Η Μάχης της Κ Ρ Η Τ Η Σ,β΄μέρος
Την πρωτοφανή αντίσταση του ντόπιου πληθυσμού στους Γερμανούς με τη χρήση γεωργικών και άλλων εργαλείων, τις μεγάλες απώλειες και των δύο πλευρών και την πανωλεθρία των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που σχεδόν αποδεκατίστηκαν και ουσιαστικά δεν πήραν μέρος σε κάποια άλλη αποστολή ως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Γερμανός στρατηγός Μάιντλ, αν και τραυματισμένος, έχει αντιληφθεί τη στρατηγική αξία του Υψώματος 107, το οποίο υπερασπίζεται το 22ο Τάγμα Νεοζηλανδών. Τη νύχτα της 20ής προς 21η Μαΐου, οι Γερμανοί εξαπολύουν επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον του υψώματος, που βρίσκεται νότια του αεροδρομίου του Μάλεμε. Η μάχη είναι σφοδρή και οι Νεοζηλανδοί βάλλονται από πολλές πλευρές.
Ο διοικητής τους, αντισυνταγματάρχης Άντριου, χωρίς ασύρματη επικοινωνία με τα υπόλοιπα τμήματα και φοβούμενος περικύκλωση, διατάζει υποχώρηση, εγκαταλείποντας ουσιαστικά το Μάλεμε. Η απόφαση αυτή, που θα επικριθεί έντονα αργότερα, σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή του τέλους για την άμυνα της Κρήτη κατά τη Μάχη της Κρήτης.
Το αεροδρόμιο του Μάλεμε μένει πλέον ουσιαστικά ανυπεράσπιστο, δημιουργώντας για τους Γερμανούς μια κομβικής σημασίας βάση ανεφοδιασμού στρατευμάτων και πολεμικού υλικού.Από τις πρώτες πρωινές ώρες τα γερμανικά τα στούκας κάνουν εφορμήσεις και βομβαρδισμούς και άμεσα προσγειώνονται εκεί δεκάδες γερμανικά μεταγωγικά αεροσκάφη, μεταφέροντας συνεχώς νέες δυνάμεις και εφόδια.Υπολογίζεται ότι πεντακόσια περίπου μεταγωγικά μετέφεραν 10.000 άνδρες που αναπτύχθηκαν στην παραλία και στην κοίτη του Κερίτη ποταμού.
Η ισχυρή αυτή δύναμη αποτελεί πλέον τη βάση για την κατάληψη και άλλων καίριων σημείων του νησιού από τους Γερμανούς, καθώς και για τη διεξαγωγή χερσαίων επιθέσεων εναντίον των ελληνοσυμμαχικών τμημάτων, γεγονός που αλλάζει καθοριστικά την πορεία της Μάχη της Κρήτης.
Στον Γαλατά, όπου βρίσκεται το αρχηγείο των Νεοζηλανδών, συνεχίζονται οι σκληρές μάχες. Οι προσπάθειες των Γερμανών αποκρούονται με βαριές απώλειες.
Στο Ρέθυμνο, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, με βάση τα χωριά γύρω από το μικρό αεροδρόμιο της πόλης, επιχειρούν να καταλάβουν σημαντικά υψώματα. Ελληνοαυστραλιανές δυνάμεις, μαζί με τμήματα της Χωροφυλακής και Κρητικούς πολίτες, προσπαθούν να τους απωθήσουν. Η ίδια εικόνα σκληρών συγκρούσεων επικρατεί και στο Ηράκλειο.
Την επόμενη μέρα 23η Μάιου σημειώνονται εκ νέου σφοδροί βομβαρδισμοί και νέες ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Οι Γερμανοί επιχειρούν να εισβάλουν στο Ηράκλειο από την Πύλη των Χανίων. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις του φρουραρχείου, μαζί με πολίτες της πόλης, αντεπιτίθενται και τους αναγκάζουν να υποχωρήσουν.
Ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται, εμφανίζονται για πρώτη φορά συμμαχικά αεροσκάφη. Συγκεκριμένα, δώδεκα βρετανικά καταδιωκτικά απογειώνονται από την Αίγυπτος με προορισμό το Ηράκλειο. Ωστόσο, μόνο ένα καταφέρνει τελικά να προσγειωθεί, καθώς τα υπόλοιπα είτε καταρρίπτονται είτε αναγκάζονται να επιστρέψουν στις βάσεις τους.
Στις 25 Μαΐου οι Γερμανοί επιτίθενται εκ νέου στον Γαλατάς. Παρά την ηρωική άμυνα των Νεοζηλανδών, οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τελικά την περιοχή και οι υπερασπιστές της αναγκάζονται να υποχωρήσουν.
Η κατάσταση γίνεται πλέον δραματική. Το μέτωπο δυτικά των Χανιά προς το Μάλεμε έχει διασπαστεί και οι ελληνοσυμμαχικές δυνάμεις υποχωρούν συνεχώς. Στο Ρέθυμνο οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονται περικυκλωμένες και αποκομμένες, ενώ οι Βρετανοί και Αυστραλοί στρατιώτες που μάχονται εκεί αντιμετωπίζουν πλέον άμεσα τον κίνδυνο αιχμαλωσίας.
Μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, η νεοζηλανδική μεραρχία συνεχίζει την υποχώρησή της, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις, με ελάχιστα πλέον πολεμοφόδια, δέχονται αδιάκοπα πυρά και επιθέσεις από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της Μάχη της Κρήτης.
Ο Τσώρτσιλ, ο οποίος όλες αυτές τις ημέρες, είτε παρερμηνεύοντας τις ειδήσεις που έφταναν στην Αγγλία είτε αγνοώντας τη δραματική κατάσταση στο νησί, πίστευε ότι η Κρήτη μπορούσε ακόμη να κρατηθεί, πείθεται τελικά το πρωί της 27ης Μαΐου ότι η μάχη έχει ουσιαστικά χαθεί. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή στάσης παίζει η ανάγνωση του τηλεγραφήματος του Βρετανού στρατάρχη Ουέιβελ, το οποίο περιγράφει με σαφήνεια την κρίσιμη κατάσταση των συμμαχικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της Μάχη της Κρήτης.Ανέφερε ξεκάθαρα ότι το αεροδρόμιο του Μάλεμε είχε εγκαταλειφθεί, ότι η βρετανική παρουσία στη Σούδα βρισκόταν πλέον σε άμεσο κίνδυνο και ότι οι συμμαχικές δυνάμεις έπρεπε να αποσυρθούν προς το νότιο τμήμα της Κρήτη.
Το Ρέθυμνο ήταν αποκομμένο και χωρίς επαρκή εφόδια, ενώ το Ηράκλειο βρισκόταν περικυκλωμένο από τις εχθρικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της Μάχη της Κρήτης.
Στις 27 Μαΐου αρχίζει η εφαρμογή του σχεδίου αποχώρησης των συμμαχικών δυνάμεων από την Κρήτη. Τη νύχτα της 26ης προς 27η Μαΐου φτάνουν στη Σούδα τρία βρετανικά πλοία μαζί με Άγγλους καταδρομείς, προκειμένου να υποστηρίξουν την αποχώρηση των συμμαχικών τμημάτων. Λίγο αργότερα, η Σούδα και τα Χανιά περνούν στον έλεγχο των Γερμανών.
Στο Ρέθυμνο οι ελληνοαυστραλιανές δυνάμεις, αποκομμένες και χωρίς δυνατότητα ενίσχυσης, αναγκάζονται τελικά να παραδοθούν. Οι συμμαχικές δυνάμεις του Ηράκλειο επιβιβάζονται στις 28 Μαΐου σε βρετανικά πλοία, εγκαταλείποντας την πόλη.
Τη νύχτα της 29ης Μαΐου βρετανικά πολεμικά πλοία παραλαμβάνουν Βρετανούς και συμμάχους στρατιώτες από τα Σφακιά. Μέχρι τις 31 Μαΐου ολοκληρώνεται η αποχώρηση των περισσότερων συμμαχικών δυνάμεων από το νησί. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός στρατιωτών παραμένει πίσω και αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς.
Στο Ηράκλειο, που είναι από τις τελευταίες περιοχές όπου συνεχίζεται η αντίσταση, ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων ζητά συνθηκολόγηση. Πολλοί Έλληνες μαχητές της Μάχη της Κρήτης συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Ενώ αρκετοί αιχμάλωτοι πολέμου από τα μέτωπα της Ηπείρου και της Μακεδονίας αφήνονται αργότερα ελεύθεροι, πολλοί από τους Έλληνες στρατιώτες που πολέμησαν στην Κρήτη κρατούνται αιχμάλωτοι μέχρι τον Οκτώβριο του 1941.
Σε ό,τι αφορά τους Βρετανούς, η απώλεια της Κρήτη και της στρατηγικής της θέσης δεν ήταν καθόλου μικρή. Πολλοί υποστήριξαν ότι, αν είχε υπάρξει καλύτερη προετοιμασία της άμυνας του νησιού, τα αποτελέσματα της Μάχη της Κρήτης θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά. Η ελλιπής οχύρωση, η έλλειψη επαρκούς αεροπορικής κάλυψης και οι δυσκολίες στον συντονισμό των συμμαχικών δυνάμεων ήταν μερικά από τα σημεία για τα οποία ασκήθηκε έντονη κριτική στη βρετανική ηγεσία.
Ωστόσο, η μάχη εξελίχθηκε ταυτόχρονα και σε μια ιδιαίτερα αιματηρή δοκιμασία για τους επίλεκτους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Οι βαριές απώλειες που υπέστησαν περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα της Γερμανίας να χρησιμοποιήσει ξανά σε τόσο μεγάλη κλίμακα το συγκεκριμένο όπλο. Η εξέλιξη αυτή μείωσε τον κίνδυνο παρόμοιων αεραποβατικών επιχειρήσεων σε άλλες κρίσιμες περιοχές της Μεσογείου, όπως η Μάλτα, η Κύπρος και η Βόρεια Αφρική, αλλά και ενδεχομένως απέναντι στην ίδια τη Βρετανία.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου