Αύγουστος 626μ.Χ. Η πολιορκία της Πόλης από Άβαρους,Σλάβους και Πέρσες

 

  626 μ.Χ. καλοκαίρι,Κωνσταντινούπολη 

Με την απαράμιλλη οχύρωσή της, τα πανίσχυρα τείχη και την ανεπτυγμένη δυνατότητα αποθήκευσης σιτηρών και νερού, η Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της υπερχιλιετούς ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απέκρουσε πολλές επιθέσεις και άντεξε σε ορισμένες από τις κρισιμότερες πολιορκίες της ιστορίας της. Μία από αυτές, και ίσως από τις πιο επικίνδυνες, ήταν η μεγάλη πολιορκία του 626 μ.Χ.Ενώ ο Ηράκλειος συνέχιζε τις εκστρατείες του στην Ανατολή, Άβαροι και Πέρσες αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του και να επιτεθούν συντονισμένα στην Κωνσταντινούπολη. Στόχος τους ήταν η άλωση της Βασιλεύουσας και η οριστική συντριβή του Βυζαντίου. Η πολιορκία του 626 μ.Χ. θα εξελισσόταν σε μία από τις σημαντικότερες και δραματικότερες αναμετρήσεις της βυζαντινής ιστορίας, καθώς από την έκβασή της θα εξαρτιόταν η ίδια η επιβίωση της αυτοκρατορίας.

διαβάστε το πρώτο μέρος..https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/08/78626.html

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης


Η μεγάλη επίθεση

Το πρωινό της 29ης Ιουλίου 626, ο στρατός των Αβάρων, που σύμφωνα με τις πηγές αριθμούσε περίπου 80.000 άνδρες, παρατάχθηκε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ήταν μια τεράστια πολυφυλετική στρατιά που είχε κατέβει από τον βορρά, αποτελούμενη από Αβάρους, Σλάβους, Γέπιδες και Βουλγάρους. Διαφορετικοί λαοί, με διαφορετική καταγωγή και πολεμικές παραδόσεις, ενώνονταν κάτω από την εξουσία του Χαγάνου. Όλους τους ένωνε ένας κοινός στόχος,η κατάληψη και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης, της πλουσιότερης και ισχυρότερης πόλης του κόσμου.

 Οι Βυζαντινοί είχαν ήδη λάβει τις θέσεις τους. Ο πατρίκιος Βώνος έδινε τις οδηγίες και είχε την ευθύνη της άμυνας, ενώ όλες τις προηγούμενες ημέρες ο πατριάρχης Σέργιος οργάνωνε λιτανείες και περιφορές ιερών εικόνων, προσπαθώντας να εμψυχώσει τον λαό και τους υπερασπιστές της Πόλης. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, οι Βυζαντινοί πάνω στα τείχη της Πόλης οραματίζονταν τη σκιά μιας γυναίκας, της ίδιας της Παναγίας, που πίστευαν ότι ήταν μπροστάρισσα στην άμυνα και την απόκρουση των εχθρών.

Στις 31 Ιουλίου ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση. Οι Άβαροι έστησαν τις πολιορκητικές μηχανές τους και άρχισαν να σφυροκοπούν τα Θεοδοσιανά Τείχη. Οι επιθέσεις στα χερσαία τείχη γίνονταν κατά κύματα. Πρώτοι εφορμούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι Σλάβοι και ακολουθούσαν οι καλύτερα οπλισμένοι Άβαροι. Ο ποιητής και αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σύγκελλος περιγράφει την πρώτη μεγάλη επίθεση γράφοντας ότι οι Άβαροι όρμησαν εναντίον των τειχών «με βροντή, αστραπή και χαλάζι», θέλοντας να αποδώσει τη σφοδρότητα και την αγριότητα της επίθεσης.

Από τις επάλξεις των Θεοδοσιανών Τειχών οι Βυζαντινοί απαντούσαν ασταμάτητα. Βέλη, ακόντια και πέτρες έπεφταν αδιάκοπα στους εισβολείς, ενώ οι καταπέλτες εκτόξευαν τεράστιους βράχους, συντρίβοντας πολιορκητικούς πύργους και κριούς. Οι Άβαροι, προσπαθώντας να κάμψουν την άμυνα, έφεραν  δώδεκα μεγάλους ξύλινους πολιορκητικούς πύργους, καλυμμένους με δέρματα για προστασία από τη φωτιά. Όταν όμως πλησίασαν τα τείχη, οι υπερασπιστές έριξαν αναμμένα δαδιά και εμπρηστικά υλικά, τυλίγοντας αρκετούς από αυτούς στις φλόγες. Κάθε έφοδος αποκρουόταν και κάθε προσπάθεια αναρρίχησης στα τείχη κατέληγε σε αποτυχία. Οι απώλειες των πολιορκητών ήταν μεγάλες, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το ηθικό των Βυζαντινών.

Η αποτυχία των πολιορκητών

 Η αποτυχία των πρώτων επιθέσεων θα οδηγήσει σε νέες προσπάθειες διαπραγματεύσεων. Παράλληλα  με τον κανονικό πόλεμο, έξω από τα τείχη διεξαγόταν και ένας διαφορετικός πόλεμος, ο ψυχολογικός, στον οποίο οι Βυζαντινοί ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι. Απειλές, παραπληροφόρηση, επίδειξη δύναμης και διπλωματικοί ελιγμοί χρησιμοποιούνταν για να κλονίσουν το ηθικό του αντιπάλου και να δημιουργήσουν αμφιβολίες στις τάξεις του.

Ο Χαγάνος απέστειλε τελεσίγραφο, απειλώντας με την πλήρη αποκοπή της Πόλης από την Ευρώπη και την Ασία.Οι Βυζαντινοί αρνούνται προσφέροντας  φόρο και πολύτιμα δώρα. Ο πατριάρχης Σέργιος και ο μάγιστρος Βώνος επιδίωκαν  να κερδίσουν χρόνο, καθυστερώντας τις συνομιλίες.

Στις 2 Αυγούστου, μια τριμελής βυζαντινή αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από έναν ιερέα και δύο πατρικίους, μετέβη στη σκηνή του αργηγού των Αβάρων για νέες διαπραγματεύσεις. Ο Χαγάνος τους υποδέχθηκε με τιμές και δώρα και, μπροστά τους, εμφάνισε μια ομάδα Περσών απεσταλμένων.Ήθελε να τους πείσει ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν πλέον αποκλεισμένη τόσο από την Ευρώπη όσο και από την Ασία, αλλά και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Ηράκλειος και ο στρατός του είχαν αποτύχει στις εκστρατείες τους.

Έμπειρη σε τέτοιου είδους διπλωματικούς χειρισμούς, η βυζαντινή αντιπροσωπεία απέρριψε όλες τις προτάσεις. Φεύγοντας, ο πατρίκιος Γεώργιος, θέλοντας να πλήξει το γόητρο του Χαγάνου, του είπε ότι, παρότι διοικούσε μια μεγάλη στρατιά, μόνος του δεν μπορούσε να πετύχει τίποτε χωρίς τη βοήθεια των Περσών.

Την ίδια νύχτα οι  Βυζαντινοί αιχμαλώτισαν τρεις Πέρσες απεσταλμένους που μετέφεραν μηνύματα προς τον χαγάνο. Ο ένας εκτελέστηκε αμέσως, ενώ οι άλλοι δύο αποκεφαλίστηκαν και τα κεφάλια τους στάλθηκαν στο περσικό στρατόπεδο, ως πράξη ψυχολογικού πολέμου και προειδοποίηση προς τους πολιορκητές.

Ο χαγάνος ήθελε να ενώσει τις δυνάμεις του με τους Πέρσες του Σαρβαραζά, που στρατοπέδευαν απέναντι, στη Χαλκηδόνα, ώστε η πίεση στα τείχη να γίνει αφόρητη. Υπήρχε όμως ένα μεγάλο εμπόδιο. Ο βυζαντινός στόλος κυριαρχούσε στη θάλασσα και δεν επέτρεπε στους Πέρσες να περάσουν στην ευρωπαϊκή ακτή.Για τη μεταφορά θα χρησιμοποιούνταν τα σλαβικά μονόξυλα, μικρά σκάφη σκαλισμένα από έναν κορμό δέντρου. Με αυτά οι Σλάβοι θα περνούσαν στην ασιατική ακτή, θα παραλάμβαναν τους Πέρσες στρατιώτες και θα τους μετέφεραν κρυφά στην ευρωπαϊκή πλευρά.

Η πολιορκία φαινόταν να φτάνει στην κορύφωσή της. Η συνδυασμένη επίθεση από στεριά και θάλασσα ήταν η τελευταία ελπίδα του Χαγάνου. Την ίδια ώρα, κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο στρατός του Ηρακλείου επέστρεφε στην Πόλη. Οι Άβαροι γνώριζαν ότι ο χρόνος δεν ήταν πλέον με το μέρος τους και έσπευσαν να ολοκληρώσουν το σχέδιό τους.

Την Τετάρτη 6 Αυγούστου οι Άβαροι αρχικά κατάφεραν να καταλάβουν αιφνιδιαστικά την Παναγία των Βλαχερνών, σε ένα σημείο όπου η οχύρωση ήταν πιο αδύναμη.

Στη θάλασσα όμως η έγκαιρη πληροφόρηση των Βυζαντινών για το σχέδιο του εχθρού, αλλά και η παραπλάνηση των Σλάβων με ψεύτικο φωτεινό σήμα, θα προκαλούσε την πρόωρη κίνησή τους. Τα σλαβικά μονόξυλα κινήθηκαν προς το συμφωνημένο σημείο, πιστεύοντας ότι είχε δοθεί το σύνθημα για την επιχείρηση.Οι Βυζαντινοί ήταν έτοιμοι. Ο στόλος τους έσπευσε να αναχαιτίσει τα μονόξυλα και ακολούθησε σκληρή σύγκρουση μέσα στα νερά του Κεράτιου. Τα βυζαντινά πλοία τα καταδίωξαν, ενώ βροχή από πέτρες και βέλη έπεφτε πάνω στους Σλάβους. Πολλά μονόξυλα βυθίστηκαν ή καταστράφηκαν και μεγάλος αριθμός των πληρωμάτων τους χάθηκε.

Και το τρίτο μέρος της επίθεσης, η μεταφορά των Περσών με σλαβικά μονόξυλα από τη Χαλκηδόνα στην ευρωπαϊκή ακτή, θα αποτύχει. Όταν τα μονόξυλα, φορτωμένα με Πέρσες στρατιώτες, επιχείρησαν να διασχίσουν τα νερά και να πλησιάσουν την ευρωπαϊκή ακτή, δέχθηκαν την επίθεση του βυζαντινού στόλου. Τα περισσότερα καταβυθίστηκαν, παρασύροντας στον θάνατο τους άνδρες που μετέφεραν.

 Αναθαρρημένοι από τη μεγάλη επιτυχία, πολλοί Βυζαντινοί, άνδρες αλλά ακόμη και γυναικόπαιδα, βγήκαν ενθουσιασμένοι έξω από τα τείχη. Η κίνηση αυτή όμως ήταν επικίνδυνη. Ο πατρίκιος Βώνος, διέταξε αμέσως την επιστροφή τους στην ασφάλεια των τειχών.

Εκτιμώντας πλέον την κατάσταση, ο Χαγάνος αντιλήφθηκε ότι κάθε προσπάθεια συνέχισης της πολιορκίας ήταν μάταιη. Είχε αποτύχει η επίθεση στα τείχη, είχε συντριβεί η επιχείρηση των σλαβικών μονοξύλων και, τέλος, είχε αποτύχει και η προσπάθεια μεταφοράς των Περσών στην ευρωπαϊκή ακτή.Τη νύχτα  διέταξε να καταστραφούν οι πολιορκητικές μηχανές και να αρχίσει η αποχώρηση. Προς τα ξημερώματα της 8ης Αυγούστου οι Άβαροι αποχωρούσαν πλέον νικημένοι από την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας πίσω τους το μεγάλο σχέδιο κατάληψης της βυζαντινής πρωτεύουσας.

Προτού όμως αποχωρήσει οριστικά, ο Χαγάνος επιχείρησε για τελευταία φορά να έρθει σε συνεννόηση με τους Βυζαντινούς. Η κατάσταση όμως είχε πλέον ανατραπεί. Ο Βώνος μπορούσε τώρα να μιλά από θέση ισχύος, ενώ στην Κωνσταντινούπολη κατέφθανε και ο Θεόδωρος, αδελφός του αυτοκράτορα Ηρακλείου, επικεφαλής στρατιωτικών δυνάμεων.

Βυζαντινοί ιππείς καταδίωξαν τους Αβάρους κατά την αποχώρησή τους. Η σχεδόν δεκαήμερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, με την τριπλή επίθεση Αβάρων, Σλάβων και Περσών, είχε πλέον λήξει.

Έξω από τα χερσαία τείχη, εκεί όπου τις προηγούμενες ημέρες είχαν διεξαχθεί λυσσαλέες μάχες, κείτονταν τα κουφάρια ανθρώπων και ζώων, μαζί με τα αποκαΐδια των πολιορκητικών μηχανών που είχαν εγκαταλείψει και πυρπολήσει οι Άβαροι. Η εικόνα της καταστροφής ήταν ίδια  και στη θάλασσα. Στα νερά του Κεράτιου και κατά μήκος των γύρω ακτών επέπλεαν τα συντρίμμια από τα μονόξυλα  μονοξύλα και τα πτώματα  των εισβολέων.

Η Κωνσταντινούπολη είχε σωθεί. Η μεγάλη συνδυασμένη επιχείρηση Αβάρων, Σλάβων και Περσών είχε καταρρεύσει μπροστά στα τείχη και στα νερά της βυζαντινής πρωτεύουσας

Η αποτυχία μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για το κύρος και τη δύναμη του Αβαρικού Χαγανάτου. Οι Άβαροι δεν εξαφανίστηκαν και το κράτος τους θα συνέχιζε να υπάρχει για πολλές ακόμη δεκαετίες, όμως δεν θα κατάφερναν ποτέ ξανά να απειλήσουν την Κωνσταντινούπολη με τη δύναμη που είχαν συγκεντρώσει το καλοκαίρι του 626.

Η Νίκη και η Ευχαριστία

Στις 8 Αυγούστου 626, η Κωνσταντινούπολη ήταν πλέον ελεύθερη από την άμεση απειλή των πολιορκητών. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει τη σωτηρία της Θεοσκέπαστης Πολιτείας. Ακόμη και αν ο Ηράκλειος δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει με επιτυχία τις φιλόδοξες εκστρατείες του στην Ανατολή, ένα ισχυρό μήνυμα είχε ήδη δοθεί προς όλους τους εχθρούς της αυτοκρατορίας: η Πόλη, με τα πανίσχυρα τείχη, τον στρατό, τον στόλο και τους κατοίκους της, παρέμενε απόρθητη.

Ακολούθησαν πανηγυρικές εκδηλώσεις και ευχαριστήριες ακολουθίες προς την Παναγία, στην προστασία της οποίας οι Βυζαντινοί απέδωσαν σε μεγάλο βαθμό τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης. Ο Πατριάρχης Σέργιος, που σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας είχε εμψυχώσει τον λαό και τους υπερασπιστές, πρωτοστάτησε στις εκδηλώσεις ευχαριστίας.

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, μετά τη μεγάλη νίκη ο λαός έψαλε όρθιος τον Ακάθιστο Ύμνο προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία αναγνώριζε ως προστάτιδα της Πόλης και «Ὑπέρμαχο Στρατηγό». Από τη μεγάλη σωτηρία του 626 έμεινε βαθιά χαραγμένη στη βυζαντινή μνήμη η σύνδεση της Παναγίας με την προστασία της Κωνσταντινούπολης.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις