Το μονοπάτι της Μνήμης,η Συνθήκη της Λωζάνης,μέρος δ΄

  Η συνθήκη των αριθμών,το δράμα των ανθρώπων 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

  Α μέρος  https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_19.html

Β' μέρος https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_23.html

Γ' μέρος  https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/blog-post_29.html

Οργή, αγανάκτηση και ερωτηματικά κυριαρχούσαν σε όλη τη χώρα μετά την άφιξη των πρώτων προσφύγων αλλά και των στρατιωτών. Η Επαναστατική Επιτροπή, με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά καθώς και τον ναύαρχο Φωκά, ανέτρεψε την κυβέρνηση Τριανταφυλλόπουλου, η οποία είχε διαδεχθεί εκείνη του Πρωτοπαπαδάκη αμέσως μετά την κατάρρευση του μετώπου. Παράλληλα, υποχρέωσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει οριστικά τη χώρα. Ήταν η δεύτερη φορά που εξέπεσε του θρόνου,λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1922, πέθανε στο Παλέρμο της Ιταλίας.
 
 
 
Δίκη και εκτέλεση 

Εν τω μεταξύ, είχε δρομολογηθεί η δίκη των υπευθύνων της εθνικής τραγωδίας, η οποία θα οδηγούσε στην εκτέλεση των «Έξι».Στις δραματικές εκείνες ώρες, η Επαναστατική Επιτροπή απευθύνθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ζητώντας του να αναλάβει τη διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας στο εξωτερικό. Ο Βενιζέλος αποδέχθηκε, με την προϋπόθεση να ικανοποιηθεί το αίτημα της Αντάντ για αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη.

Η δίκη των «Έξι», με κατηγορητήριο για «εσχάτη προδοσία», κατέληξε στην καταδίκη και εκτέλεση των:

Δημητρίου Γούναρη (πρώην πρωθυπουργός),Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (πρώην πρωθυπουργός),Νικολάου Στράτου (πρώην πρωθυπουργός),Γεωργίου Μπαλτατζή (υπουργός Εξωτερικών),Νικολάου Θεοτόκη (υπουργός Στρατιωτικών) και του  Γεωργίου Χατζηανέστη, αρχιστράτηγου της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
 


Η εξέλιξη αυτή εκτόνωσε προσωρινά τη λαϊκή οργή, ενώ παράλληλα ανακοινώθηκαν αυστηρά μέτρα πειθαρχίας στο στράτευμα, με στόχο την ανασυγκρότηση και ενίσχυση των μονάδων της Δυτικής Θράκης.

Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε παρά τις έντονες διεθνείς αντιδράσεις και την αντίθεση του ίδιου του Βενιζέλου, ο οποίος τόνιζε ότι οι καταδικασθέντες δεν είχαν διαπράξει προδοσία κατά της πατρίδας και προειδοποιούσε πως η πράξη αυτή θα δυσχέραινε τις επικείμενες διαπραγματεύσεις στη Λωζάνη. Ωστόσο, το κύρος και η υπόληψή του στις ξένες κυβερνήσεις ήταν δεδομένα. Με προσωπική του παρέμβαση στον Γάλλο πρωθυπουργό Ραιμόν Πουανκαρέ απέτρεψε την προώθηση του τουρκικού στρατού στη Θράκη, κάτι που θα ήταν καταστροφικό, δεδομένης της κατάστασης που επικρατούσε τότε στο ελληνικό στράτευμα.

Η θέση της Ελλάδας στη Διάσκεψη της Λωζάνης (Νοέμβριος 1922) ήταν εξ ορισμού δύσκολη. Ο διεκδικητικός και απαιτητικός Βενιζέλος των Σεβρών έπρεπε να μεταμορφωθεί σε συνετό και μετριοπαθή πολιτικό, ώστε να καταφέρει να μετατρέψει το δράμα της Καταστροφής σε μια έντιμη και αξιοπρεπή ανακωχή.

Ο Βενιζέλος, με τις στάχτες της Μικράς Ασίας ακόμη να καπνίζουν, ακολούθησε ήπια πολιτική απέναντι στη νέα, ισχυρή Τουρκία του Κεμάλ, προσπαθώντας παράλληλα να προσεταιριστεί τους Συμμάχους, οι οποίοι από τη δική τους πλευρά επιθυμούσαν να βάλουν φραγμό στις επεκτατικές βλέψεις της. Αρχικά, τα δύο βασικά θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος  που τέθηκαν ήταν η διευθέτηση των ελληνοτουρκικών συνόρων στη Θράκη και το εδαφικό καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.


Η Συνθήκη της Λωζάνης και οι εδαφικές ρυθμίσεις για Θράκη και Αιγαίο

Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923, καθόρισε οριστικά τα ελληνοτουρκικά σύνορα και το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου, θέτοντας τις βάσεις για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας στον 20ό αιώνα.Συνολικά  αποτελούσε προϊόν διεθνών διαπραγματεύσεων και θεωρήθηκε «οριστική λύση» του ανατολικού ζητήματος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν ειρήνη στην περιοχή

Στη Θράκη, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από την Ανατολική Θράκη, την οποία είχε κερδίσει με τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920. Τα ελληνοτουρκικά σύνορα ορίστηκαν στον ποταμό Έβρο, όπου παραμένουν μέχρι σήμερα. Η Δυτική Θράκη επιβεβαιώθηκε ότι ανήκει στην Ελλάδα, ενώ η Κωνσταντινούπολη και η γύρω περιοχή της Ανατολικής Θράκης παρέμειναν στην Τουρκία.

Όσον αφορά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, η Συνθήκη αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και την Ικαρία, καθώς και στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη. Ωστόσο, επιβλήθηκαν περιορισμοί στη στρατιωτικοποίησή τους, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα αποτελούσαν απειλή για την Τουρκία.

Παράλληλα, η Συνθήκη προέβλεψε ότι τα Δωδεκάνησα, τα οποία κατείχαν τότε οι Ιταλοί, δεν θα παραχωρούνταν στην Ελλάδα αλλά θα παρέμεναν υπό ιταλική κυριαρχία· η οριστική ενσωμάτωσή τους στην Ελλάδα θα ερχόταν αρκετά χρόνια αργότερα, το 1947. Αντίθετα, τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία, με πρόβλεψη για τοπική αυτονομία του ελληνικού πληθυσμού, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.

Συνολικά, η Συνθήκη της Λωζάνης σφράγισε τις οριστικές εδαφικές ισορροπίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας: τα σύνορα στη Θράκη σταθεροποιήθηκαν στον Έβρο, ενώ στο Αιγαίο η Ελλάδα κατοχύρωσε τα περισσότερα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, χάνοντας όμως οριστικά την Ανατολική Θράκη, την Ίμβρο και την Τένεδο.

Οι στρατιωτικοί, καθώς και ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης στην Ελλάδα, δεν ήταν ικανοποιημένοι με τις λύσεις που δόθηκαν, ιδιαίτερα σε σχέση με τη Θράκη, όπου η ταχεία ανασυγκρότηση του στρατού είχε καλλιεργήσει βλέψεις για ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών.

Ο Βενιζέλος, με το κύρος και την πειθώ του, επέβαλε τη μετριοπάθεια, δείχνοντας πολιτικό ρεαλισμό. Αποποιήθηκε τις παλιές αντιδυναστικές αρχές και υπέταξε τις εθνικές διεκδικήσεις στις επιταγές των Συμμάχων. Η πολιτική αυτή, που συνέχισε ο ίδιος και τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσε το προοίμιο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που ακολούθησε.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Το τρίτο πολύ μεγάλο ζήτημα που απασχόλησε την Ελλάδα και ρυθμίστηκε επίσης στη Λωζάνη, έπειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις, ήταν το θέμα των προσφύγων του πολέμου, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η Τουρκία απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο επιστροφής των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες. Το ζήτημα αυτό ρυθμίστηκε με τη Σύμβαση περί Υποχρεωτικής Ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών (30 Ιανουαρίου 1923). Η πραγματικά τραγική αυτή λύση για τους 1.200.000 Ρωμιούς πρόσφυγες (ελληνορθόδοξους Οθωμανούς υπηκόους) και τις περιουσίες τους συνοδεύτηκε από την πρόβλεψη ότι ένα μέρος από αυτούς θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στα σπίτια των περίπου 400.000 Μουσουλμάνων Ελλήνων, που η υποχρεωτική ανταλλαγή τούς επέβαλε να ταξιδέψουν στην αντίθετη κατεύθυνση, θύματα και αυτοί ενός πολέμου για τον οποίο δεν έφεραν καμία ευθύνη.

Εξαιρέσεις έγιναν μόνο για τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης.Η Ελλάδα,για ιστορικούς λόγους και λόγω και της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επιθυμούσε τη διατήρηση μιας ισχυρής ελληνικής ομογένειας στην Πόλη. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία επέμενε στη διατήρηση μιας πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη, η οποία γειτνίαζε άμεσα με την τουρκική επικράτεια.

Από όποια πλευρά κι αν το εξετάσει κανείς, είναι βέβαιο ότι με αυτή την απόφαση Ελλάδα και Τουρκία,παγώνοντας για λίγο την Ιστορία,αντιμετώπισαν τους πολίτες τους όχι ως αυτόνομες προσωπικότητες,αλλά ως υπηκόους, επιβάλλοντας για εθνικούς λόγους μια οδυνηρή λύση.Με τον τρόπο αυτόν ανασυγκρότησαν τα κράτη τους προς την κατεύθυνση του μονοεθνισμού.Μέσα σε μια δεκαετία η εθνοθρησκευτική ετερότητα μειώθηκε δραστικά.Για παράδειγμα οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας αποτελούσαν το 13% του πληθυσμού της Ελλάδας το1913 (39% της βόρειας Ελλάδας),ενώ μόλις το 1.7% μετά το 1924.Αντίστοιχα οι ελληνορθόδοξοι της Αυτοκρατορίας ήταν το 1914 το 8% του συνολικού πληθυσμού,ενώ δέκα χρόνια αργότερα έγιναν λιγότερο από το 1% του πληθυσμού.

Στη Λωζάνη ουσιαστικά τέθηκαν οι όροι για την ίδρυση του νέου τουρκικού κράτους και για τον καθορισμό των συνόρων με την Ελλάδα. Με τρόπο που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «χειρουργικό», εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή στις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες προέρχονταν από μια μακρά περίοδο συγκρούσεων.

Η Συνθήκη της Λωζάνης οδήγησε στη δημιουργία δύο «καθαρών, εθνικών» κρατών, απολύτως ομογενοποιημένων, εξαλείφοντας σε μεγάλο βαθμό τις εθνοθρησκευτικές μειονότητες που υπήρχαν έως τότε. Η Ελλάδα εγκατέλειπε οριστικά τη Μεγάλη Ιδέα και τον αλυτρωτισμό, ενώ ολόκληρες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και των νησιών ενισχύονταν με αμιγώς ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς, οι οποίοι θα έπρεπε να αφομοιωθούν στο πλαίσιο της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Η Τουρκία, από την άλλη, πετύχαινε σε μεγάλο βαθμό τον στόχο της εθνολογικής καθαρότητα,εξαλείφοντας τα χριστιανικά στοιχεία, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στη δημιουργία ενός σύγχρονου κοσμικού κράτους, σε αντιδιαστολή με την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία που διαλυόταν. Η βασική ιδέα ήταν να μειωθεί η παρουσία «εθνοτικών μειονοτήτων» σε κάθε κράτος, ώστε να αποφευχθούν μελλοντικές συγκρούσεις.Έτσι  η ανταλλαγή θεωρήθηκε «λύση» για την αποφυγή αφορμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρεμβάσεις ή εξεγέρσεις.

Η υποχρεωτικότητα της ανταλλαγής, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμη και στους Μουσουλμάνους Έλληνες, μπορεί εύλογα να θεωρηθεί παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της προστασίας της περιουσίας,ακόμη και με τα δεδομένα της εποχής. Επικράτησε ο πολιτικός ρεαλισμός και η ζωή χιλιάδων ανθρώπων θυσιάστηκε στον βωμό των κρατικών συμφερόντων όσων συμμετείχαν στη διάσκεψη.Η Ανταλλαγή  εξυπηρέτησε την επιδίωξη εθνικής  μέσω της θρησκευτικής ομογενοποίησης  του πληθυσμού, υπηρετώντας ταυτόχρονα την εθνική ασφάλεια, αφού ο «εσωτερικός εχθρός» είχε πλέον εξαλειφθεί.

Στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα οι συνέπειες της ανταλλαγής των πληθυσμών ήταν τεράστιες. Βραχυπρόθεσμα, για την Ελλάδα υπήρξαν οδυνηρές, αφού η χώρα έπρεπε να υποδεχτεί και να «απορροφήσει» δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Χρειάστηκε να συνάψει δάνεια από το εξωτερικό για τη στέγαση και την αποκατάστασή τους. Πολλοί πρόσφυγες δυσκολεύτηκαν να βρουν δουλειά, ιδιαίτερα στις πόλεις, ενώ οι ντόπιοι μερικές φορές τους αντιμετώπιζαν ως «ανταγωνιστές» στη γη και στην εργασία.

Προοδευτικά, όμως, η παρουσία των προσφύγων αποδείχθηκε ευεργετική. Έχοντας εμπειρία σε αγροτικές, ναυτικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες, εξειδικεύτηκαν σε νέες καλλιέργειες και τεχνικές. Πολλοί ήταν τεχνίτες και ίδρυσαν εργαστήρια (υφαντουργίας, σαπωνοποιίας, βυρσοδεψίας). Εργατικοί και φιλοπρόοδοι, έφεραν την εμπειρία τους από τις αγορές της Ανατολής. Μεγάλες πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, ο Βόλος και άλλες αναπτύχθηκαν χάρη στη δραστηριότητα των προσφύγων.

Η Τουρκία, από την άλλη, υποδέχθηκε περίπου 400.000 μουσουλμάνους από την Ελλάδα. Έτσι απέκτησε πιο «ομοιογενή» πληθυσμιακή σύνθεση και ενίσχυσε τον αγροτικό τομέα σε ορισμένες περιοχές. Ωστόσο, έχασε τις πολυπληθείς ελληνικές κοινότητες που είχαν σημαντικό ρόλο στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνία (π.χ. στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Καππαδοκία), γεγονός που δημιούργησε κενά στην οικονομία της.

Συνεχίζεται με αναλυτικό άρθρο για τους Πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής  


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις