Ο Πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα,ο Ο Π Λ Ι Σ Μ Ο Σ,Β΄ μέρος

  Η μονομαχία

Ο Τρωικός πόλεμος δεν αποτελεί μυθικό γεγονός,ασφαλώς όμως  δεν ήταν τόσο μεγάλος και καθοριστικός όπως τον περιγράφει ο Όμηρος.Ο πόλεμος κατά τη μυκηναϊκή εποχή ήταν ένας πόλεμος για βασιλιάδες,αριστοκράτες και μεγάλους ήρωες.Όλοι αυτοί έφταναν στη μάχη έφιπποι ή πάνω σε άρμα,κατέβαιναν  από αυτό και ξεκινούσαν τον αγώνα.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

 


Οι δυο στρατοί συμπλέκονταν, ο κάθε πολεμιστής πολεμούσε μονομαχώντας ξεχωριστά με τον εχθρό του. Δεν υπήρχαν σχηματισμοί, κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η δύναμη,η πολεμική ικανότητα και η προσωπική ανδρεία  του ατόμου.Κάθε παράταξη είχε τους ήρωές της, από τα κατορθώματα ή τα παθήματα των οποίων εξαρτιόταν το συλλογικό ηθικό και  φυσικά η έκβαση της μάχης.

Στην αρχή οι αντίπαλοι μονομάχοι έριχναν τα ακόντια τούς από απόσταση ο ένας στον άλλον με σκοπό να τον πλήξουν θανάσιμα.Μετά ορμούσαν με τα δόρατα,προφυλασσόμενοι πάντα με την ασπίδα και όταν αυτά έσπαζαν με τα ξίφη.Η εικόνα των ηρώων να μονομαχούν μπροστά σε όλο το στράτευμα είναι συνηθισμένη στα έπη του Ομήρου,από την έκβαση της μονομαχίας μπορούσε να έχει συμφωνηθεί να κριθεί και η μάχη.

Ο Έλληνας ήρωας συμμετέχει στον πολεμικό αγώνα για την πόλη του,βασική του όμως επιδίωξη είναι η προσωπική διάκριση,τα πολεμικά ανδραγαθήματα που θα του αποφέρουν τη δόξα και την υστεροφημία.

Από την μονομαχία των ομηρικών χρόνων οι Έλληνες πέρασαν στην οπλιτική φάλαγγα που κυριάρχησε στην ελληνική πολεμική τακτική για τέσσερις  αιώνες. Χάρη σε αυτήν νίκησαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα και στις Πλαταιές,ενώ αργότερα με τη δική του μακεδονική φάλαγγα ο Αλέξανδρος έγινε κυρίαρχος της Ανατολής.

 Γενικά με τον όρο φάλαγγα ονομάστηκε στην Ελλάδα η παραλληλόγραμμη διάταξη  μάχης με ιδιαίτερη οργάνωση από λογχοφόρους που πολεμούσαν σε πυκνή παράταξη με τα  δόρατά τους προτεταμένα, δημιουργώντας ένα τείχος δοράτων με οποίο μπορούσαν να πλήττουν τους εχθρούς από σχετικά ασφαλή απόσταση, όπως η Μακεδονική φάλαγγα που τελειοποίησε αυτή την τεχνική.  Οι οπλίτες τοποθετούνταν ο ένας δίπλα στον άλλον σχηματίζοντας ένα τείχος με τις ασπίδες τους, ενώ οι ώμοι τους ακουμπούσαν μεταξύ τους. Λόγω του σχήματος και του τρόπου στήριξης της ασπίδας κάθε οπλίτης κάλυπτε το μισό από το σώμα του, ενώ το υπόλοιπο μισό προστατευόταν από τον οπλίτη πού βρισκόταν στα δεξιά του. Επομένως κάθε οπλίτης ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του διπλανού του, γιατί αν δείλιαζε θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή ολόκληρης της φάλαγγας.Αυτός ο τρόπος μάχης έδενε τους συμπολεμιστές με ισχυρά αισθήματα αλληλεγγύης.Στη μάχη προχωρούσαν με ισχυρό βηματισμό, κραυγάζοντας ιαχές και συνθήματα,μέσα από τα οποία αντλούσαν δύναμη και συνοχή.Μιλάμε βέβαια για ανθρώπους με ένα διαφορετικό DNA από το σημερινό,με άλλους δείκτες φυσικής δύναμης και αντοχής. Οι τρεις – τέσσερις πρώτες σειρές της φάλαγγας είχαν τα  δόρατά τους στραμμένα προς τον αντίπαλο, ώστε ο επιτιθέμενος στη φάλαγγα να χρειαστεί να περάσει από τρεις τουλάχιστον αλλεπάλληλες σειρές αιχμών μέχρι να φτάσει στη πρώτη γραμμή της παράταξης. Οι τελευταίες σειρές είχαν τα δόρατά τους στραμμένα προς τα πάνω για να μην τραυματίσουν όσους βρίσκονταν στις προηγούμενες σειρές. Το μοναδικό μειονέκτημα της φάλαγγας είναι οι πλαϊνές πλευρές της, διότι λόγω της μετωπικής κατεύθυνσης των σειρών και του μεγάλου μήκους των δοράτων, δεν ήταν εφικτή η προστασία στο πλάι από τους ίδιους τους οπλίτες. Την κρίσιμη αποστολή της πλαγιοφύλαξης αναλάμβανε συνήθως το ιππικό, χάριν της ευελιξίας που διέθετε στην κίνηση.

 Η στρατηγική ευφυΐα του Μιλτιάδη ήταν αυτή που έφερε τη νίκη στον Μαραθώνα.Οι Αθηναίοι κατατρόπωσαν τους Πέρσες με τη διαφοροποιημένη φάλαγγά τους Ο στρατηγός Μιλτιάδης ενίσχυσε τα δύο άκρα και αδυνάτισε το  κέντρο,κάνοντας το αντίθετο από αυτό που γινόταν.Έτσι κατάφερε να περικυκλώσει και να εξουδετερώσει τους Πέρσες. Η μεγάλη όμως αλλαγή σημειώθηκε από τον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα ο οποίος επινόησε την τακτική της «λοξής φάλαγγας» η συγκέντρωση δηλαδή  μεγάλης δύναμης όχι στη δεξιά άκρη της παράταξης, αλλά στην αριστερή,ώστε να βρίσκονται απέναντι στο δυνατό δεξί κέρας της αντίπαλης παράταξης. Έτσι οι Θηβαίοι προκαλούσαν ρήγμα στην παράταξη των αντιπάλων και τους ανάγκαζαν σε φυγή.Ο Φίλιππος και αμέσως μετά ο Αλέξανδρος τελειοποίησαν τη φάλαγγα(μακεδονική),ισχυροποιώντας την,καθώς οι σάρισες των τριών πρώτων σειρών εκτείνονταν τουλάχιστον πέντε μέτρα μπροστά από το μέτωπό της.Το βάρος των ανδρών της έδινε μία ακαταμάχητη ορμή που ήταν πρακτικά αδύνατο να αποκρουστεί από μπροστά.


 

Η οπλιτική παράταξη αποτελούνταν από τρία βασικά τμήματα: το κέντρο, το δεξιό κέρας (ή πτέρυγα) και το αριστερό κέρας.Το δεξιό κέρας στελεχωνόταν πάντα από επίλεκτους. γιατί η συνοχή του ήταν κρίσιμη λόγω της τάσης των οπλιτών όλης της παράταξης να παρεκκλίνουν κατά τη μάχη προς εκείνη την κατεύθυνση,προκειμένου να καλύπτεται η δεξιά ευάλωτη πλευρά τους. Για αυτόν τον λόγο, ο διοικητής της φάλαγγας βρισκόταν συνήθως στη δεξιά πτέρυγα.Είναι χαρακτηριστικό ότι  κατά τη μάχη των Πλαταιών εναντίον των Περσών, οι Σπαρτιάτες επάνδρωσαν το δεξιό ελληνικό κέρας λόγω της πολεμικής δεινότητας τους. Οι οπλίτες των Αθηνών, της δεύτερης ισχυρότερης πόλης, κατέλαβαν την αριστερή πτέρυγα


Ο πελταστής ήταν είδος  πολεμιστή που εμφανίστηκε οπλισμένου με την πέλτη,ελαφριά θρακική ασπίδα η οποία είχε μία εσοχή σαν μισοφέγγαρο, σφεντόνα και τρία ακόντια, τα  οποία κρατούσε το ένα στο ένα χέρι και τα άλλα δύο στο άλλο χέρι μαζί με την ασπίδα.Η επιτυχία των πελταστών σε μάχες του Πελοποννησιακού οφειλόταν στη μεγάλη τους ευκινησία σε  σχέση με τη βαριά οπλιτική φάλαγγα, ιδιαίτερα σε ανώμαλο έδαφος όπου η φάλαγγα δεν μπορούσε να κρατήσει τη συνοχή της.

Στο πεδίο της μάχης το ιππικό αποτελούσε  βοηθητικό και μόνο όπλο.Στον αρχαίο κόσμο συνδέεται με τους πλούσιους και αριστοκράτες,τους μόνους που θα μπορούσαν να κατέχουν και  να συντηρούν άλογα. Επιπλέον στην αρχαϊκή εποχή το μικρό μέγεθος των ελληνικών ίππων, το ορεινό εδάφους και η απουσία αναβατήρα και σταθερής σέλας που καθιστούσαν δύσκολη την ισορροπία του αναβάτη, είχαν ως αποτέλεσμα οι ιππείς να μην μπορούν αποτελεσματικά να αντιπαρατεθούν στη πυκνή διάταξη των βαριά οπλισμένων πεζών της φάλαγγας. Ο ρόλος τους στις μάχες ήταν βοηθητικός, προστάτευαν τη φάλαγγα από περικύκλωση, καταδίωκαν τον ηττημένο εχθρό, παρενοχλούσαν την αντίπαλη φάλαγγα και μετέφεραν μηνύματα σαν αγγελιοφόροι.

Στη νότια Ελλάδα, λόγω και της μορφολογίας του εδάφους, δεν ευνοήθηκε η ανάπτυξη ιππικού.Η Αθήνα πολεμά στον Μαραθώνα χωρίς ιππικό. Αλλά και στις Πλαταιές η ελληνική στρατιά στερείται υποστήριξης ιππικού. Μετά τους περσικούς πολέμους οι πόλεις της νότιας Ελλάδας ανέπτυξαν ολιγάριθμα τμήματα ιππικού.


Αντίθετα κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο γίνεται χρήση του ιππικού για επιθέσεις σε εχθρικά τμήματα που κάνουν λεηλασίες.Οι ιππείς των Αθηναίων μεταφερόμενοι από το στόλο ήταν διαρκής απειλή για τα Πελοποννησιακά παράλια.

 Εξαίρεση αποτελούσαν οι πεδινές περιοχές της Θεσσαλίας και αργότερα της Μακεδονίας.Η Θεσσαλική πεδιάδα ήταν ιδανική περιοχή για τα άλογα και την  πολεμική τους χρήση.Ο ρόλος των Θεσσαλών ιππέων θα αναβαθμιστεί μετά την άνοδο της μακεδονικής ισχύος στο β΄μισό του 4ου π. Χ. όταν ο συνδυασμός του ιππικού με τους σαρισοφόρους της μακεδονικής φάλαγγας κατέστησε ξεπερασμένη την παλιά οπλιτική φάλαγγα. Την εποχή του Φιλίππου  αλλά ιδιαίτερα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το ιππικό χάνει το βοηθητικό του ρόλο παίρνοντας θέση στρατηγική, και σιγά σιγά αποκτά την ανεξαρτησία του ως Όπλο.

 

Ο οπλισμός

Ο οπλίτης  έφερε δύο λόγχες, από τις οποίες η μία ήταν συνήθως βαρύτερη και χρησιμοποιούνταν για τη μάχη σώμα με σώμα. Η ελαφρότερη χρησιμοποιούνταν συχνά ως ακόντιο.Το ξίφος ήταν ένα βοηθητικό όπλο  και χρησιμοποιούταν αν έσπαγε το βασικό επιθετικό όπλο που ήταν το δόρυ.Το ακόντιο ήταν ένα όπλο σαν το δόρυ, αλλά βραχύτερο και ελαφρύτερο, το οποίο έριχναν εναντίον των αντιπάλων από απόσταση. Οι περικεφαλαίες ήταν πολύτιμες για την προστασία του κεφαλιού, είχαν το μειονέκτημα ότι ήταν βαριές και περιόριζαν το οπτικό πεδίο των πολεμιστών,ιδίως στους σχηματισμούς της φάλαγγας. Η ασπίδα είχε μεγάλο μέγεθος καλύπτοντας τον πολεμιστή  από το πηγούνι μέχρι τα γόνατα.Ήταν κυκλική,κυρτή απέξω ώστε να εξοστρακίζονται τα εχθρικά χτυπήματα.Αρχικά απλώς ενισχυμένη με φύλλα μπρούντζου  αλλά στην κλασική εποχή ήταν σχεδόν εξολοκλήρου ορειχάλκινη. Ο πολεμιστής την κρατούσε  περνώντας  το μπράτσο   από τη λαβή και και  όπως ήταν  κυρτή  «αγκάλιαζε» το σώμα του πολεμιστή.

 


Θώρακας-πανοπλία: Αρχικά ήταν μεταλλικός και συνεπώς πολύ ακριβός και βαρύς. Προοδευτικά θα χρησιμοποιηθεί ο λινός θώρακας,ελαφρύς και φθηνός, τον οποίο μπορούσαν να κατασκευάσουν και να συντηρήσουν μόνοι τους οι οπλίτες  αφενός γιατί η χρήση της μεγάλης ασπίδας καθιστούσε περιττή τη βαριά θωράκιση του σώματος επειδή μέσα στην φάλαγγα ο καθένας προστατευόταν από την ασπίδα του διπλανού του αλλά και γιατί ήταν ιδιαίτερα αυξημένο το κόστος αγοράς και κατασκευής μεταλλικών θωράκων. Η διεξαγωγή των πολέμων το καλοκαίρι καθιστούσε δύσκολη την χρήση βαριού θώρακα και έτσι από τον 5ο αιώνα επικράτησαν  οι «σύνθετοι» θώρακες,δηλαδή λινοί με ορειχάλκινες επενδύσεις.

Κνημίδες ονομάζονταν τα καλύμματα των κνημών, που προστάτευαν δηλαδή τις κνήμες από τα βλήματα και τα βέλη των αντιπάλων. Ήταν ορειχάλκινες ή δερμάτινες και μάλλινες και σφίγγονταν γύρω από το πόδι.

 

ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΑ

Οι καταπέλτες ήταν μηχανές που μπορούσαν να πετάνε πέτρες, φλεγόμενα υλικά, σιδερένιες μπάλες για να πλήξουν τα τείχη ή την εχθρική διάταξη.και εχθρών.Οι βαλλίστρες χρησιμοποιούνταν για να πετυχαίνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον στόχο με ένα ή και περισσότερα ακόντια.

Οι πολιορκητικοί κριοί ήταν μηχανές σχεδιασμένες να καταστρέφουν τείχη αλλά κυρίως να σπάνε κλειστές πύλες. Ο πιο απλός ήταν ένα μακρύς μυτερός κορμός δέντρου που μετέφεραν στρατιώτες,μπορούσε όμως να είναι και τροχήλατος

Χελώνες ονομαζόταν ειδικά οχήματα που μετέφεραν οπλίτες ή και μηχανικούς κοντά στα πολιορκούμενα τείχη.Πρόσβαλαν τα τείχη ή άνοιγαν λαγούμια Χρειαζόταν φυσικά ιδιαίτερα καλή αντοχή στις βολές των πολιορκούμενων, όπως και επικάλυψη με δέρματα ώστε να είναι άκαυστα.

Πολιορκητικοί ξύλινοι  πύργοι που μεταφέρονταν ή και κατασκευαζόταν δίπλα στα εχθρικά τείχη ώστε να ξεπεράσουν το πρόβλημα ύψους και να προσεγγίσουν το επίπεδο των αμυνομένων. Ήταν συνήθως επενδυμένοι με δέρματα ώστε να είναι όσο το δυνατόν άκαυστοι και είχαν ανοίγματα ειδικά για τοξότες, για εφόδους και για χρήση καταπελτών.

Στις μάχες χρειάζονταν κάρα-άρματα,διαφορετικά από αυτά της ειρηνικής ζωής.Φτιάχναν άρματα μονοθέσια, διθέσια αλλά και τριθέσια που σέρνονταν από ένα ή και περισσότερα άλογα. Το άρμα το οδηγούσε ένας άνδρας προσπαθώντας να κινηθεί με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. 

Μεγάλη χρήση  είχαν τα άρματα στις πολεμικές εφόδους  πριν από το 1000 π.Χ., όπως προκύπτει από τα ομηρικά έπη που αναφέρονται στον τρωϊκό Πόλεμο και από τις μυκηναϊκές τοιχογραφίες, 

Πάντως, τα άρματα επανεμφανίστηκαν  στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής (3ος -1ος π.Χ. αιώνες), ενώ στους γεωμετρικούς, αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους (10ος-4ος π.Χ. αιώνες) ουσιαστικά τα άρματα δεν χρησιμοποιούνταν στο πεδίο των μαχών. 

 

Ο  πόλεμος στη θάλασσα


Από τα παλιά  χρόνια οι άνθρωποι στηρίζονταν στη θαλάσσια μετακίνηση.Χρησιμοποιούσαν τα πλοία για να μεταφέρουν εμπορεύματα αλλά και για να πολεμούν με αντίπαλους λαούς. Επειδή υπήρχαν κίνδυνοι στη θάλασσα από τις επιθέσεις ομάδων ληστών ή επιθέσεις εχθρικών λαών, αναπτύχθηκε η πολεμική ναυπηγική. Τα πολεμικά πλοία επίσης χρησίμευαν και για την κατάκτηση καινούργιων εδαφών.

Το πόσο σημαντικό  στοιχείο ήταν η πολεμική ισχύς μέσω της θάλασσας το κατανοεί πρώτος ο Θεμιστοκλής ερμηνεύοντας το χρησμό των Δελφών «περί του ξύλινου τείχους» που θα σώσει την Αθήνα από τους Πέρσες.Και ενώ οι περισσότεροι σκέφτονται την κατασκευή τείχους,ο δαιμόνιος στρατηγούς προτείνει και τους πείθει να φτιάξουν ισχυρό στόλο αποτελούμενο από τις περίφημες τριήρεις. Το μικρό και ευκίνητο αυτό όπλο μπορούσε να κινηθεί γρήγορα σε στενά,να κάνει ελιγμούς,στροφές και αναστροφές και χάρη σε αυτές τις τριήρεις οι Αθηναίοι κατανίκησαν τον περσικό στόλο στη Σαλαμίνα.Η Αθήνα από τότε ουσιαστικά θα γίνει η πρώτη ναυτική δύναμη,γεγονός που θα τη βοηθήσει αργότερα να ηγεμονεύσει στον ελληνικό χώρο.

Τα πρώτα σημαντικά πλοία που επινοήθηκαν ήταν οι τριακόντοροι, πλοία με 30 κουπιά(15 από κάθε πλευρά) και μετά οι πεντηκόντοροι, πλοία με 50 κουπιά (25 κουπιά σε κάθε πλευρά). Οι πεντηκόντοροι χρησιμοποιούνταν τόσο για τη μεταφορά αγαθών όσο και σε πολεμικές εκστρατείες. Ο ρόλος τους ήταν  σημαντικός, εξαιτίας της ικανότητας που είχαν να πλέουν σε αντίθετα θαλάσσια ρεύματα και να αντιμετωπίζουν εχθρικά πλοία κατά μήκος επικίνδυνων ακτών και περασμάτων. Ήταν τα πιο κατάλληλα για επιδρομές, για πειρατεία και για τη μεταφορά αγαθών και στρατευμάτων. Θεωρούνταν τα κατεξοχήν πολεμικά πλοία πριν από την εμφάνιση της τριήρους.

 Η περίφημη Τριήρης

Η τριήρης κατασκευάστηκε πρώτα από τον Κορίνθιο ναυπηγό Αμεινοκλή, αλλά εξελίχθηκε από τους Αθηναίους. Αποτέλεσε το ταχύτατο αρχαίο κωπήλατο πολεμικό πλοίο, με τρεις σειρές κωπηλατών (ερετών), που στον ελληνικό χώρο κατανέμονταν σε ισάριθμα καταστρώματα.Η τριήρης χρησιμοποιήθηκε για πάνω από 400 χρόνια (700-300 π.Χ.), οπότε υποσκελίστηκε από τις βαρύτερες γαλέρες.

 Η κίνηση της γινόταν συνδυαστικά και από τα κουπιά και από τα δυο πανιά που διέθετε.Η τριήρης ήταν πλοίο μακρόστενο, ταχύ, χαμηλό, με ρηχή καρίνα και γενικά σχετικά ελαφριά και απλή κατασκευή.Το μήκος του κυμαινόταν από 33 έως 43 μέτρα, το πλάτος του 3,5-4,4 μέτρα, το ύψος του 2,1-2,5 μέτρα.Στο μπροστινό μέρος του πλοίου υπήρχε τοποθετημένο ένα  ξύλινο έμβολο επενδεδυμένο με ορείχαλκο, το οποίο χρησιμοποιούνταν για εμβολισμό των πλοίων σε ναυμαχίες.Στην πλώρη ήταν ζωγραφισμένοι δύο οφθαλμοί που προσωποποιούσαν το πλοίο ως ένα φυσικό ον.


Η δύναμη της βασιζόταν στους περίπου 170 κωπηλάτες οι οποίοι κάθονταν στις δύο πλευρές του πλοίου και ήταν χωρισμένοι σε τρία επίπεδα. Όσοι ήταν στην επάνω σειρά ονομαζόταν «θρανίτες», όσοι ήταν στο εσωτερικό του πλοίου λέγονταν«ζύγιοι» και όσοι ήταν κάτω από τους ζυγίους «θαλάμιοι». Στο πλοίο επέβαινε μια ομάδα κρούσης που αποτελείτο από δέκα οπλίτες και τέσσερις τοξότες. Επίσης Επίσης υπήρχαν δέκα ναύτες οι οποίοι χειρίζονταν τα δύο ιστία.   


 Το μοναδικό λειτουργικό αντίγραφο της αθηναϊκής τριήρους του 5ου αιώνα π.Χ. η τριήρης "Ολυμπιάς"που μάλιστα κάνει και ταξίδια με κωπηλάτες τους ίδιους του πολίτες

 

Τον ιδιαίτερο ρόλο των θρανιτών τονίζει ο Ξενοφώντας καθώς ήταν εκτεθειμένοι στον εχθρό και στα καιρικά φαινόμενα. Επικεφαλής του πλοίου ήταν ο Τριήραρχος, ο οποίος ήταν συνήθως εύπορος πολίτης που αναλάμβανε τα έξοδα συντήρησης του σκάφους και καθόταν στην πρύμνη σε θρόνο.   Σημαντικό ρόλο έπαιζε ο πρωρεύς, ο οποίος βρισκόταν στην πλώρη και έδινε πληροφορίες για την πορεία του πλοίου.Ο κελευστής ήταν υπεύθυνος για το ρυθμό της κωπηλασίας και μετέφερε τις εντολές του καπετάνιου.Υπήρχε ακόμη ο τριηραύλης που με το παίξιμό του αυλού του ρύθμιζε τις κινήσεις των κωπηλατών


Οι ναύτες στις ελληνικές τριήρεις είναι πολίτες και όχι δούλοι ή κατάδικοι,όπως αργότερα στα ρωμαϊκά χρόνια. Αν χρειαζόταν η απασχόληση δούλων, τότε αυτοί απελευθερώνονταν πρώτα. Έτσι δεν ήταν δεμένοι στις θέσεις,έφεραν οπλισμό ιδίως οι θρανίτες, μάχονταν ή σε επιθετικό ή σε αμυντικό επίπεδο.και έπαιρναν μέρος στη μάχη καταστρώματος σε περίπτωση ρεσάλτου. 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις