Ο πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα,Α΄ μέρος
Ο πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα
Στην αρχαία Ελλάδα ο πόλεμος αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας και είχε τις ρίζες του στην ίδια την οργάνωση των πόλεων-κρατών. Πολεμούν πολύ συχνά γιατί έτσι έχουν μάθει,γιατί έτσι είναι ο κόσμος τους και η ζωή τους.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας της πόλης της προκλασικής και κλασικής Ελλάδας είχε ανάμιξη στην πολεμική προσπάθεια, σε αντίθεση με παλιότερες εποχές, όπως ήταν η μυκηναϊκή και οι «σκοτεινοί αιώνες»,όπου ο πόλεμος ήταν κατά βάση υπόθεση των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, των πολεμικών ελίτ της κάθε κοινωνίας.
Γενεσιουργός αιτία του πολέμου είναι η οικονομία.Οι οικονομικές ανάγκες που οδηγούσαν στον πόλεμο ήταν κυρίως η κατοχή γης, η αρπαγή μέσων παραγωγής και αγαθών και η εξουδετέρωση πιθανών εμπορικών ανταγωνιστών.Σκοπός δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή της αντίπαλης πόλης, αλλά η υποταγή της, ώστε να πληρώνει φόρο υποτέλειας
Στην αρχαϊκή και κλασική εποχή, όταν οι κοινότητες άρχισαν να μεγαλώνουν, να οργανώνονται καλύτερα ήταν φυσιολογικό να υπάρχουν συνεχείς προστριβές μεταξύ τους. Αιτία ήταν η ανεπάρκεια των πόρων και η ίδια η φύση των ελληνικών πόλεων κρατών. Οι Αθηναίοι για παράδειγμα βρίσκονται σε μόνιμη προστριβή με τους γείτονές τους,από τη μια τους Βοιωτούς,από την άλλη τους Μεγαρείς αλλά και με τους Αιγηνήτες.Οι Σπαρτιάτες από την άλλη ήταν σε εμπλοκή με τους Μεσσήνιους και είχαν πάντα υπό την φρούρησή τους τους είλωτες.
Για κοινωνίες που ανέπτυξαν σπουδαίο πολιτισμό όπως συνέβη με τις ελληνικές πόλεις-κράτη ο πόλεμος δεν θα μπορούσε να είναι μια ανεξέλεγκτη εκδήλωση τυφλής βίας, αλλά να υπόκειται σε ένα άγραφο «δίκαιο» που η εφαρμογή του η μη είχε σχέση με την εποχή και τις περιστάσεις της μάχης.Οι πόλεμοι είχαν μια θρησκευτική διάσταση μέσω της οποίας υπήρχε μια νομιμοποίηση για το δίκαιο του αγώνα αλλά και για την επιτυχία αυτού.Οι άνθρωποι ζητούν τη βοήθεια των Θεών για την πολύ επικίνδυνη υπόθεση του πολέμου πριν ξεκινήσει αυτός.Κάθε αρχηγός ή στρατηγός θέλει να δικαιολογήσει και να στηρίξει την αιτία πολέμου με πειστικό τρόπο,επικαλούμενος τους Θεούς και ζητώντας τη βοήθειά τους.
Η εξέλιξη του πολέμου ακολουθεί την εξέλιξη των πολιτευμάτων και επηρεάζει κατά πολύ την πολιτειακή οργάνωση των Ελλήνων. Από τους πολέμους που πρωταγωνιστές ήταν οι βασιλιάδες και οι ευγενείς στα ομηρικά χρόνια και μέχρι και τον 8ο αιώνα και που το πολίτευμα ήταν η βασιλεία και η αριστοκρατία θα περάσουμε στους πολέμους με βασικό όπλο τη φάλαγγα όπου πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν οι ελεύθεροι πολίτες. Εφόσον όλο και περισσότεροι συμμετείχαν ενεργά στις ένοπλες συγκρούσεις ήταν σε θέση να εγείρουν αξιώσεις για συμμετοχή στη διεύθυνση των πολιτικών πραγμάτων πράγμα που στο τέλος του 6ου αιώνα συνέβαλε σε πολλές περιπτώσεις στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών πολιτευμάτων
Η κήρυξη του πολέμου γινόταν με επίσημο τρόπο με την αποστολή κηρύκων και θεωρείται άτιμη η έναρξη επιχειρήσεων χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Οι εμπόλεμοι έπρεπε να δείξουν σεβασμό σε οτιδήποτε σχετιζόταν με τη λατρεία των θεών και ιερών χώρων.Ναοί, τύμβοι, περιοχές αφιερωμένες σε θεούς, ιερά αναθήματα, ακόμα και ολόκληρες πόλεις, βρίσκονταν στο απυρόβλητο και οποιαδήποτε πράξη σε βάρος τους θεωρούνταν ασέβεια. Δεν ήταν εξάλλου, λίγοι οι καταδιωκόμενοι που κατάφερναν τελικά να σώσουν τη ζωή τους καταφεύγοντας ως ικέτες σε ναούς και ιερούς χώρους. Ωστόσο στον ιδιαίτερα σκληρό και άγριο πελοποννησιακό πόλεμο που ουσιαστικά ήταν ένα πανελλήνιος πόλεμος,παρατηρείται μια εξαχρείωση των ηθών που σήμαινε ότι δεν ήταν πάντα σεβαστή η ζωή των ικετών ή η ακεραιότητα ιερών τόπων.
Η τύχη των αιχμαλώτων ήταν προδιαγεγραμμένη, είτε θα εξοντώνονταν, είτε θα κρατούνταν για να γίνει ανταλλαγή με άλλους αιχμαλώτους,είτε θα πωλούνταν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα,κάτι που έγινε κανόνας στα μετέπειτα χρόνια.
Η μάχη αυτή καθεαυτή δεν είχε πολύ μεγάλη διάρκεια λόγω ίσως του γεγονότος ότι κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η ανθρώπινη δύναμη.Το τέλος της σήμαινε και τον απολογισμό των απωλειών. Παρά τη σκληρότητα που επικρατούσε, οι απώλειες δεν ήταν μεγάλες για τους ηττημένους και φυσικά για τους νικητές.Αυτό οφειλόταν στην αδυναμία της καταδίωξης των ηττημένων που οπισθοχωρούσαν,σπανίως θα ριψοκινδύνευε η φάλαγγα των νικητών να κυνηγήσει τους εχθρούς της γιατί κάτι τέτοιο θα την εξέθετε σε περιττούς κόπους και απώλειες τη στιγμή που η έκβαση της μάχης ήδη είχε κριθεί. Μετά τη μάχη επικρατούσε ένα είδος «ευ αγωνίζεσθαι» με την έννοια ότι δινόταν ο χρόνος και το περιθώριο και στον ηττημένο να περιμαζέψει τους νεκρούς και τραυματίες. Η περισυλλογή και ταφή των νεκρών αποτελούσε ένα ιερό δημόσιο καθήκον, για το οποίο υπεύθυνοι ήταν οι στρατηγοί.
Συνήθεια ισχυρή ήταν οι νικητές να στήνουν τρόπαιο νίκης που περιλάμβανε και όπλα από τα λάφυρα των ηττημένων και λειτουργούσαν ως αναθήματα στους τοπικούς ναούς και στα μεγάλα πανελλήνια ιερά, έτσι ώστε να διαιωνισθεί η ανάμνηση της νίκης. Συνέβαινε κάποιες φορές,ιδιαίτερα το συναντούμε στον πελοποννησιακό πόλεμο, δυο αντιμαχόμενοι να στήνουν και οι δυο τρόπαιο διεκδικώντας τη νίκη,όταν ο μεταξύ τους αγώνας ήταν αμφίρροπος.
Η στράτευση -ο Οπλίτης
Κάθε νέος της Αθήνας, όταν συμπλήρωνε το 18ο έτος της ηλικίας του, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία ως έφηβος δηλαδή νέος στρατεύσιμος μαζί με άλλους νέους της φυλής του. Την εκπαίδευσή τους αναλάμβαναν κάποιοι πατέρες που είχαν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας τους και οι οποίοι κρινόταν ότι είναι οι καλύτεροι και οι καταλληλότεροι να αναλάβουν τους εφήβους.
Μετά τη συμπλήρωση της διετούς στρατιωτικής τους θητείας, όλοι οι Αθηναίοι πολίτες παρέμεναν έφεδροι για 40 χρόνια, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να κληθούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Η κατάταξή τους γινόταν ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση,οι πλούσιοι υπηρετούσαν συνήθως στο ιππικό φέρνοντας το άλογό τους, το οποίο και συντηρούσαν μόνοι τους. Όσοι μπορούσαν να αγοράσουν ακριβό οπλισμό συνιστούσαν το βαρύ πεζικό, τους οπλίτες. Οι υπόλοιποι υπηρετούσαν είτε στα σώματα του ελαφρού πεζικού είτε ως κωπηλάτες στο ναυτικό.
Στη Σπάρτη βέβαια η στρατιωτική εκπαίδευση ξεκινούσε από την πολύ μικρή ηλικία των 7 ετών,όταν το παιδί έφευγε από την οικογένειά του και ζούσε σε αγέλες-ομάδες.Τα αγόρια γυμνάζονταν συνεχώς και μάθαιναν να ζουν λιτά. Η γυμναστική περιλάμβανε τρέξιμο, πήδημα, πέταγμα ακοντίου και δίσκου. Έπρεπε να αντέχουν στον πόνο, στις ελλείψεις φαγητού και νερού, στο κρύο και στην έλλειψη ύπνου. Τα αγόρια δεν μπορούσαν να κάνουν ζεστό μπάνιο,φορούσαν το ίδιο χιτώνα και κοιμούνταν πάνω σε καλαμιές, τις οποίες συγκέντρωναν στον Ευρώτα. Στην εκπαίδευση των νεαρών συμμετείχαν και γέροντες, οι οποίοι οργάνωναν αγώνες μεταξύ των νεαρών και σκόπιμα τους μάλωναν, έτσι ώστε να μάθουν αν είναι θαρραλέοι ή όχι. Μόλις τα αγόρια έκλειναν το 20ο έτος της ηλικίας τους, η Αγωγή ολοκληρωνόταν. Μετά την Αγωγή ακολουθούσε η στρατιωτική θητεία, η οποία είχε διάρκεια δέκα ετών. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, τα αγόρια γίνονταν μέλη των συσσιτίων (τα οποία αποτελούνταν από 15 άτομα), των κοινών γευμάτων των Σπαρτιατών. Τα μέλη των συσσιτίων ζούσαν και δειπνούσαν μαζί σε κοινό καταυλισμό μέχρι τα εξήντα,οπότε τότε ολοκληρώνονταν και οι στρατιωτικές υποχρεώσεις τους.
Οι οπλίτες κατάγονταν από τις μεσαίες τάξεις των ελεύθερων πολιτών, που ήταν η πιο σημαντική και ανερχόμενη πολιτική δύναμη των πόλεων-κρατών. Οι οπλίτες όπως και οι κωπηλάτες έπαιρναν ένα οικονομικό αντίτιμο για τη συμμετοχή τους στη μάχη.Προοδευτικά από τον πελοποννησιακό πόλεμο και μετά άρχισε η χρήση μισθοφόρων που μπορεί να ήταν οικονομικότεροι αλλά και πιο χρήσιμοι για συγκεκριμένους στρατιωτικούς λόγους.Μισθοφόροι ήταν συνήθως οι πελταστές.Χαρακτηριστική περίπτωση μισθοφόρων ήταν οι "Μύριοι" του Ξενοφώντα, οι 10.000 Έλληνες μισθοφόροι από την Πελοπόννησο οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους το 401 π.Χ. στον Πέρση διεκδικητή του θρόνου Κύρο και πολέμησαν στη μάχη στα Κούναξα της Περσίας.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου