Μπιζάνι 1913-Η Απελευθέρωση των Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν

Από τις 20 Νοεμβρίου είχε υπογραφεί ανακωχή του πολέμου. Πρώτοι οι Βούλγαροι, που είχαν βαλτώσει έξω από την Πόλη, και έπειτα οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι, συμφώνησαν με τους Τούρκους. Οι μοναδικές τουρκικές εστίες αντίστασης στα Βαλκάνια ήταν η Αδριανούπολη στη Θράκη, η Σκόδρα στην Αλβανία και τα Ιωάννινα στην Ήπειρο.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

 Η Ελλάδα δεν θα υπογράψει την ανακωχή και θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις, με στόχο να απελευθερώσει την Ήπειρο και να κατοχυρώσει την κυριαρχία της έως την Κορυτσά, ενώ παράλληλα θα διεκδικήσει όλα τα νησιά του Αιγαίου που ανήκαν στην Τουρκία. Παράλληλα, θα συμμετάσχει από την πρώτη στιγμή στις διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν στο Λονδίνο, παρουσία του Πρωθυπουργού.

 Οι νικητές θα πρέπει να διαπραγματευτούν, όχι μόνο με την Υψηλή Πύλη, αλλά και μεταξύ τους, τις διεκδικήσεις τους, υπό την εποπτεία των Μεγάλων Δυνάμεων.Στο μεταξύ, στην Κωνσταντινούπολη, οι Νεότουρκοι ανατρέπουν τη σουλτανική κυβέρνηση, διακόπτουν τις διαπραγματεύσεις και ο πόλεμος ξαναρχίζει. Είναι 10 Ιανουαρίου 1913, περίπου την ίδια μέρα που ο Κωνσταντίνος φτάνει στην Ήπειρο για την τελική επίθεση...

Η Στρατιά Ηπείρου

Οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο, αν και αποκαλούνταν «στρατιά»,μόνο τέτοια δεν αποτελούσαν στην πραγματικότητα. Περιελάμβαναν οκτώ τάγματα πεζικού και ευζώνων, καθώς και εθελοντές. Η συνολική τους δύναμη ανερχόταν σε περίπου 7.800 άνδρες με 24 πυροβόλα. Επικεφαλής ήταν ο στρατηγός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης.

 Απέναντί τους, οι Τούρκοι παρέτασσαν περίπου 30.000 άνδρες και 30 κανόνια, υπό τη διοίκηση του Εσάτ Πασά. Τα Ιωάννινα αποτελούσαν τη βασική τουρκική βάση στην περιοχή, τόσο για τον εφοδιασμό όσο και για την άμυνά τους.Γίνεται σαφές ότι στο μέτωπο αυτό τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά σε σχέση με τη Μακεδονία, όπου αρχικά είχε δοθεί το κύριο βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων. Η αριθμητική υπεροχή – τέσσερις Τούρκοι προς έναν Έλληνα – ήταν συντριπτική υπέρ των Τούρκων.Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά και της ορεινής μορφολογίας της περιοχής, με την ύπαρξη ενός μόνο κύριου οδικού άξονα που ξεκινούσε από την Αμφιλοχία και την Πρέβεζα, περνούσε από τη Φιλιππιάδα και ακολουθούσε την κοίτη του ποταμού Λούρου, αποφασίστηκε από την αρχή ότι ο στρατός της Ηπείρου θα περιοριζόταν αρχικά σε αμυντικό ρόλο.Τουλάχιστον μέχρι να δημιουργηθούν καταλληλότερες προϋποθέσεις, ο σκοπός του ήταν κυρίως να απασχολεί τις δυνάμεις του Εσάτ Πασά, ώστε να μην κινηθούν εναντίον του ελληνικού στρατού που επιχειρούσε στη Μακεδονία.

                                     

Ο στρατηγός Σαπουντζάκης και οι πρώτες επιτυχίες στην Ήπειρο

Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση αξιωματικού. Ήταν ο εκπαιδευτής του Αρχιστρατήγου, άνθρωπος πολύ μορφωμένος, όμως οι περισσότεροι τον υποτιμούσαν, θεωρώντας τον άνθρωπο των γραφείων  και όχι πολεμιστή. Κι όμως, κόντρα σε όλες αυτές τις εκτιμήσεις και αγνοώντας τις διαταγές, ο γηραιός στρατηγός αποφασίζει να επιτεθεί την επόμενη κιόλας ημέρα της έναρξης των εχθροπραξιών.

 Την ίδια στιγμή που ο ελληνικός στρατός εφορμούσε στη Μακεδονία, στην Ήπειρο καταλαμβάνονται η Φιλιππιάδα, η Πρέβεζα (21 Οκτωβρίου), η οποία με το λιμάνι της θα αποτελούσε στο εξής τη βάση ανεφοδιασμού του στρατού της Ηπείρου, το Μέτσοβο (2 Νοεμβρίου) και η ζωτικής σημασίας περιοχή των Πέντε Πηγαδιών.

 Στις 5 Νοεμβρίου, ένα εθελοντικό σώμα, αποτελούμενο από Κρήτες και Χιμαριώτες, απέπλευσε από την Κέρκυρα προς τη Χιμάρα και, χωρίς να συναντήσει σοβαρή αντίσταση, κατέλαβε την πόλη, δημιουργώντας έτσι μια βάση για την απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου.

 Στην Αθήνα, οι επιτελείς απορούσαν για αυτές τις επιτυχίες, που ήταν κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Σαπουντζάκης, με τις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε, είχε φτάσει έξω από τα Γιάννινα. Για να κατακτήσει όμως την ιστορική αυτή πόλη, έπρεπε πρώτα να περάσει από το Μπιζάνι…

Μπιζάνι

 Οι Τούρκοι, υπό τη διοίκηση του Εσσάτ Πασά, διέθεταν ισχυρή οχύρωση γύρω από την πόλη — κυρίως στα υψώματα του Μπιζανίου, του Καστριτσίου και της Δουρούτης. Οι θέσεις αυτές, που είχαν κατασκευαστεί από Γερμανούς στρατιωτικούς μηχανικούς, θεωρούνταν σχεδόν απόρθητες.



Τι ήταν όμως αυτό το Μπιζάνι, που σύντομα το έμαθε όλη η Ελλάδα; Ήταν μια από τη φύση της οχυρή τοποθεσία, νότια και σε απόσταση περίπου 15 χιλιομέτρων από τα Ιωάννινα, με δυσπρόσιτους και απότομους ορεινούς όγκους, από όπου θα έπρεπε οπωσδήποτε να περάσει όποιος ερχόταν από την Άρτα ή την Πρέβεζα και κατευθυνόταν προς τα Ιωάννινα.

 Οι Τούρκοι είχαν κατασκευάσει πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα εκστρατείας, με τη βοήθεια και Γερμανών στρατιωτικών συμβούλων. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα «περιχαρακωμένο στρατόπεδο» με περίμετρο περίπου 50 χιλιομέτρων. Οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί στο έπακρο τα φυσικά πλεονεκτήματα της τοποθεσίας, δημιουργώντας εκτεταμένο τηλεφωνικό δίκτυο, συρματοπλέγματα, ορύγματα και πολυβολεία, τα οποία ήταν θαμμένα κάτω από το έδαφος και καλυμμένα με επιχωματώσεις κατάφυτες από βλάστηση.

Επρόκειτο για αόρατα σχεδόν πυροβολεία, που δύσκολα μπορούσε να εντοπίσει κανείς. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το ψύχος και τα χιόνια του επερχόμενου χειμώνα, καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη οποιαδήποτε προσπάθεια εκπόρθησης αυτού του σύνθετου —φυσικού και τεχνητού— οχυρού.

Οι πρώτες επιθέσεις                      

Με τις δυνάμεις που διέθετε ο στρατός της Ηπείρου δεν ήταν δυνατόν να διεξαχθούν σοβαρές επιθετικές επιχειρήσεις. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν ότι η δημιουργία αλβανικού κράτους, σύμφωνα με τις επιθυμίες της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, έθετε σε κίνδυνο την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Για τον λόγο αυτό πίεζε εκ νέου τον Κωνσταντίνο να στείλει ενισχύσεις. Πράγματι, η 2η Μεραρχία μεταφέρθηκε ατμοπλοϊκώς στην Πρέβεζα και από εκεί κατευθύνθηκε κατευθείαν στο μέτωπο.

 Ενισχυμένος πλέον ο Σαπουντζάκης με δύο μεραρχίες, διέταξε επίθεση στις 29 Νοεμβρίου. Οι Τούρκοι όμως, που είχαν ενισχυθεί από τον στρατό του Παβίτ Πασά, ο οποίος προερχόταν από το Μοναστήρι με 12.000 άνδρες και 25 πυροβόλα, αποδείχθηκαν δύσκολος αντίπαλος.

 Η πρόθεση του Σαπουντζάκη ήταν να πλήξει τα πλευρά της οχυρωμένης τοποθεσίας με το πεζικό, αφήνοντας το πυροβολικό να απασχολεί το κεντρικό μέτωπο, δηλαδή το Μπιζάνι. Στο Δρίσκο, στη Μανωλιάδα, στον Προφήτη Ηλία και στα γύρω υψώματα έγιναν σφοδρές συγκρούσεις. Όλες οι επιθέσεις, στις οποίες συμμετείχαν και εθελοντές – ιδιαίτερα Κρήτες –, αποκρούστηκαν, και με δυσκολία κρατήθηκαν οι ελληνικές θέσεις.

Ενισχύσεις και νέα αποτυχία

 Μπροστά στην αποτυχία και υπό την πίεση του χρόνου για επιτυχή κατάληξη των επιχειρήσεων, αποφασίζεται να σταλούν άλλες δύο μεραρχίες: η 4η από τη Φλώρινα και η 6η από την Κορυτσά,των οποίων η μετάβαση και ανάπτυξη ολοκληρώνονται μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του 1912. Ο Βενιζέλος διέβλεπε ότι τα Γιάννινα θα καταλαμβάνονταν μόνο αν αναλάμβανε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος την ευθύνη των επιχειρήσεων. Ο διάδοχος πείστηκε, υπό την προϋπόθεση ότι θα μεταφέρονταν και άλλες δυνάμεις, κάτι που όμως ενείχε τον κίνδυνο αποδυνάμωσης του μετώπου της Μακεδονίας.

 Η αγωνία για την τύχη των επιχειρήσεων ήταν μεγάλη, τόσο στον λαό όσο και στον στρατό. Ο χειμώνας στα ηπειρώτικα βουνά ήταν δριμύς, και ο ελλιπής ανεφοδιασμός έφερε την πείνα στους στρατιώτες. Επικρατούσε δυσαρέσκεια για τις αποφάσεις του Σαπουντζάκη, ενώ παρασκηνιακά μεθοδευόταν η αντικατάστασή του. Κάτω από αυτή την πίεση και θέλοντας να παρουσιάσει αποτελέσματα πριν από την άφιξη του Κωνσταντίνου, αποφάσισε νέα επίθεση στις 7 Ιανουαρίου.

Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση κατά μέτωπο, με στόχο την εξουδετέρωση των οχυρώσεων του Μπιζανίου μέσω της μαζικής χρήσης του πυροβολικού. Ωστόσο, και αυτή η σφοδρότατη επίθεση, παρά τον ηρωισμό των ανδρών, αποκρούστηκε. Σε όλο το μήκος του μετώπου τα ελληνικά τμήματα παρέμειναν καθηλωμένα, λόγω της σθεναρής αντίστασης των Τούρκων, των κακών καιρικών συνθηκών, των ανθρώπινων απωλειών και της έλλειψης εφεδρειών.

Στις 6 Ιανουαρίου του νέου έτους ο Κωνσταντίνος, με όλο το επιτελείο του, φτάνει στην Πρέβεζα και εγκαθιστά το στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα. Η αντίστροφη μέτρηση για το Μπιζάνι έχει αρχίσει…

Αναδιοργάνωση και υπομονή

Ο Αρχιστράτηγος,φτάνοντας στο μέτωπο,διαπιστώνει επιτόπου τα προβλήματα και τις δυσκολίες της επιχείρησης. Αποφασίζει να προχωρήσει σε ριζική αναδιοργάνωση της στρατιάς, προκειμένου να βελτιώσει τη μαχητική της ικανότητα. Διατάζει ανάπαυση και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ανδρών της πρώτης γραμμής και προχωρεί σε αλλαγές στη διοίκηση των μονάδων.Ζητά να πραγματοποιηθούν συνεχείς αναγνωρίσεις και εξαντλητικές μελέτες των χαρτών, ώστε να προσδιοριστούν όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιχείρηση και να καθοριστούν συγκεκριμένοι στόχοι — κάτι που δεν γινόταν στις προηγούμενες επιθέσεις.Έγιναν εκτεταμένες αναγνωρίσεις, χαρτογραφήσεις των τουρκικών θέσεων και εγκατάσταση νέων πυροβολείων. 

Ο χρόνος περνά και δοκιμάζει τις αντοχές όλων. Ο Κωνσταντίνος αποστέλλει στον Εσάτ Πασά μήνυμα ζητώντας του να παραδώσει την πόλη «προς αποφυγήν ματαίας αιματοχυσίας». Η απάντηση είναι αρνητική και γενναία, αν σκεφτεί κανείς την κακή κατάσταση των πολιορκημένων, που άρχιζαν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε τρόφιμα και πυρομαχικά.

Ο Βενιζέλος, επιστρέφοντας από το Λονδίνο, μεταβαίνει στο μέτωπο, όπου συναντάται με τον Διάδοχο. Κατά τη διάρκεια μιας επιτόπιας αναγνώρισης, οι δύο άνδρες παραλίγο να σκοτωθούν, γεγονός που δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και την ένταση των επιχειρήσεων εκείνες τις ημέρες.

                                           Το σχέδιο 

Από όλες τις μελέτες που έγιναν προέκυψε ότι το Μπιζάνι μπορούσε να προσβληθεί με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας από το δεξιό τμήμα της τουρκικής παράταξης, το οποίο αντιστοιχούσε στο αριστερό τμήμα της ελληνικής. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει τον κύριο όγκο των δυνάμεών τους στο αριστερό τους φτερό, εκεί όπου μέχρι τότε εκδηλώνονταν οι ελληνικές επιθέσεις. Για την επιτυχία του σχεδίου απαιτούνταν εχεμύθεια, παραπλάνηση του εχθρού και γρήγορη εκτέλεση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην όσο το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση του πυροβολικού κατά τη γενική επίθεση. Το σχέδιο δεν προέβλεπε μετωπική επίθεση κατά των κύριων οχυρών του Μπιζανίου, αλλά έναν συνδυασμό παραπλανητικών ενεργειών και κύριου πλήγματος στο πλευρό του εχθρού. Σκοπός ήταν να δεσμευτεί η προσοχή των Τούρκων στο ανατολικό μέτωπο, ώστε να πραγματοποιηθεί η κύρια διείσδυση από τα δυτικά, προς τις θέσεις Στρούνι, Δουρούτη και Μανωλιάσα, με στόχο την απειλή της οπισθοφυλακής και την ολική κατάρρευση του αμυντικού συστήματος.


                                    Η Επίθεση

Το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου άρχισε η γενική επίθεση. Η ημέρα ξεκίνησε με εκτεταμένο βομβαρδισμό του Μπιζανίου και των γύρω οχυρώσεων από το ελληνικό πυροβολικό. Δεκαπέντε χιλιάδες οβίδες έπληξαν τα τουρκικά έργα και προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στις θέσεις των πυροβολαρχιών του εχθρού. Η χρήση του πυροβολικού υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένη, καθώς συντονίστηκε με τις κινήσεις του πεζικού και τη δράση των αεροπλάνων, που εκτελούσαν αναγνωριστικές πτήσεις και ρίψεις μικρών βομβών, προκαλώντας πανικό και αποδιοργάνωση στις οθωμανικές γραμμές.

Η κύρια προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων κατευθύνθηκε προς τα δυτικά, όπου επιχειρούσαν η 6η Μεραρχία υπό τον υποστράτηγο Ματθαιό Γρηγορίου και τα τμήματα της 8ης Μεραρχίας υπό τον στρατηγό Μοσχόπουλο. Οι δυνάμεις αυτές επιτέθηκαν αποφασιστικά στις τουρκικές θέσεις της Δουρούτης και της Μανωλιάσας. Μετά από σφοδρό αγώνα, τα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να διεισδύσουν στις τουρκικές γραμμές, ανατρέποντας την τοπική άμυνα. Αυτή τη φορά οι Τούρκοι δεν άντεξαν· το Μπιζάνι απομονώθηκε.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή των Ευζωνικών ταγμάτων του ταγματάρχη Παπαδόπουλου και του λοχαγού Βελισαρίου. Με απαράμιλλο θάρρος και πειθαρχία, προς το απόγευμα οι Εύζωνοι κινήθηκαν ταχύτατα μέσα από δύσβατο έδαφος και κατόρθωσαν να πλευροκοπήσουν τις τουρκικές θέσεις, καταλαμβάνοντας την τοποθεσία Άγιος Ιωάννης Μπονίλας, λίγα μέτρα πριν από την πόλη. Εκεί απέκοψαν την τηλεφωνική και τηλεγραφική επικοινωνία του Μπιζανίου με τα Ιωάννινα, προκαλώντας σύγχυση και άτακτη υποχώρηση των εχθρικών τμημάτων. Η δράση τους υπήρξε καθοριστική για τη διάρρηξη της εχθρικής άμυνας και άνοιξε τον δρόμο στις κύριες δυνάμεις για την προέλαση προς την πόλη.

Την ίδια ώρα, για να παραπλανηθεί ο εχθρός, άλλες ελληνικές μονάδες εξαπέλυσαν επιθέσεις μετωπικά κατά των οχυρών του Μπιζανίου και του Καστριτσίου, δίνοντας την εντύπωση ότι εκεί βρισκόταν το κύριο βάρος της προσπάθειας.

Ως το απόγευμα της 20ής Φεβρουαρίου, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν επιτύχει σημαντική πρόοδο. Το δεξιό πλευρό των Τούρκων είχε παραβιαστεί και ο στρατός του Εσσάτ Πασά κινδύνευε με αποκοπή από την οδό υποχώρησης προς τα βόρεια. Η συνοχή της άμυνας κλονίστηκε και η κατάσταση άρχισε να γίνεται απελπιστική για τους Οθωμανούς. Το βράδυ, αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε πλέον ελπίδα σωτηρίας, ο Εσσάτ Πασάς έστειλε αντιπροσωπεία στο ελληνικό στρατηγείο με πρόταση παράδοσης. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος δέχθηκε την παράδοση υπό τους όρους της τιμής των όπλων.



«Πέσανε τα Γιάννινα»

Είναι χαρακτηριστικό ότι την είδηση της παράδοσης την έμαθε το Επιτελείο του Κωνσταντίνου τη στιγμή που κατέστρωνε τα σχέδια για την επίθεση της επόμενης μέρας. Στις 21 Φεβρουαρίου, ο τουρκικός στρατός της Ηπείρου —1.000 αξιωματικοί, 32.000 άνδρες και 120 κανόνια— παραδίδεται. Οι αρχηγοί Εσσάτ Πασάς και Βεχήτ Πασάς είναι κι αυτοί αιχμάλωτοι.

Ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στα Ιωάννινα ενώ οι γαλανόλευκες σημαίες κυματίζουν πλέον στα πυροβολεία του Μπιζανίου.Στις 10:00 το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου, ο Αρχιστράτηγος, επικεφαλής της Στρατιάς,συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες αδερφού του,τον υποστράτηγο Π. Δαγκλή και τους επιτελείς του, εισέρχεται θριαμβευτικά στην πόλη.Τον Διάδοχο υποδέχονται στην πλατεία Διοικητηρίου ο μητροπολίτης Γερβάσιος και οι αρχές του τόπου. Μετά τη Θεσσαλονίκη,τα Ιωάννινα είναι η δεύτερη μεγάλη πόλη, η δεύτερη μεγάλη υποδοχή μέσα σε κλίμα άκρατου ενθουσιασμού και εθνικής συγκίνησης.

Η μάχη του Μπιζανίου υπήρξε μία από τις ενδοξότερες σελίδες της νεότερης ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν περίπου σε 500 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι τουρκικές σε αρκετές χιλιάδες, χωρίς να υπολογιστούν οι αιχμάλωτοι. Η επιτυχία αυτή εξασφάλισε την οριστική απελευθέρωση της Ηπείρου και ανύψωσε το κύρος του ελληνικού στρατού και του Διαδόχου Κωνσταντίνου στα ύψη.

 Η στρατηγική σημασία της επιχείρησης ήταν τεράστια: όχι μόνο απομακρύνθηκε η οθωμανική παρουσία από τη δυτική Ελλάδα, αλλά και ενισχύθηκε αποφασιστικά η ελληνική θέση στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των συνόρων. Παράλληλα, η νίκη στα Ιωάννινα αποτέλεσε ένα από τα πρώτα παραδείγματα επιτυχημένης συνδυασμένης χρήσης πυροβολικού, πεζικού και αεροπορίας στην ελληνική στρατιωτική ιστορία.

Τις επόμενες μέρες, τα ελληνικά στρατεύματα ολοκληρώνουν την κατάληψη της Ηπείρου, συμπεριλαμβανομένου και του βόρειου τμήματός της.Η Κορυτσά, το Τεπελένι και το Αργυρόκαστρο βρίσκονται πλέον σε ελληνικά χέρια. Ο στρατηγικός στόχος της κατάληψης της Ηπείρου έχει επιτευχθεί. Τώρα ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού μπορεί να μεταφερθεί πίσω στη Μακεδονία...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις