ΡΩΜΑΝΟΣ Δ΄ ΔΙΟΓΕΝΗΣ
ΡΩΜΑΝΟΣ Δ΄ ΔΙΟΓΕΝΗΣ(1030-1072)
Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης εκπροσωπεί τους στρατιωτικούς. Στο πρόσωπό του και στη σύντομη και τραγική βασιλεία του ενσαρκώνεται μια προσπάθεια αντιστροφής του κλίματος της παρακμής και αντιμετώπισης των κινδύνων που απειλούσαν τα ανατολικά σύνορα. Ήταν γόνος πλούσιας στρατιωτικής οικογένειας, είχε διακριθεί στον πόλεμο, αντιμετωπίζοντας αποφασιστικά τους Πετσενέγκους, είχε αποπειραθεί να κάνει πραξικόπημα μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα και για αυτό το λόγο δικάστηκε και τιμωρήθηκε. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η όμορφη αυτοκράτειρα Ευδοκία εντυπωσιάστηκε από τον Ρωμανό. Από τότε το όνομά του συζητούνταν συνέχεια στην Πόλη, ως του ανθρώπου που θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στα πράγματα.
Είναι σίγουρο ότι βασικό κριτήριο στην επιλογή του Ρωμανού από την Ευδοκία ήταν όχι μόνο η προσωπικότητα του Ρωμανού, αλλά και η συναίσθηση από πλευράς της, του κινδύνου που αντιμετώπιζε το κράτος υπό την απειλή των εξωτερικών εχθρών του και τη διάλυση του στρατού. Οι γραφειοκράτες του παλατιού θα δεχτούν την επιλογή αυτή, κάτω από τη πίεση των γεγονότων και με επικεφαλής το Ψελλό, θα συνεχίσουν να ελέγχουν την κατάσταση και να προσαρμόζουν τις κινήσεις τους ανάλογα με τις εξελίξεις.
Εμπόδιο στο γάμο της Ευδοκίας με το Ρωμανό ήταν ο όρκος που είχε δώσει, λίγο πριν το θάνατο του συζύγου της, ότι δε θα ξαναπαντρευτεί, για να ανεβούν στο θρόνο τα ανήλικα παιδιά της. Ο όρκος είχε δοθεί εγγράφως και βρισκόταν στα χέρια του πατριάρχη Ιωάννη Ξιφιλίνου. Η Ευδοκία με τέχνασμα κατόρθωσε να παρακάμψει τον όρκο: έπεισε τον πατριάρχη ότι επρόκειτο να παντρευτεί τον αδερφό του Βάρδα, ένα μέτριο έως ανάξιο τύπο. Ο πατριάρχης της έδωσε τη γραφή του όρκου για χάρη του <<κοινού καλού>>. Όλοι βρέθηκαν προ τετελεσμένου: Tην Πρωτοχρονιά του 1067 ο Ρωμανός εισήλθε ένοπλος στο παλάτι και παντρεύτηκε την αυτοκράτειρα, ενώ την άλλη μέρα στέφτηκε αυτοκράτορας. Έτσι ξεκίνησε η βασιλεία του, που θα αποδειχτεί βραχύβια αλλά καθοριστική για την ιστορία της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.
Κύριο μέλημα του Ρωμανού ήταν η αντιμετώπιση των Τούρκων. Αυτή ήταν η μοναδική του έγνοια, για αυτό επιλέχτηκε, αυτό περίμενε κι ο λαός να κάνει. Ο ίδιος διεξήγαγε μια μεγάλη εκστρατεία το 1068, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το 1069 και τη μοιραία εκστρατεία του 1071. Σε όλη τη διάρκεια αυτών των ετών ήξερε ότι από την επιτυχία της αποστολής του θα κρίνονταν το μέλλον και της αυτοκρατορίας αλλά και το δικό του. Θα μπορούσε κανείς να πει κανείς ότι αυτός, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ήταν αυτοκράτορας με προθεσμία αλλά και με όρους. Πιθανή αποτυχία θα έδινε την ευκαιρία στους γραφειοκράτες να πάρουν πάλι το πάνω χέρι στην εξουσία…
Στην προσπάθεια του για την επιτυχία της αποστολής του είχε δυο μεγάλα θέματα. Το πρώτο ήταν η κατάσταση του βυζαντινού στρατού. Τέσσερις μόλις δεκαετίες μετά την ένδοξη εποχή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου (975-1025), το σύνολο του στρατού δεν είχε καμιά σχέση με αυτόν του παρελθόντος. Ο ταγματικός στρατός, που μέχρι πρόσφατα πολεμούσε στη Δύση αποτελούνταν κυρίως από μισθοφόρους. Ο Ρωμανός ήλπιζε να αντλήσει νέες δυνάμεις με την αναδιοργάνωση του στρατού των θεμάτων, ο οποίος είχε αποδιοργανωθεί την προηγούμενη εικοσαετία. Όμως το θέαμα που αντίκρισε κατά την προετοιμασία της εκστρατείας του 1068 ήταν αποκαρδιωτικό. Οι επίστρατοι του θεματικού στρατού ήταν φτωχά οπλισμένοι, απείθαρχοι και ανεκπαίδευτοι, ανίκανοι για μια σοβαρή προσπάθεια για την επανάκτηση των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας.
Ο ταγματικός στρατός έπρεπε να εκπαιδευτεί σε ένα νέο είδος πολέμου με νομάδες. Ο θεματικός στρατός χρειαζόταν, πολύ περισσότερο αυτός, χρόνο και εκπαίδευση. Η πίεση όμως των γεγονότων ήταν μεγάλη. Ο Ρωμανός, φλογερός και ασυγκράτητος, βιαζόταν, όχι αδικαιολόγητα, να φέρει αποτελέσματα εναντίον των Τούρκων και του νέου ηγέτη τους Αλπ Αρσλάν. Η προσωπική πολεμική φιλοσοφία του συνίστατο στην άμεση δράση για την άμεση καταδίωξη. Το επιχειρησιακό του σχέδιο όμως είχε κενά και γεννούσε ερωτηματικά. Ο στρατός θα προχωρούσε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη ευκινησία για να αντιμετωπίσει τους ευέλικτους Σελτζούκους. Απουσίαζε η κατάρτιση ενός οργανωμένου σχεδίου που θα λάμβανε σοβαρά υπόψη τις ιδιαιτερότητες του πολέμου και θα προσαρμοζόταν στην τακτική του εχθρού. Ο αυτοκράτορας, αν και με στρατιωτική εμπειρία, εντούτοις δεν είχε τις απαραίτητες επιτελικές γνώσεις για τη σύλληψη του κατάλληλου σχεδίου και την οργάνωση επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας σε δύσβατα εδάφη. Προβλήματα υπήρχαν και με τη συνεργασία των μονάδων και των διοικητών τους μεταξύ τους. Κυριαρχούσε η νοοτροπία να μην κινδυνεύει η κάθε μονάδα για τις άλλες μονάδες. Η λογική αυτή επέφερε πλήγμα στην ομοψυχία και συνεργασία του στρατεύματος. Μεγάλο μειονέκτημα θα αναδειχτεί το μέτριο ως κακό έργο των ανιχνευτών του στρατού, που ο ρόλος τους ήταν πολύ σημαντικός σε μια τέτοια εκστρατεία.
Το άλλο μεγάλο θέμα ήταν αυτός ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός που βρισκόταν στα χέρια των γραφειοκρατών και συγκεκριμένα του Ψελλού. Ο υπέρτιμος φιλόσοφος σε συνεργασία με Ιωάννη Δούκα (αδελφό του αυτοκράτορα Κων/νου Δούκα), με συνεχείς σκευωρίες και τακτικισμούς υπέσκαπταν τις προσπάθειες του Ρωμανού Δ΄. Ο Διογένης διέπραξε ένα βασικό σφάλμα: διατήρησε στην αυλή τον Ψελλό, τον καίσαρα-Ιωάννη Δούκα και τους οπαδούς τους, οι οποίοι αντιστρατεύονταν την πολιτική του, είτε κρυφά είτε με φανερό τρόπο, με αποτέλεσμα οι κινήσεις του αυτοκράτορα να μην αποδίδουν τα αναμενόμενα.
Γιατί δεν τους απομάκρυνε; Δεν ένιωθε δυνατός να κυβερνήσει χωρίς αυτούς; Δεν ήθελε να ξεκινήσει τη βασιλεία του με καθαιρέσεις και τιμωρίες; Κατόρθωσαν να τον πείσουν ότι είναι μαζί του, αρωγοί στις προσπάθειές του; Δε διέθετε το πολιτικό αισθητήριο για να κάνει αυτήν την κίνηση που, πρώτη από όλες, θα έκανε ένα άλλος; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το αποτέλεσμα ήταν η διαρκής υπονόμευσή του…
Πριν την καθοριστική μάχη στο Μαντζικέρτ θα προηγηθούν άλλες τρεις εκστρατείες με στόχο την επανάκτηση σημαντικών πόλεων και φρουρίων και ακολούθως τον εντοπισμό και την εξολόθρευση Τούρκων και Αράβων.Τα αποτελέσματα ήταν ήσσονος σημασίας,χωρίς να μπορεί μακροπρόθεσμα η αυτοκρατορία να επωφεληθει.Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Ατταλειάτης σημειώνει ότι οι Βυζαντινοί δεν αποσκοπούσαν να κατατροπώσουν τον εχθρό,δεν αξιοποιούσαν τα πλεονεκτήματα της νίκης πέρα από το όριο της συμπλοκής καθαυτής.Έτσι έδιναν διαρκώς στον εχθρό την ευκαιρία να διαφεύγει,να ανασυντάσσεται και να αντιμετωπίζει τις αδυναμίες του.
Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ
Οταν ο Ρωμανός ξεκίνησε την εκστρατεία του, άφηνε πίσω του μια Βασιλεύουσα που σε μεγάλο βαθμό συνωμοτούσε εναντίον του, ενώ οι 40.000 άνδρες στους οποίους βασιζόταν για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, ήταν ένα μείγμα από αυτοκρατορικά τάγματα, νεοσύλλεκτους, βασιλικούς φρουρούς, ιδιωτικά στρατεύματα γαιοκτημόνων και μισθοφόρους, με επικεφαλής όπως ο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ και ο Μάγιστρος Ιωσήφ Ταρχανειώτης, στους οποίους δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να βασιστεί, καθώς ήταν αναξιόπιστοι και συμφεροντολόγοι.
Ωστόσο, σημαντικότερο ήταν πως η οπισθοφυλακή του στρατεύματος διοικούνταν από τον Ανδρόνικο Δούκα, γιο του θανάσιμου εχθρού του αυτοκράτορα, Ιωάννη Δούκα. Πάντως, παρά το δύσκολο κλίμα στις τάξεις του στρατού, ο Ρωμανός παρέμενε αισιόδοξος, θεωρώντας ότι οι Σελτζούκοι, οι οποίοι τότε διεξήγαν πόλεμο στο Χαλέπι κατά των Φατιμιδών, θα αιφνιδιάζονταν από τον ερχομό των βυζαντινών στρατευμάτων και συνέχισε την πορεία του.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Ο σουλτάνος Αλπ Αρσλάν είχε πληροφορηθεί την πορεία του Ρωμανού και είχε εγκαταλείψει το Χαλέπι, κατευθυνόμενος βόρεια για να τον αντιμετωπίσει. Μερικοί από τους στρατηγούς του Ρωμανού τον συμβούλεψαν να οχυρωθεί στη Θεοδοσιούπολη (εκεί όπου είχε μάθει για τις κινήσεις των Τούρκων) και να δώσει εκεί τη μάχη. Ο αυτοκράτορας, όμως, επέλεξε να μπει στα κατεχόμενα από τους Σελτζούκους εδάφη, με προορισμό το Μαντζικέρτ (σημερινό Μαλαζγκίρτ).
Στην πορεία όμως, σχεδόν ο μισός στρατός του είχε ουσιαστικά λιποτακτήσει, καθώς, με διαταγή των επικεφαλής τους, άρχισαν να επιστρέφουν πίσω στα βυζαντινά εδάφη, αφού απέτυχαν να καταλάβουν ένα φρούριο το οποίο είχε μετατραπεί σε τουρκικό ορμητήριο και το οποίο τους είχε υποδείξει ο Ρωμανός προς ανακατάληψη. Ο αυτοκράτορας δεν είχε πλέον κάποιον να προστατεύει τα νώτα του, ενώ δεν είχε ενημερωθεί από τους διοικητές ότι τα στρατεύματα αυτά είχαν αποχωρήσει.
Ετσι, όταν έφτασε στο Μαντζικέρτ, παρότι αρχικά το κατέλαβε, αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες όταν εκδηλώθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από τον σελτζουκικό στρατό. Οι μισθοφόροι επίσης εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, αφήνοντας τον αυτοκράτορα εκτεθειμένο. Μετά τις πρώτες συγκρούσεις με τους Σελτζούκους, ο Αλπ Αρσλάν έκανε προτάσεις για ειρήνη, τις οποίες ο Ρωμανός απέρριψε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Πόλη χωρίς μια νίκη.
Στις 26 Αυγούστου, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας παρέταξε τον στρατό του για μάχη. Ο ίδιος διοικούσε το κέντρο, ενώ ο Νικηφόρος Βρυέννιος και ο Θεόδωρος Αλυάτης την αριστερή και τη δεξιά πτέρυγα, αντίστοιχα. Την οπισθοφυλακή διοικούσε ακόμα ο Ανδρόνικος Δούκας. Επειτα από μια μακρά ημέρα σκληρής μάχης, εν τέλει οι Τούρκοι κατάφεραν καίριο πλήγμα στην ήδη καταπονημένη δεξιά πτέρυγα. Ο Ρωμανός διέταξε να επέμβει η οπισθοφυλακή, ο Ανδρόνικος Δούκας όμως, όχι μόνο δεν εκτέλεσε τη διαταγή αλλά διέδωσε τη φήμη ότι ο Ρωμανός είχε σκοτωθεί. Πανικός ξέσπασε τότε στον βυζαντινό στρατό, ο οποίος διαλύθηκε. Οι Βρυέννιος και Αλυάτης κατάφεραν να διαφύγουν, ο Ρωμανός όμως αποκόπηκε από το υπόλοιπο στράτευμα, μένοντας μόνο με τη φρουρά του, μερικούς Βαράγγους και περίπου 2-3.000 μισθοφόρους. Παρά τη γενναία μάχη του, ο Ρωμανός κατάλαβε ότι είχε περικυκλωθεί και αναγκάστηκε να παραδοθεί.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν πλέον αιχμάλωτος των Τούρκων, αυτοί όμως τον μεταχειρίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Μάλιστα, παρά την ταπείνωση της αιχμαλωσίας, κατάφερε να εξασφαλίσει μια σχετικά ευνοϊκή ειρήνη με την οποία υποχρεωνόταν μεν να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό στους Σελτζούκους και να εκκενώσει ορισμένα συνοριακά φυλάκια, όμως ως αντάλλαγμα επανακτούσε την Αρμενία και ο Αρπ Αρσλάν θα εμπόδιζε τις επιδρομές Τούρκων ατάκτων.
Στο μεταξύ, όμως, η είδηση της ήττας στο Μαντζικέρτ έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία στους εχθρούς του Ρωμανού να τον καθαιρέσουν. Ο Ψελλός και ο Ιωάννης Δούκας, με τη συνδρομή επιφανών συγκλητικών, κήρυξαν έκπτωτο τον Ρωμανό και ανέβασαν στον θρόνο τον 20χρονο πλέον Μιχαήλ Ζ’ Δούκα, ακριβώς έναν μήνα μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ. Η Ευδοκία καθαιρέθηκε διά της βίας και εστάλη σε μοναστήρι, ενώ εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο Ρωμανός θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως στασιαστής.
Μετά την εδραίωση της εξουσίας του Μιχαήλ, ο Ιωάννης Δούκας συγκέντρωσε στρατό και κατευθύνθηκε στη Μικρά Ασία για να εξασφαλίσει ότι ο Ρωμανός δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Ο τελευταίος κατάφερε να συγκεντρώσει μερικούς οπαδούς του προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όμως οι συγκρούσεις που ακολούθησαν με τις δυνάμεις του Ιωάννη Δούκα δεν κατέληξαν ευνοϊκά για τον ίδιο. Περικυκλωμένος, τον Μάρτιο του 1072, ο Ρωμανός αναγκάστηκε να παραδοθεί, αφού έλαβε διαβεβαιώσεις για τη σωματική του ακεραιότητα. Ωστόσο, οι διώκτες του δεν τήρησαν τη συμφωνία και ο Ρωμανός τυφλώθηκε βίαια και κλείστηκε σε μοναστήρι. Δεδομένου ότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες έπρεπε να είναι αρτιμελείς για να αναρρηθούν στον θρόνο, ο Ρωμανός είχε αποκλειστεί από κάθε πιθανότητα να σταθεί υπολογίσιμο εμπόδιο στους Δούκες. Πέθανε άδοξα τον Αύγουστο του 1072.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο, τόσο στρατιωτικά όσο και λόγω των εσωτερικών πολιτικών ερίδων, ενώ οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να αγκιστρωθούν στη Μικρά Ασία και την Ανατολία.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου