Κωνσταντίνος, με όλο το επιτελείο του, φτάνει στην Πρέβεζα και εγκαθιστά το στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα. Η αντίστροφη μέτρηση για το Μπιζάνι έχει αρχίσει…
Αναδιοργάνωση και υπομονή
Ο Αρχιστράτηγος,φτάνοντας στο μέτωπο,διαπιστώνει επιτόπου τα προβλήματα και τις δυσκολίες της επιχείρησης. Αποφασίζει να προχωρήσει σε ριζική αναδιοργάνωση της στρατιάς, προκειμένου να βελτιώσει τη μαχητική της ικανότητα. Διατάζει ανάπαυση και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ανδρών της πρώτης γραμμής και προχωρεί σε αλλαγές στη διοίκηση των μονάδων.Ζητά να πραγματοποιηθούν συνεχείς αναγνωρίσεις και εξαντλητικές μελέτες των χαρτών, ώστε να προσδιοριστούν όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιχείρηση και να καθοριστούν συγκεκριμένοι στόχοι — κάτι που δεν γινόταν στις προηγούμενες επιθέσεις.Έγιναν εκτεταμένες αναγνωρίσεις, χαρτογραφήσεις των τουρκικών θέσεων και εγκατάσταση νέων πυροβολείων.
Ο χρόνος περνά και δοκιμάζει τις αντοχές όλων. Ο Κωνσταντίνος αποστέλλει στον Εσάτ Πασά μήνυμα ζητώντας του να παραδώσει την πόλη «προς αποφυγήν ματαίας αιματοχυσίας». Η απάντηση είναι αρνητική και γενναία, αν σκεφτεί κανείς την κακή κατάσταση των πολιορκημένων, που άρχιζαν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε τρόφιμα και πυρομαχικά.
Ο Βενιζέλος, επιστρέφοντας από το Λονδίνο, μεταβαίνει στο μέτωπο, όπου συναντάται με τον Διάδοχο. Κατά τη διάρκεια μιας επιτόπιας αναγνώρισης, οι δύο άνδρες παραλίγο να σκοτωθούν, γεγονός που δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και την ένταση των επιχειρήσεων εκείνες τις ημέρες.
Το σχέδιο
Από όλες τις μελέτες που έγιναν προέκυψε ότι το Μπιζάνι μπορούσε να προσβληθεί με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας από το δεξιό τμήμα της τουρκικής παράταξης, το οποίο αντιστοιχούσε στο αριστερό τμήμα της ελληνικής. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει τον κύριο όγκο των δυνάμεών τους στο αριστερό τους φτερό, εκεί όπου μέχρι τότε εκδηλώνονταν οι ελληνικές επιθέσεις. Για την επιτυχία του σχεδίου απαιτούνταν εχεμύθεια, παραπλάνηση του εχθρού και γρήγορη εκτέλεση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην όσο το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση του πυροβολικού κατά τη γενική επίθεση. Το σχέδιο δεν προέβλεπε μετωπική επίθεση κατά των κύριων οχυρών του Μπιζανίου, αλλά έναν συνδυασμό παραπλανητικών ενεργειών και κύριου πλήγματος στο πλευρό του εχθρού. Σκοπός ήταν να δεσμευτεί η προσοχή των Τούρκων στο ανατολικό μέτωπο, ώστε να πραγματοποιηθεί η κύρια διείσδυση από τα δυτικά, προς τις θέσεις Στρούνι, Δουρούτη και Μανωλιάσα, με στόχο την απειλή της οπισθοφυλακής και την ολική κατάρρευση του αμυντικού συστήματος.
Η Επίθεση
Το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου άρχισε η γενική επίθεση. Η ημέρα ξεκίνησε με εκτεταμένο βομβαρδισμό του Μπιζανίου και των γύρω οχυρώσεων από το ελληνικό πυροβολικό. Δεκαπέντε χιλιάδες οβίδες έπληξαν τα τουρκικά έργα και προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στις θέσεις των πυροβολαρχιών του εχθρού. Η χρήση του πυροβολικού υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένη, καθώς συντονίστηκε με τις κινήσεις του πεζικού και τη δράση των αεροπλάνων, που εκτελούσαν αναγνωριστικές πτήσεις και ρίψεις μικρών βομβών, προκαλώντας πανικό και αποδιοργάνωση στις οθωμανικές γραμμές.
Η κύρια προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων κατευθύνθηκε προς τα δυτικά, όπου επιχειρούσαν η 6η Μεραρχία υπό τον υποστράτηγο Ματθαιό Γρηγορίου και τα τμήματα της 8ης Μεραρχίας υπό τον στρατηγό Μοσχόπουλο. Οι δυνάμεις αυτές επιτέθηκαν αποφασιστικά στις τουρκικές θέσεις της Δουρούτης και της Μανωλιάσας. Μετά από σφοδρό αγώνα, τα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να διεισδύσουν στις τουρκικές γραμμές, ανατρέποντας την τοπική άμυνα. Αυτή τη φορά οι Τούρκοι δεν άντεξαν· το Μπιζάνι απομονώθηκε.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή των Ευζωνικών ταγμάτων του ταγματάρχη Παπαδόπουλου και του λοχαγού Βελισαρίου. Με απαράμιλλο θάρρος και πειθαρχία, προς το απόγευμα οι Εύζωνοι κινήθηκαν ταχύτατα μέσα από δύσβατο έδαφος και κατόρθωσαν να πλευροκοπήσουν τις τουρκικές θέσεις, καταλαμβάνοντας την τοποθεσία Άγιος Ιωάννης Μπονίλας, λίγα μέτρα πριν από την πόλη. Εκεί απέκοψαν την τηλεφωνική και τηλεγραφική επικοινωνία του Μπιζανίου με τα Ιωάννινα, προκαλώντας σύγχυση και άτακτη υποχώρηση των εχθρικών τμημάτων. Η δράση τους υπήρξε καθοριστική για τη διάρρηξη της εχθρικής άμυνας και άνοιξε τον δρόμο στις κύριες δυνάμεις για την προέλαση προς την πόλη.
Την ίδια ώρα, για να παραπλανηθεί ο εχθρός, άλλες ελληνικές μονάδες εξαπέλυσαν επιθέσεις μετωπικά κατά των οχυρών του Μπιζανίου και του Καστριτσίου, δίνοντας την εντύπωση ότι εκεί βρισκόταν το κύριο βάρος της προσπάθειας.
Ως το απόγευμα της 20ής Φεβρουαρίου, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν επιτύχει σημαντική πρόοδο. Το δεξιό πλευρό των Τούρκων είχε παραβιαστεί και ο στρατός του Εσσάτ Πασά κινδύνευε με αποκοπή από την οδό υποχώρησης προς τα βόρεια. Η συνοχή της άμυνας κλονίστηκε και η κατάσταση άρχισε να γίνεται απελπιστική για τους Οθωμανούς. Το βράδυ, αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε πλέον ελπίδα σωτηρίας, ο Εσσάτ Πασάς έστειλε αντιπροσωπεία στο ελληνικό στρατηγείο με πρόταση παράδοσης. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος δέχθηκε την παράδοση υπό τους όρους της τιμής των όπλων.
«Πέσανε τα Γιάννινα»
Είναι χαρακτηριστικό ότι την είδηση της παράδοσης την έμαθε το Επιτελείο του Κωνσταντίνου τη στιγμή που κατέστρωνε τα σχέδια για την επίθεση της επόμενης μέρας. Στις 21 Φεβρουαρίου, ο τουρκικός στρατός της Ηπείρου —1.000 αξιωματικοί, 32.000 άνδρες και 120 κανόνια— παραδίδεται. Οι αρχηγοί Εσσάτ Πασάς και Βεχήτ Πασάς είναι κι αυτοί αιχμάλωτοι.
Ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στα Ιωάννινα ενώ οι γαλανόλευκες σημαίες κυματίζουν πλέον στα πυροβολεία του Μπιζανίου.Στις 10:00 το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου, ο Αρχιστράτηγος, επικεφαλής της Στρατιάς,συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες αδερφού του,τον υποστράτηγο Π. Δαγκλή και τους επιτελείς του, εισέρχεται θριαμβευτικά στην πόλη.Τον Διάδοχο υποδέχονται στην πλατεία Διοικητηρίου ο μητροπολίτης Γερβάσιος και οι αρχές του τόπου. Μετά τη Θεσσαλονίκη,τα Ιωάννινα είναι η δεύτερη μεγάλη πόλη, η δεύτερη μεγάλη υποδοχή μέσα σε κλίμα άκρατου ενθουσιασμού και εθνικής συγκίνησης.
Η μάχη του Μπιζανίου υπήρξε μία από τις ενδοξότερες σελίδες της νεότερης ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν περίπου σε 500 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι τουρκικές σε αρκετές χιλιάδες, χωρίς να υπολογιστούν οι αιχμάλωτοι. Η επιτυχία αυτή εξασφάλισε την οριστική απελευθέρωση της Ηπείρου και ανύψωσε το κύρος του ελληνικού στρατού και του Διαδόχου Κωνσταντίνου στα ύψη.
Η στρατηγική σημασία της επιχείρησης ήταν τεράστια: όχι μόνο απομακρύνθηκε η οθωμανική παρουσία από τη δυτική Ελλάδα, αλλά και ενισχύθηκε αποφασιστικά η ελληνική θέση στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των συνόρων. Παράλληλα, η νίκη στα Ιωάννινα αποτέλεσε ένα από τα πρώτα παραδείγματα επιτυχημένης συνδυασμένης χρήσης πυροβολικού, πεζικού και αεροπορίας στην ελληνική στρατιωτική ιστορία.
Τις επόμενες μέρες, τα ελληνικά στρατεύματα ολοκληρώνουν την κατάληψη της Ηπείρου, συμπεριλαμβανομένου και του βόρειου τμήματός της.Η Κορυτσά, το Τεπελένι και το Αργυρόκαστρο βρίσκονται πλέον σε ελληνικά χέρια. Ο στρατηγικός στόχος της κατάληψης της Ηπείρου έχει επιτευχθεί. Τώρα ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού μπορεί να μεταφερθεί πίσω στη Μακεδονία...






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου