Τις Πταίει; Aιτίες και Ευθύνες της Μικρασιατικής Καταστροφής


Τις  Πταίει; Aιτίες και Ευθύνες της Μικρασιατικής Καταστροφής

του Θάνου Δασκαλοθανάση

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 ακύρωσε με τον πλέον δραματικό τρόπο τη Μεγάλη Ιδέα, που για πολλές δεκαετίες είχε εμπνεύσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821, που οδήγησε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους και στη μετέπειτα διεύρυνσή του — κυρίως με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους — τερματίστηκε βίαια και άδοξα με τη στρατιωτική ήττα στη Μικρά Ασία, η οποία χάραξε τα οριστικά σύνορα της Ελλάδας.

 




Το ερώτημα «Τις πταίει;» παραμένει ένα από τα πιο φορτισμένα της νεότερης ιστορίας μας. Οι αιτίες και οι ευθύνες κατανέμονται τόσο σε εξωτερικό όσο και σε εσωτερικό επίπεδο. Από τη μία πλευρά, οι διεθνείς συγκυρίες, οι μεταβαλλόμενες πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων και η άνοδος του κεμαλισμού. Από την άλλη, ο Εθνικός Διχασμός, η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της μικρής Ελλάδας και οι λανθασμένοι χειρισμοί και των δύο παρατάξεων. Η Καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε έναν μόνο υπεύθυνο· ήταν το αποτέλεσμα της συνάντησης δυσμενών διεθνών συνθηκών με τις εσωτερικές αδυναμίες και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους.

«Η καταστροφή», θα γράψει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, «εξεταστέον  αν δεν  είναι μεγαλυτέρα και από  την  πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως.Εις την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως το έθνος έμεινεν εις τας εστίας του, υποταγμένον  και  δούλον αλλά έμεινεν  συνεχίζον την ζωήν του, δεν  έπαθεν την συμφοράν την οποίαν έπαθεν σήμερον».

Η Μικρασιατική περιπέτεια δεν υπήρξε ένας απλός ελληνοτουρκικός πόλεμος, ούτε μια διμερής αντιπαράθεση, ούτε ένα άθροισμα σωστών ή λανθασμένων χειρισμών της εκάστοτε πολιτικής παράταξης. Αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τελευταίας φάσης του λεγόμενου «Ανατολικού Ζητήματος». Στην κρίσιμη τριετία 1919–1922 η Ελλάδα βρέθηκε, με δική της ευθύνη, στη δίνη των εξελίξεων, στο επίκεντρο του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων σε μια γεωστρατηγικά κρίσιμη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, ήδη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν καταρτίσει μυστικές συμφωνίες για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Μετά το 1918, η κατάσταση έγινε ακόμη πιο σύνθετη, καθώς οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί ακολουθούσαν διαφορετικές στρατηγικές, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε το εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση του Ανώτατου Συμμαχικού Συμβουλίου να αναθέσει στην Ελλάδα την αποστολή στρατευμάτων στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 δεν πρέπει να ιδωθεί ως «επιβράβευση» των ελληνικών διεκδικήσεων, αλλά ως προϊόν συγκυριών. Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) αναγνώριζε σημαντικά κέρδη στην Ελλάδα, αλλά η ισχύς της ήταν τόσο εύθραυστη, ώστε εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ικανότητα του ελληνικού στρατού να την επιβάλει χωρίς την έμπρακτη στήριξη των Συμμάχων, οι οποίοι,μετά το πέρας ενός καταστροφικού πολέμου, απέφευγαν κάθε νέα στρατιωτική εμπλοκή.

 ΣΩΣΤΟ ή ΛΑΘΟΣ

Σήμερα, με την απόσταση ενός αιώνα, μπορεί να ειπωθεί ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν λάθος. Ωστόσο, αν εξεταστεί μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο, η απόφαση του Βενιζέλου να στείλει στρατό στη Σμύρνη μπορεί να θεωρηθεί εύλογη: η προοπτική της εθνικής ολοκλήρωσης, η ύπαρξη ισχυρών ελληνικών πληθυσμών στην Ιωνία και ο φόβος ιταλικής επέκτασης έδιναν στην επιλογή χαρακτήρα «εθνικής αναγκαιότητας». Ο Βενιζέλος ίσως υπερεκτίμησε τις δυνατότητες της Ελλάδας, αλλά επένδυσε στις ικανότητές του και στη διεθνή συγκυρία, επιδιώκοντας το μέγιστο δυνατό όφελος για την πατρίδα.

 

Η αλλαγή εξουσίας το 1920 υπήρξε καθοριστική. Παρά τις κατηγορίες των φιλοβασιλικών εναντίον του Βενιζέλου για «τυχοδιωκτική πολιτική», όταν ανέλαβαν τη διακυβέρνηση όχι μόνο δεν εγκατέλειψαν την εκστρατεία, αλλά την κλιμάκωσαν, φτάνοντας στην προέλαση προς την Άγκυρα, ακριβώς τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες ήταν πια εξαιρετικά δυσμενείς.Οι ευθύνες και όχι μόνο πολιτικές,του Βασιλιά Κωνσταντίνου και των κυβερνητικών διαχειριστών είναι μεγάλες γιατί συνέχισαν και επέκτειναν έναν πόλεμο που πριν ανέλθουν στην εξουσία είχαν καταδικάσει,αδιαφορώντας και παραβλέποντας τη γνώμη των Συμμαχων και τις διεθνείς εξελίξεις,αδυνατώντας να δουν την επερχόμενη καταστροφη που ήταν βέβαιο ότι επέρχεται.

ίσως  κάποιος μπορεί να αναφέρει τον Ιωάννη Μεταξά,τον μόνο από τη φιλοβασιλική παράταξη που είχε αντιρρήσεις στη συνέχιση της εκστρατείας, ο οποίος προέβλεψε την καταστροφή.Αλλά τότε,καθώς οι σύμμαχοί μας είχαν μεταβάλλει την πολιτική τους,την προέβλεπαν πολλοί,με πρώτο τον Βενιζέλο.

Σε δεύτερο επίπεδο οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις ευθύνονται γιατί δεν έδειξαν το πολιτικό θάρρος για μια έγκαιρη σύμπτυξη του Μετώπου και για την απαγκίστρωση που ακόμη και ο Βενιζέλος αντιμετώπιζε συνδυάζοντάς την με την απειλή της αποστρατευσης,λίγες μέρες πριν από την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

 Αν η Ελλάδα είχε κινηθεί έγκαιρα προς την κατεύθυνση της απαγκίστρωσης, λαμβάνοντας υπόψη την αλλαγή των διεθνών συνθηκών — τη μεταστροφή της Γαλλίας υπέρ των Τούρκων, τη συμφωνία του Κεμάλ με τους Σοβιετικούς, την υποστήριξη μόνο στα λόγια των Άγγλων του Λόιντ Τζωρτζ και τη σταθερά εχθρική στάση των Ιταλών — ίσως οι Έλληνες της Ιωνίας να είχαν εκτεθεί σε λιγότερους κινδύνους απ’ ό,τι τελικά συνέβη.

Κι ενώ η ελληνική κυβέρνηση απέκρυψε τη διακοίνωση των Συμμάχων για οικονομικό αποκλεισμό σε περίπτωση επαναφοράς του Κωνσταντίνου,που ήταν «κόκκινο πανί» λόγω των φιλογερμανικών του απόψεων και της συγγένειάς του με το γερμανικό βασιλικό οίκο,δεν  συζήτησε καν την προοπτική παραίτησής του υπέρ του διαδόχου του.

Ο Βενιζέλος από τον Μάρτιο του 1921 και ενώ είχε καταληφθεί τον Αφιόν  Καραχισάρ  προειδοποιούσε τους συνεργάτες του στην Ελλάδα: «Βαίνομεν εις αποτυχίαν και εν περιπτώσει ακόμη στρατιωτικής νίκης, εάν όπισθεν ημών δεν  ευρίσκεται τουλάχιστον η Αγγλία…. είμεθα διπλωματικώς απομονωμένοι». Με προφητικό τρόπο υπογράμμιζε τον επόμενο μήνα στον στρατηγό Δαγκλή: «Και εις την Άγκυρα να φθάσει ο στρατός μας η θέσις μας θα ήτο ακόμη δυσχερεστέρα και στρατιωτικώς και διπλωματικώς» διότι οι εμπαθείς πολιτικοί αντίπαλοί του «μεταβληθέντες εις πολεμοχαρείς οδηγούν την χώραν εις καταστροφάς των οποίων η έκτασις κανείς δεν γνωρίζει που θα σταματήσει…».

Η κυβέρνηση και ο βασιλιάς δεν έδειχναν καμία διάθεση να σταματήσουν.Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος κατέφθασε με το επιτελείο του στη Σμύρνη την συμβολική ημερομηνία της 29ης Μαΐου 1921, μέσα σε πανηγυρισμούς και αποθέωση, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς. Το κλίμα που είχε διαμορφωθεί ήταν τέτοιο, ώστε η Αθήνα, με τη σύμφωνη γνώμη και των Φιλελευθέρων, απέρριψε τις μεσολαβητικές προσπάθειες της Αντάντ για διπλωματική λύση του θέματος. Οι προτάσεις αυτές, οι οποίες ήταν φυσικά δυσμενέστερες για την Ελλάδα σε σύγκριση με τις ρυθμίσεις των Σεβρών,είχαν και τη στήριξη της Γαλλίας, η οποία είχε σοβαρά ανησυχήσει από τη συνεργασία του Κεμάλ με τους Σοβιετικούς και την προοπτική περαιτέρω ισχυροποίησης των Τούρκων.

Ο αυτοεξόριστος στη Γαλλία Βενιζέλος,μόλις πληροφορήθηκε τις εξελίξεις έγραψε προς τον επικεφαλής του κόμματός του στην Ελλάδα: «Η άρνησις της κυβερνήσεως να δεχθή,και κατ΄αρχή καν,την μεσολάβηση των δυνάμεων,αποτελεί το τελευταίον κατά της Ελλαδας έγκλημα» και συνεχίζει « πώς είναι δυνατόν να γίνεται λόγος περί συνεχίσεως της εθνικής ημών πολιτικής,όταν ανετράπη η βάσις της πολιτικής εκείνης λόγω της πολιτικής αλλαγής».Ο ίδιος μεμφόταν το κόμμα του για την πρόσκαιρη υιοθέτηση της πολιτικής της κυβέρνησης. Προδίκαζε μάλιστα το τελικό αποτέλεσμα γράφοντας «ότι στρατιωτική νίκη υπό τις δεδομένες συνθήκες αποκλείεται απολύτως δια πάντα έχοντας ακόμα σώας τα φρένας».Η συνέχιση του πολέμου προέβλεπε ότι  θα μας οδηγούσε  «εις πλήρη  οικονομικήν και στρατιωτικήν εξάντλησιν μετά τινάς μήνας – όπως ακριβώς συνέβη- να εκλιπαρήσωμεν ημείς  την μεσολάβησιν της Αντάντ υπό όρους ασυγκρίτως   δυσμενεστέρους».

Κι ενώ στο μέτωπο, μετά την αδυναμία του ελληνικού στρατού να συντρίψει τις δυνάμεις του Κεμάλ και την υποχώρησή του στις αρχικές θέσεις του Αφιόν Καραχισάρ – Εσκί Σεχίρ (Αύγουστος 1921), επικρατούσε στασιμότητα και ο χρόνος μετρούσε πλέον αντίστροφα, η κυβέρνηση, δια του Γούναρη, επιχείρησε την απέλπιδα προσπάθεια να εξασφαλίσει βοήθεια και στήριξη από τους Συμμάχους, δηλώνοντας ότι αποδεχόταν εν λευκώ οποιαδήποτε πρότασή τους για ειρήνευση.

Η ανάγκη οικονομικής στήριξης της εκστρατείας ήταν επιτακτική, και για να το πετύχει αυτό η κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί πως ενδεχόμενη αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία θα άφηνε την Αγγλία εκτεθειμένη να αντιμετωπίσει μόνη τον Κεμάλ στην ασιατική πλευρά της ζώνης των Στενών. Οι Άγγλοι θεώρησαν – μάλλον εύστοχα – ότι αυτή η πίεση δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί, καθώς ενείχε τον κίνδυνο να εγκαταλειφθούν στην τύχη τους χιλιάδες Έλληνες της περιοχής.

Τελικά, από τη δύσκολη θέση έβγαλε όλους η κατηγορηματική άρνηση του Κεμάλ να δεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θέτοντας ως αδιαπραγμάτευτο προαπαιτούμενο την άμεση αποχώρηση της ελληνικής στρατιάς.

Ο Βενιζέλος έκρινε ότι «η τουρκική άρνησις ενίσχυε απροόπτως πάλιν την άλλως απελπισμένην θέσιν μας».Εκείνο που έπρεπε να συμβεί είναι η παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ του διαδόχου προκειμένου να εκμεταλλευτεί η Ελλάδα τις συνθήκες και να αναβαπτίσει τις σχέσεις της με την Αντάντ.Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί για αυτό και προέβλεπε την «διαιώνισιν της σημερινής καταστάσεως ήτις φθείρει οικονομικώς την Ελλάδα» και ότι «αγόμεθα μοιραίως προς το πεπρωμένο».

Από όλα τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι, αν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν στο τιμόνι της ηγεσίας της Ελλάδας, λόγω της μεγάλης του διπλωματικής ικανότητας και της πολιτικής του διορατικότητας, η εξέλιξη των πραγμάτων και η μοίρα του μικρασιατικού Ελληνισμού θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές. Το πιθανότερο, βέβαια, είναι ότι ακόμη κι αν παρέμενε στην εξουσία, η τύχη της Συνθήκης των Σεβρών θα ήταν η ίδια· η Ελλάδα δεν διέθετε τις στρατιωτικές και διπλωματικές δυνάμεις για να επιβάλει μόνη της τους όρους της απέναντι σε έναν αντίπαλο που έδινε αγώνα εθνικής επιβίωσης και απολάμβανε αυξανόμενη διεθνή στήριξη.

Η παρουσία όμως του Βενιζέλου στην ηγεσία θα προσέφερε ένα σημαντικό πλεονέκτημα: θα υπήρχε ένας έμπειρος και ικανός διαπραγματευτής, με ευρύ κύρος στις ξένες πρωτεύουσες, που ήξερε να ελίσσεται και να εκμεταλλεύεται τις διεθνείς συγκυρίες προς όφελος της χώρας.Θα είχε αποφευχθεί η άφρονα πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, που οδήγησε σε στρατιωτικές επιλογές πέρα από τις πραγματικές δυνατότητες του κράτους. Σε κάθε περίπτωση, η πορεία της Ελλάδας στη Μικρά Ασία θα είχε λάβει διαφορετική τροπή, αν όχι στο τελικό αποτέλεσμα, σίγουρα όμως στον τρόπο με τον οποίο θα είχε αντιμετωπιστεί η κρίση και οι συνέπειές της.

Για την πορεία προς την Άγκυρα έγραψε ο Βενιζέλος προς τον Αριστείδη Γεωργιάδη τον Αύγουστο του 1921: «Με ανησυχεί η προς Άγκυρα προέλασις,διότι ενώ ουδέν οριστικό αποτέλεσμα δύναται να μας πορίσει και αυτή η κατάληψις της Άγκυρας,η απομάκρυνσις από τας θαλάσσιας βάσεις μας μάς εξασθενίζει και μας εκθέτει σε κινδύνους.Έπειτα δε ανησυχητική είνια η στάσις της Γαλλίας,απολύτως εχθρική σήμερον...».

Μέσα στο οξύ κλίμα του Εθνικού Διχασμού για το οποίο φέρει ευθύνη και ο Βενιζέλος και η παράταξή του,οποιαδήποτε προσπάθεια για συνεννόηση και χάραξη κοινής εθνικής στρατηγικής δεν τελεσφορούσε. Υπήρξαν φωνές για δραστηριοποίηση βενιζελικών στελεχών,για  διπλωματική βοήθεια που μπορούσε  να προσφέρει ο ίδιος ο Βενιζέλος αλλά έσβηναν  μέσα στο φοβερό και ανελέητο κομματικό μίσος.

Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ήταν μια τέτοια φωνή. Διαβλέποντας την καταστροφή που έρχεται,καλεί τον Κρητικό πολιτικό να αναλάβει άμεσα πρωτοβουλία για να σωθεί ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας. Ταυτόχρονα, δεν διστάζει να του αποδώσει ευθύνες για την αποστολή του Αριστείδη Στεργιάδη ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη, τον οποίο χαρακτηρίζει «παράφρονα και εγωιστήν», και για την απόφασή του να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές του 1920, τις οποίες έχασε, στερώντας έτσι από τον ίδιο τη δυνατότητα να διαχειριστεί την κρίσιμη φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας. Ενδεικτικά γράφει: «Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος δια δύο πράξεις  σας»,εννοώντας τον διορισμό του Υπατου Αρμοστή και την προσφυγή στις κάλπες τον Νοέμβρη του 1920,

Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις, μετά τον Νοέμβριο του 1920, φέρουν σοβαρή ευθύνη για τις μαζικές αντικαταστάσεις έμπειρων αξιωματικών, μόνο και μόνο επειδή είχαν φιλοβενιζελικές πολιτικές προτιμήσεις. Έτσι, πολλοί αξιωματικοί που είχαν πολεμήσει στα πεδία των μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραγκωνίστηκαν και βρέθηκαν εκτός στρατεύματος, ενώ στη θέση τους προωθήθηκαν λιγότερο έμπειροι, εκλεκτοί της κυβέρνησης και των Ανακτόρων. Αυτοί θα καλούνταν να ηγηθούν της μεγάλης θερινής επίθεσης του 1921.

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο προβληματική όταν, τον Μάιο του 1922, ο αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας, Αναστάσιος Παπούλας, αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Χατζηανέστη. Η αλλαγή αυτή προκάλεσε έντονη δυσφορία σε αξιωματικούς και οπλίτες, καθώς ο Χατζηανέστης δεν διέθετε την απαραίτητη εμπειρία ούτε τις απαιτούμενες ικανότητες, ενώ διοικούσε μακριά από την πρώτη γραμμή, από τη Σμύρνη.

Την ίδια στιγμή, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, καταβεβλημένος από την ασθένειά του και πολύ μακριά από την εικόνα του «Στρατηλάτη» των Βαλκανικών Πολέμων, μετέβη στη Σμύρνη στις 29 Μαΐου 1921, σε μια συμβολική ημερομηνία. Τον συνόδευαν ο διάδοχος Γεώργιος και οι πρίγκιπες Παύλος, Ανδρέας, Νικόλαος και Χριστόφορος. Οι τελευταίοι ανέλαβαν ουσιαστικούς ρόλους σε στρατιωτικές διοικήσεις, παρότι δεν διέθεταν ούτε την αναγκαία στρατιωτική εκπαίδευση ούτε πραγματική εμπειρία.  

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, στη διάβαση του Σαγγαρίου και στην εξαντλητική πορεία μέσα από την Αλμυρή Έρημο, γράφτηκαν σελίδες εποποιίας από τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες στρατιώτες, με αυταπάρνηση και αντοχή, έδωσαν έναν σκληρό αγώνα, στον οποίο δεν ηττήθηκαν στο πεδίο, αλλά αναγκάστηκαν να σταματήσουν την προέλασή τους.

Μεγάλη ευθύνη φέρουν από κοινού η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία, που αποφάσισαν την επίθεση στα μέσα του καλοκαιριού (15 Ιουλίου 1921). Η αποτυχία και το στρατηγικό αδιέξοδο, που τελικά οδήγησαν στην υποχώρηση στη γραμμή Αφιόν Καραχισάρ – Εσκί Σεχίρ, βαρύνουν κυρίως τη στρατιωτική ηγεσία. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε με πολλά αρνητικά και εσφαλμένα στοιχεία: δεν προβλέφθηκε καμία ουσιαστική εφεδρεία για την εκμετάλλευση των τακτικών επιτυχιών, υπήρξαν λανθασμένες εκτιμήσεις και παραπλανητικές πληροφορίες που οδήγησαν σε κακές αποφάσεις, σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην ανάληψη πρωτοβουλιών, γεγονός που έδωσε στον εχθρό τον χρόνο να αναδιπλωθεί και να οργανώσει άμυνα, ενώ υπήρξε και έλλειψη αποφασιστικότητας για την επίτευξη νίκης μέσα στο έδαφος του αντιπάλου, ο οποίος έδινε αγώνα εθνικής επιβίωσης.

Το πιο επονείδιστο και ντροπιαστικό μέτρο που ελήφθη εκείνη την περίοδο ήταν η ψήφιση νόμου, σύμφωνα με τον οποίο καθίστατο παράνομη η ομαδική μεταφορά προσώπων από την αλλοδαπή προς την Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό απαγορευόταν ουσιαστικά η αποβίβαση στην Ελλάδα όσων δεν διέθεταν διαβατήριο, ενώ στους παραβάτες επιβάλλονταν βαριές ποινές. Το μέτρο αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τη διάσωση και τον επαναπατρισμό χιλιάδων ξεριζωμένων Μικρασιατών.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε το αποκορύφωμα μιας πολιτικής που ξεπερνούσε τις πραγματικές δυνατότητες του ελληνικού κράτους. Η Ελλάδα, εξαντλημένη οικονομικά και στρατιωτικά από μια δεκαετία συνεχών πολέμων, ανέλαβε να επιβάλει μόνη της τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών σε έναν αντίπαλο που έδινε αγώνα εθνικής επιβίωσης.

 

Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε καθοριστικός, καθώς εμπόδισε την εθνική συνεννόηση και τη χάραξη μιας κοινής στρατηγικής. Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις βαρύνονται ιδιαίτερα για την άφρονα διαχείριση της εκστρατείας σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο: δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν με ρεαλισμό μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή, ενώ η διεθνής συγκυρία αποδείχθηκε αμείλικτη για τα ελληνικά σχέδια.

Το αποτέλεσμα ήταν μια εθνική τραγωδία, που σφράγισε την απώλεια της Μικράς Ασίας και τον ξεριζωμό του ελληνισμού από τις πατρογονικές του εστίες.

 




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις